.

.
.

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Εσείς χλωμιάσατε!





Η Ροδίτσα έφερε στην κάμαρα το χοντρό πάπλωμα, που είχε απλώσει στην αυλή για να το δει λίγο ο ήλιος.
Είχε ξημερώσει ένα φωτεινό Σαββατιάτικο πρωινό και παρά το τσουχτερό κρύο οι δειλές αχτίδες είχαν κάνει επιτέλους την εμφάνισή τους κι όλες οι νοικοκυρές έβγαλαν στα περβάζια τα παπλώματα και τις κουβέρτες τους.
Ήταν η μέρα που πήγαινε στου Ανδρέα για την εβδομαδιαία καθαριότητα. Τίναξε τα χαλιά, σκούπισε, σφουγγάρισε, ξεσκόνισε, καθάρισε καλά τα τζάμια και τα κουφώματα κι έτριψε ξανά μπακίρια κι ασημικά για ν' αστράφτουν. Τα ρούχα του τα έπλενε και τα σιδέρωνε στο σπίτι της κι έβγαζε παραπάνω παράδες.

Αφού τελείωσε τις δουλειές μέσα στο σπίτι, βγήκε στην αυλή να σκουπίσει και να καθαρίσει τα λουλούδια από τα ξεραμένα φύλλα. 

- Καλημέρα σας, χρόνια πολλά, καλά Χριστούγεννα! 

Η γλυκιά φωνή, την έκανε να γυρίσει απότομα. Μια νέα γυναίκα καλοντυμένη, με μια βαλίτσα στο χέρι, την κοιτούσε χαμογελαστή.
- Καλημέρα κοπέλα μου! Καλά Χριστούγεννα! Θέλετε κάτι;

- Τον κύριο Ανδρέα, μέσα είναι;
- Όχι, τα Σάββατα που έρχουμαι και τον κάμω το σπίτι συνήθως λείπει. Ε, να μην παγώσει κιόλας μες στα ρεύματα ο χριστιανός! 

- Μήπως ξέρετε πότε θα γυρίσει ή που μπορώ να τον βρω;
- Μμμμ... Τι να σε πω κοκόνα μου, κατά το μεσημεράκι θα έρτει σίγουρα. Εκτός κι άμα φάει στα πεθερικά του, οπότε κατά η ώρα τρεις πια θα είναι εδώ! 
Η γυναίκα εμβρόντητη, άφησε τη βαλίτσα να πέσει από το γαντοφορεμένο χέρι της.

- Που είπατε θα φάει; 
- Στα πεθερικά του... Αμά, τι πάθατε καλέ κυρία; Εσείς χλωμιάσατε! Μπείτε μέσα να καθίσετε κομμάτι, χάμου θα πέσετε για! 

Η Μέλπω γύριζε φορτωμένη από το φούρνο και το μανάβη, με ψωμί, αλεύρι και ζαρζαβατικά. Θα έβραζε χορτόσουπα με λάδι, πελτέ ντομάτας, καρότα, σέλινο, κρεμμύδι, λάχανο και πατάτες και θα έψηνε την επόμενη μέρα πιτούλες στο μαντέμι.
Ανακάτευε αλεύρι με νερό και λίγο αλατάκι, έφτιαχνε μια ζύμη όχι πολύ σφιχτή, έπλαθε μικρές πίτες και τις έψηνε. Τις τελευταίες τρεις μέρες της Σαρακοστής που ήταν άλαδες για να μεταλάβει, έπινε τσάι κι έτρωγε τα πιτάκια με ελιές το βράδυ. Το μυαλό της ταξίδευε κοντά στον άντρα και τους τρεις γιους της, που θαλασσοδέρνονταν κοντά πέντε μήνες. Τα αγόρια της, ακολούθησαν τη δουλειά του πατέρα στα ταξίδια, μαγεμένα από τις ιστορίες που τους διηγόταν ο καπετάνιος.


Μεγάλους καβγάδες είχε στήσει με τη φαμίλια της, τέσσερις άντρες και να μην έχει κανένα κοντά της. Όσο καιρό έλειπε ο άντρας της, είχε τα παιδιά στο σπίτι και παρηγοριόταν, η τύχη όμως τα 'φερε έτσι ώστε να μένει μόνη της και να καρδιοχτυπάει κάθε στιγμή. Τι κι αν της έφερναν του κόσμου τα λούσα και τα καλά, προτιμούσε να είχε λιγότερα και τους άντρες της κοντά της. 

Περνώντας έξω από το σπίτι της Αριστέας, άκουσε να τη φωνάζει η Ροδίτσα ανήσυχα. Γυρίζοντας, την είδε στην πόρτα φανερά αναστατωμένη.
- Ροδίτσα μου; Καλημέρα τζιέρι μου, τι έπαθες;

- Άστα κυρά Μέλπω μου, τι να σε λέω... Ταμπλάς θα μ' έρτει σήμερα, που κακός χρόνος να τον εύρη τον αδικιωρισμένο!
- Ποιον καλέ Ροδίτσα, τι με λες και δεν καταλαβαίνω; Για τον άντρα σου, ε; Και γιατί μιλάς έτσι δα σιγανά; 

- Ποιος άντρας μου, δε σε λέω για τον άντρα μου, αμά για τον άντρα της αλληνής που 'ναι μέσα!
Η Μέλπω άφησε κάτω τα διχτάκια με τα ψώνια απορημένη.

- Ποια είναι μέσα μπρε Ροδίτσα, τι με λες;
- Η γυναίκα του δάσκαλου! 


Η Γιωργίτσα καθόταν στην κουζίνα της αδερφής της κι έπινε καφέ. Στο τραπέζι δυο πιατέλες με φοινίκια και κουραμπιέδες, στολισμένα με κουκουνάρια, που της είχε πάει όπως κάθε χρόνο. Χριστούγεννα και Πάσχα αντάλλαζαν τα γλυκά τους. 
- Μεγάλη χαρά μ' έδωκες που ήρτες μπρε αδερφή, μούτρα εγώ δεν έχω να σας διω... Αν πεις και για το γαμπρό σου, δε μιλιέται με τα καμώματα της κόρης του της προκομμένης... Τι μας βρήκε Χριστούλη μου...
- Σώπα καλέ, τι λόγια είναι αυτά που με λες χρονιάρες μέρες που είναι; Για στάσου μπρε Τασούλα μου, επειδής δηλαδή είναι τα παιδιά μας στην τρέλα τους απάνου, θα σκοτωθούμε αναμεταξύ μας; Μορφονιός ο Αντρέας, κορίτσια στον καιρό τους αυτά, τι να κάμουμε τώρα για; Έτσι δα θα μείκουμε, η μια απέ δω κι η άλλη απέ κει; Κι άμα θυμώσανε οι δικιές μου, να πιούνε ξίδι, έχω μπόλικο στο ντουλάπι! Η Αφρούλα τι κάμει, πες με! 
- Αχ! Στην κάμαρά της θα μείκει για να μάθει! Τέτοιο πράμα που έκαμε Γιωργίτσα μου, ακόμα ο νους μου δεν το βάνει! Μαύρη τήνε έκαμα, έφαγε τόσο ξύλο για όλη της τη ζωή! Την έκαμα και το φουστάνι που την έραβα χίλια κομμάτια, έτσι για να μάθει!
- Την χρειαζούτανε ένα καλό μάθημα την κόρη σου, δε λέω... Όχι για τίποτις άλλο, αμά για να μη την βγει τ' όνομα που ρίχνεται στις άντριδοι... Χτες ο Αντρέας ητανάνε, αύριο μπορεί να τη γυαλίσει κάνας άλλος, να ξεύρει να κρατεί τη θέση της για! Τώρα ό,τι γένηκε γένηκε, πήρε το μάθημά της, μας τη ζήτηξε και τη δικιά μας ο δάσκαλος κι όλα καλά. Να έρτετε τα Χριστούγεννα με το καλό και να λήξει το ζήτημα για, κανένας δε θα πει τίποτις γι' αυτά... Κι εσύ, βάλε να ψήσεις να μυρίσει το σπίτι μέρες που είναι, άιντε, πάγαινέ την και στον πνεματικό να ξομολογηθεί και να μεταλάβει... Φώτιση να έχουνε τα παιδιά μας Τασούλα μου, αυτό να λέμε! 
- Δεν ξεύρω τι να σε πω αδερφή... Κομμάτι δύσκολο είναι, ντρεπούμαστε και τον άθρωπο... 


Έτριβε μηχανικά η Γιωργίτσα την πορσελάνινη τσαγιέρα με αλάτι, για να φύγουν οι λεκέδες που άφηνε το βαρύ μαύρο τσάι. Οι σκέψεις δεν την άφηναν στιγμή να ησυχάσει, μονολογούσε κι αναστέναζε συνεχώς. 
- Παναγία μου, βάλε το χέρι σου, βαριά είναι η καρδιά μου... Κακιά αρχή εκάμαμε και φοβούμαι πολύ... Το χρέος μου το έκαμα, πήα στην αδερφή μου, αμά έπεσε κακό μεγάλο στην οικογένεια... Κατά βάθος, άμα έρτει η ανιψιά μου, που δεν το βλέπω, πιο χειρότερα θα γένουνε τα πράματα... Μαύρη ώρα ητανάνε που τους εκάλεσα όλους στο σπίτι, ποιος τα περίμενε τέτοια πράματα... 



- Γιωργία, μέσα είσαι; 
- Μέλπω! Έλα τζιέρι μου, πέρνα μέσα να σε ψήσω καφεδάκο! Σ' έχω και τα γλυκάκια σου να σε τα δώκω. Τι έχεις καλέ, σάμπως κι είσαι άρρωστη;

- Γιωργίτσα μου, κάτσε σε παρακαλώ, να σε μιλήσω θέλω για κάτι πολύ σοβαρό...
- Τι γένηκε μπρε Μέλπω και με λες να κάτσω κιόλας; 
- Για το γαμπρό σου θέλω να σε μιλήσω και δεν ξεύρω πως να σε το πω...
- Ποιο γαμπρό μου με λες, της Τασούλας μας έπαθε τίποτις ο άντρας; 
- Για το γαμπρό της κόρης σου, το δάσκαλο λέω. Μπρε Γιωργίτσα μου, κάτσε κάτου να σε χαρώ.
- Τι έκαμε ο γαμπρός μας μπρε Μέλπω; Πες με για!
- Είναι...είναι παντρεμένος! 

Ο Ανδρέας με την Άννα περπατούσαν αργά και χάζευαν τις στολισμένες βιτρίνες. Η Ροδίτσα λογικά θα είχε τελειώσει και θα έβρισκε το σπίτι του πεντακάθαρο και ζεστό. Ανήμερα τα Χριστούγεννα θα έπρεπε να της περάσει ένα δαχτυλίδι, όπως το καλούσε η μέρα και η επίσημη κουβέντα που έκανε με τους δικούς της. Πριν όμως, θα έπρεπε να της μιλήσει, να την προετοιμάσει. Κάθισαν σ' ένα ζεστό ζαχαροπλαστείο για τσάι και κουρκουμπίνια που της άρεσαν.
- Αννούλα μου, έγιναν όλα πολύ γρήγορα και δεν πρόλαβα να σου πω κάτι που θέλω...

- Τι να μου πεις;
- Ξέρεις, πριν λίγα χρόνια είχα παντρευτεί αλλά χωρίσαμε με τη γυναίκα μου...
Η Άννα εμβρόντητη τον κοίταξε με το στόμα ανοιχτό.
- Ναι, ξέρω, έπρεπε να στο είχα πει απ' την αρχή αλλά ποτέ δεν είναι αργά, έτσι δε λένε; Δυστυχώς δεν ταιριάξαμε κι εκείνη έφυγε από το σπίτι, έμεινα μόνος με τη μητέρα μου. Μετάνιωσε όμως κι άρχισε να έρχεται και να μου χτυπάει την πόρτα κι έτσι αναγκάστηκα να φύγω και να έρθω εδώ για να βρω την ησυχία μου. Γνώρισα εσένα και σ' αγάπησα πολύ, έτσι ήταν το τυχερό που θα έλεγε κι η μητέρα σου! Αυτές τις μέρες σου είχα πει ότι θα τις περνούσα στο πατρικό μου, όμως η μητέρα μου όταν μου έγραψε ότι εκείνη πηγαίνει και την πιέζει συνέχεια για να τα ξαναβρούμε, αποφάσισα να μη πάω για να μη τη συναντήσω...
- Ανδρέα τι μου λες τώρα; Πως μου έκρυψες τέτοιο πράγμα; Στους γονείς μου πως θα το πούμε, μου λες; Είπες ότι χωρίσατε, διαζύγιο πήρατε;
- Τον άλλο μήνα θα το έχω, έτσι μου έγραψε ο δικηγόρος! 
- Δηλαδή είσαι ακόμα παντρεμένος!
- Όχι παντρεμένος, εν διαστάσει... 

Ο Λεωνίδας μοίρασε τα καλάθια με τα καλούδια στους υπαλλήλους του και τους ευχήθηκε. Πήγε ο Γιάννης στο σπίτι φορτωμένος με τα φαγώσιμα και τα παιχνίδια για τα παιδιά. Στο χέρι της Ανθούλας έβαλε τους παραπανίσιους παράδες.
- Αυτά με τα 'δωκε για να ψουνίσουμε τα χρειαζούμενα για τα παιδιά. Παπούτσια τον είπα που θέλουνε και κάνα παλτουδάκι!
- Να είναι καλά ο άθρωπος Γιάννη μου, ο Θεός να τον δίνει πάντα τα καλά του κόσμου και την υγειά του! Θα ψήσω πίτα με το πορτοκάλι να τον πας!
- Τι πίτα μπρε γυναίκα με λες, αυτούνοι νηστεύουνε για, τίποτις δεν τρώνε τώρα το τρίμερο για να μεταλάβουνε! Τον είπα εγώ, μπρε άθρωπε, ανάμιση μήνα νηστεία κάμεις, μια μέρα λάδι να μη φας και πάνε μετάλαβε, τίποτις αυτός! Απέ η ώρα πέντε που πιάνει η λειτουργία κει πέρα θα 'ναι!
- Πω πω πω! Πως μπορούνε για; Διε καλέ τι έβαλε! Τι κρέας ωραίο είναι τούτο; Αμά τα τυριά, ίσια με τρία κιλά είναι! Διε τα λουκάνικα, τα σουτζούκια, διε πράματα, μια βδομάδα θα τρώμε! Αχού και τα γλυκά! Και τα κρασιά απέ τα ακριβά είναι για!
- Ε, ναι! Σκέψου μπρε Άνθω, άμα έβαλε σε μας τόσα, πόσα ακόμα θα έστειλε στις πτωχοί του! Καλά έκαμα κι εγώ και τον είπα για τα παιδιά! 





Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Μούτρα δεν έχω να τις διω!



- Μαμά, εγώ...

- Μαμούνια! Για καμιά ζεβζέκα με πέρασες, ε; Με τα είχε πει η θεία σου τότες στο τραπέζι, που είδε τα κοιτάγματα αυτουνού! Εσύ με είπε που δεν κατάλαβες, επειδής κοίταζες τις άλλοι, αμά είχες παρακαταλάβει κι έκαμες τα δικά σου πίσω απέ τις πλάτες μας με τα κείνονα, ποιος ξεύρει πόσον καιρό!
Σε μένανε δεν έπρεπε να μιλήσεις, να με τα πεις; Άμα δε σας έβλεπε η Αφρούλα, να ΄ρτει να με τα μαρτυρήσει, έτσι θα το παγαίνατε το πράμα κι εγώ χαμπάρι!

Ποιος να ξεύρει πόσα μάτια σας έχουνε διει και σε κουσελεύουνε κορίτσι πράμα! Τη μαμά τους μιλούνε οι κοπέλες για τέτοια ζητήματα, όχι να τα μαθαίνουνε απέ τις άλλοι! Πες με μέχρι που φτάσατε, την αλήθεια θέλω! 

- Σ' ορκίζομαι μαμά, μόνο μιλούσαμε... 
- Και σε φίλησε! Και όχι μη με πεις, σας είδε η Αφρούλα με τα μάτια της! Μπας και άπλωσε το χέρι του παραπάνω; Την αλήθεια πες με σε λέω!

- Όχι, όχι σε λέω, για ποια με πέρασες που θα έκανα τέτοια πράγματα; 
- Καλά, σε πιστεύω... Κάτσε κάτου τώρα να τα μετρήσουμε και να διούμε τι θα γένει... Πόλεμος γένεται στης θείας σου με την αξαδέρφη σου! 


Η Γιωργίτσα είχε κάνει μάνα και κόρη άνω κάτω και με το δίκιο της. Δε μπορεί από τη μια να επιμένει η αδερφή της για τον Ανδρέα ότι είναι η καλή τύχη που τους χτύπησε την πόρτα κι απ' την άλλη να τον θέλει κι η κόρη της. Βροχή έπεσαν τα χαστούκια στα μάγουλα της Αφρούλας από τη μητέρα της και της δήλωσε ότι την έκλεισε στο σπίτι για τους επόμενους μήνες.
- Τι δουλειά είχες να πας να τα μαρτυρήσεις την θεία σου; Κι απέ που κι ως που να βρεθείς στην άλλη άκρη, στο σκολειό; Στο μάτι το δάσκαλο έβαλες, ε; Πράματα είναι αυτά που έκαμες; Έτσι σε μεγαλώσαμε; Επήγες, είδες ό,τι είδες, έλα εδώ και πες με μαμά το και το κι ήξευρα εγώ τι θα κάμω απέ κει και πέρα για το καλό της Άννας! Άκου πράματα, να βάλει στο μάτι άντρα καπαρωμένο κι απέ ποια, απέ την αξαδέρφη της! 

Άμα τον ορέχτηκες τον Αντρέα, να μιλήσεις σε μένανε και να σε ορμηνέψω, όχι να πας και να τόνε παραμονέψεις! Γιατί αυτό γένηκε κι όχι μη με λες! Λούστηκες ολόκληρη με τα αρώματα εξεπίτηδες, για να πας να τόνε διεις, σα να 'σουνε καμιά του δρόμου!
Τη θεία σου τήνε είπες που τους είδες τυχαία, αμά σε μένανε μη τα πουλάς αυτά! Τώρα που θα τα μιλήσουνε, όλα στη φόρα θα βγούνε και θα γένει μεγάλο ρεζιλίκι μ' ελόγου σου! Μούτρα δεν έχω να τις διω, καταλαβαίνεις τι πήγες κι έκαμες; 

Κατακόκκινη η Τασούλα από τη σύγχυση κι αφού είχε ξεμαλλιάσει την κόρη της, προέβλεψε τα γεγονότα των γιορτών: Πως θα πήγαιναν στης αδερφής της τα Χριστούγεννα και πως θα έρχονταν εκείνοι την Καλή βραδιά; Mύλος η κατάσταση! Και τι θα έλεγε, πως θα τα δικαιολογούσε στους άλλους συγγενείς;
- Το κατάλαβα που κάτι έτρεχε αναμεταξύ τους βρε απτάλα και τα είπα τη θεία σου! Την επέμεινα κιόλας που είναι τύχη καλή για την αξαδέρφη σου και θα τα μιλούσαμε πάλι να διούμε τι θα γένει... Κι εσύ, πίσω απέ την πλάτη μου, να κάμεις τέτοιες πονηριές! Ρούπι δε θα βγεις απέ δω μέσα, τ' ακούς; Εδώ θα μείκεις για να μάθεις να κάμεις τέτοια ρεζιλίκια! Γιατί τα ρεζίλια σε σένανε είναι, όχι σ' αυτούς που αγαπηθήκανε κι ανταμώνουνε κρυφά, κατάλαβες; Έγκλημα δεν είναι η αγνή αγάπη δυο αθρώπων, αμά αυτό που γένηκε και χωρίσαμε στα δυο οι αδερφάδες, μέρες που 'ρχουνται! Μούτρα δεν έχω να τις διω, που να μην έσωνα να σ' έκαμα, φωτιά που με άναψες!


Η Γιωργίτσα είχε κάπως ηρεμήσει, μετά τις εξηγήσεις της κόρης της. Αφού η σχέση τους είχε περιοριστεί μόνο σε βόλτες, αγκαλιές και φιλιά, έμενε να δει τι σκοπό είχε ο Ανδρέας. Όλη η πόλη σχεδόν ήξερε για το νέο δάσκαλο που θ' αναλάμβανε τα καθήκοντά του σε λίγο καιρό και φυσικά δεν περνούσε απαρατήρητος. Αν τους είχαν δει μαζί; Αυτό την έτρωγε, αλλά αν θα επισημοποιούσαν τη σχέση τους δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα.
- Με τη θεία σου και την αξαδέρφη σου να διούμε τι θα γένει τώρα! Ακούς εκεί να πάει να τον διει φορτωμένη αρώματα! Όλο αρώταγε κείνη τη μέρα, να τα μάθει όλα για κείνονα! Το κατάλαβα που την καλάρεσε και με ζώσανε τα φίδια, μη νομίζεις... Φουστάνι χτυπητό έραψε για τον κάμει εντύπωση την Καλή Βραδιά, να τόνε καλέσουνε σπίτι ήθελε, μάλιστα! Κι άμα είπα που θα λείπει, θεριό γένηκε αυτή στην κουζίνα, έσπαζε κι έκαμε νεύρα και μετά πήρε παράδες και δρόμο! 
- Μαμά, η θεία τι λέει;

- Η Τασούλα δεν φταίει, την έριξε γερό μπερντάχι και την έκαμε τα μούτρα χάλια, τα δάχτυλά της μείκανε στα μάγουλα της άτιμης της Αφρούλας! 
Δεν τα περίμενε κι αυτή τέτοια πράματα να γένουνε, διε τώρα που έρχουνται οι χρονιάρες μέρες και γένηκε σκοτωμός... Τι να πω και πως να τα κάμω δεν ξεύρω, να έρτει κι ο πατέρας σου να τα μιλήσουμε, κεραμίδα θα τον πέσει στο κεφάλι του... 



Ο Λεωνίδας έφτασε στο σπίτι, μ' ένα χαμόγελο ως τ' αυτιά. Κρατούσε μια σακούλα με σουπιές φρέσκες, να τις φτιάξει η Γιωργίτσα με σπανάκι που του άρεσαν. Πρωί πρωί είχε παραγγείλει στον ψαρά να του κρατήσει τρεις μεγάλες κι εκείνος τις καθάρισε από το μελάνι και του τις πήγε την ώρα που έφευγε. 
Παραξενεύτηκε με το ύφος της γυναίκας του και κατάλαβε ότι κάτι άσχημο συνέβαινε στο σπίτι. 

- Γιωργίτσα, τι γένηκε κι είσαι έτσι; 

- Πολλά γένηκαν άντρα μου, κάτσε να σε πω... 

Μονορούφι ήπιε το κρασί, χωρίς να βάλει μπουκιά στο στόμα του.

- Τι με λες τώρα μπρε γυναίκα; Τα ψήσανε χωρίς να πάρουμε χαμπάρι; Κι αυτός ο άθρωπος, δυο μέτρα μπόι, δεν έπρεπε να έρτει και να με μιλήσει σαν άντρας;

Τώρα θα με πεις, πρώτα κοιτάζεις άμα ταιριάζεις με την κοπέλα κι άμα τα συμφωνήσετε κάμεις κουβέντα με τις δικοί της... Και καλά η δικιά μας, πες που ερωτευτήκανε και πήγανε κι ένα περίπατο που λέει ο λόγος, η Αφρούλα τι ήθελε μες στη μέση για; Τι την είπε τη δικιά μας ο Αντρέας; 
- Την είδε μπρε Λεωνίδα που τους ετσάκωσε! Κατάλαβε που θα γενούτανε ζήτημα και μίλησε την Άννα. Την είπε που βγήκε απέ το σκολειό και τήνε είδε και καλά  τυχαία να πούμε, αμά βλάκας δεν είναι για, κατάλαβε που πήγε εξεπίτηδες για κείνονα. Αφού τόνε περίμενε η δικιά μας, λέει φεύγω που 'χω μια δουλειά, αμά όπως εγύρισε μια το κεφάλι του να 'σου η Αφρούλα παραμόνευε! Σε λέει τώρα βούκινο θα γένουμε, ας την πω τι γένηκε να ξέρει... 

Την επόμενη μέρα, ο Λεωνίδας είδε τον Ανδρέα να κοντοστέκεται στην πόρτα του μαγαζιού και να τον καλημερίζει διστακτικά.
- Καλώς τονε! Έλα, έμπα να πιούμε καφεδάκο! 

- Ξέρετε, κύριε Λεωνίδα, ήθελα να σας μιλήσω...
- Και βέβαια θα με μιλήσεις και πολύ άργησες! 

Η Γιωργίτσα είχε τσιγαρίσει στο λάδι τις τεμαχισμένες σουπιές με το φρέσκο κρεμμυδάκι κι ετοιμαζόταν να ρίξει το σπανάκι και τον άνιθο. Σε ζεστό νερό είχε διαλύσει τον αλατισμένο της τοματοπελτέ κι έτριβε πιπέρι σκεπτική. Οι κόρες της είχαν κλειστεί στο δωμάτιό τους και δεν ακουγόταν η φωνή τους. 
- Να είναι για καλό της άραγε; Είπε την Άννα που θα πάγαινε στο μπαμπά της σήμερα, για να διούμε τι θα γένει... Να 'ναι αυτός το τυχερό της;
Θα πρέπει να μιλήσει και με τη μαμά του, να μας τήνε ζητήσουνε για να πούμε με το λόγο που το πράμα είναι επίσημο... 
Η φωνή του Λεωνίδα στην πόρτα, την έβγαλε απ' τις σκέψεις της. 

- Γιωργίτσα, ήρταμε με το γαμπρό μας να φάμε τις σουπιές! Ίσια με όξω μυρίσανε! 
- Αντρέα, αλήθεια παιδί μου; 

- Ναι κυρία Γεωργία! Μα ο σύζυγός σας βιαζόταν τόσο πολύ, που ούτε λουλούδια δεν πρόλαβα να πάρω, όπως το καλεί η επίσκεψη... 
- Σώπα παιδάκι μου, τι με λες τώρα... Με την ευχή μου αγόρι μου αφού αγαπιούσατε, σκύψε να σε φιλήσω! Η κόρη μας κλεισμένη είναι ακόμα με τη μικρή μέσα κι έχει καταπιεί τη γλώσσα της!  Άνναααααα! Που 'σαι μπρε κόρη μου, ο Αντρέας είναι εδώ! 


Έφαγαν τις σουπιές με χαρές και γέλια και τσούγκρισαν τα ποτήρια τους ευχαριστημένοι. Το μόνο που μπορούσε να χαλάσει την ατμόσφαιρα, ήταν η σκέψη της Τασούλας και της κόρης της αλλά η Γιωργίτσα απέφυγε ν' αναφέρει οτιδήποτε. 
- Τώρα που θα πας στη μαμά σου αγόρι μου, να την πεις ότι την περιμένουμε με χαρά μεγάλη. Άμα και δε μποράει να κάμει τόσο δρόμο που 'χει τα προβλήματα με την υγειά της, τότες θα πάμε εμείς πες την! Και στα στέφανα ακόμα, θα βρούμε μια λύση, να σε καμαρώσει γαμπρό για! 
Η θλίψη στα μάτια του, δεν πέρασε απαρατήρητη.
- Μη στεναχωρεύεσαι Αντρέα μου, όλα καλά θα πάνε, αθρώποι είμαστε και καταλαβαίνουμε... 


<< Αγαπητό μου παιδί...>>
Σκεπτικός ο Ανδρέας, διάβαζε ξανά το γράμμα που του είχε στείλει η μητέρα του και μετρούσε τις μέρες που θα τον έφερναν ξανά κοντά τους.

Περίμενε τις ημέρες των Χριστουγέννων σαν το μικρό παιδί που περιμένει το δώρο του, η ηλικιωμένη γυναίκα. 
Τι να της έλεγε, ότι δε θα πήγαινε τελικά; Και με την Άννα τι θα έκανε, αν δεν ξεκαθάριζε πρώτα τη θέση του; Πως θα κέρδιζε χρόνο, πως θα της το έλεγε, πως θα αντιδρούσε εκείνη; Και οι γονείς της τι θα έκαναν; Το λιγότερο θα χαλούσαν τον αρραβώνα και θα τον πετούσαν έξω απ' το σπίτι, θα είχαν και χίλια δίκια...

- Σε δυο βδομάδες έχουμε Χριστούγεννα Λεωνίδα μου! Χαρά μεγάλη για την Άννα μας έχω, αμά και μεγάλη στεναχώρια με την αδερφή μου και την ανιψιά μου, τι θα γένει; Αλλιώς τα υπολογίσαμε κι άλλα μας βρήκανε άντρα μου... Η Τασούλα φταίξιμο δεν έχει, αμά και πως να έρτουνε για, τήνε καταλαβαίνω που ντρέπεται...

Και καλά εκείνη, η κόρη της είναι η αιτία της παραξήγησης, μήτε η δικιά μας θέλει να τήνε διεί στα μάτια της!  Ξεσηκώθηκε κι η μικρή και τήνε βρίζουνε παρέα, κατάλαβες; Πες με τώρα εσύ τι να κάμω για; Μπρος να πάω σκιάζουμαι, πίσω να πάω φοβούμαι... 

Ξεφυσούσε κι αναστέναζε η Γιωργίτσα που έβλεπε τις μέρες να ζυγώνουν κι είχαν γίνει μαλλιά κουβάρια οι δυο οικογένειες. Αν δεν ήταν τα αλληλοκαλέσματα στη μέση, θα είχε χρόνο να το αντιμετωπίσει, τώρα ήταν σε αδιέξοδο...
- Τι να σε πω κι εγώ μπρε γυναίκα, δεν ξεύρω... Να έρτουνε το αντρόγυνο με το γιο τους και να πούνε που η κόρη είναι άρρωστη; Το σκέφτηκα κι αυτό αμά δεν έχει λογική για! Τι να πούνε στις άλλοι, τήνε αφήκαμε στα χάλια της και ήρταμε να φάμε και να πιούμε; Κι άιντε να σε πω που το κάμανε, την Καλή Βραδιά που είναι να πάμε εμείς εκεί τι θα γένει; Θα αφήκουμε τις θυγατέρες μας πίσω μονάχες τους; Τι την ήρτε κι αυτή την Αφρούλα να πάει να κάμει τέτοια πράματα, παρφούμες και κουνήματα τον Αντρέα... Κι εμείς έχουμε τα δίκια μας, αμά κι αυτή η αδερφή σου για κλάματα είναι για! 
- Να σε πω μπρε άντρα μου, κάτι με γυρίζει στο μυαλό μου... Να πάγαινα μια ως την Τασούλα, αμά κρυφά απέ τις κόρες μας... 

- Αυτό θα σ' έλεγα μπρε Γιωργίτσα μου κι εγώ! Άμε στης αδερφής σου, μη νομίζει που την κρατάς κακία κιόλας, αμαρτία είναι για! 

- Θα πάω άντρα μου! Αμά, πρόσεχε μη σε ξεφύγει κιχ στις μικρές, καήκαμε!








Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Μπρε, λες να είχε δίκιο η Τασούλα;



- Τι είπες; Είσαι και σίγουρη; Πως, τι είπε η ξαδέρφη μας και το κατάλαβες; 

- Σους κι εσύ, μίλα πιο σιγά μη μας ακούσουν όλοι! Θα σε τα πω! 


Η νεαρή ξαδέρφη τους η Αφροδίτη, Αφρούλα τη φώναζαν, ήταν μια χαριτωμένη κοπέλα που όμως είχε πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό της.

Πεισματάρα κι εγωίστρια, πρόσεχε πολύ την εμφάνισή της και ήθελε να ξεχωρίζει σαν η πιο όμορφη, καλοντυμένη και ταλαντούχα. Ήξερε δυο ξένες γλώσσες, έπαιζε βιολί, αγαπούσε πολύ την ποίηση, έτσι έλεγε κι άφηνε διάφορα βιβλία σε συγκεκριμένα σημεία στο σπίτι, για να τα βλέπει όποιος μπαίνει και να δείχνει την  πνευματική της καλλιέργεια. Με τις άλλες ξαδέρφες της δεν είχε ποτέ ιδιαίτερα στενή σχέση, γιατί πάντα ήταν καλεσμένη σε σπίτια καλά, που σύχναζαν άνθρωποι ανώτεροι. Πανέξυπνη, έβρισκε πάντα ένα τρόπο να μαθαίνει τι γίνεται στις παρέες των πλουσιοκόριτσων κι είχε πάντα να διηγηθεί συμβάντα με πολλές λεπτομέρειες, που φυσικά ήταν μόνο στη φαντασία της. Είχε μάθει που σύχναζαν, σε ποιο κομμωτήριο πήγαιναν, από που ψώνιζαν ρούχα.

Όποτε ήθελε να κόψει τα μαλλιά της, έβλεπε από τη μεγάλη τζαμαρία ποιες ήταν μέσα και πήγαινε κι εκείνη, έτσι γνώρισε κάποιες απ' αυτές, έμαθε τα ονόματά τους, είχε και μια καλημέρα μαζί τους. Τις ώρες που κουρεύονταν και χτενίζονταν, είχα μάτια κι αυτιά ανοιχτά και ρουφούσε κυριολεκτικά κάθε τους λέξη. 






- Την περασμένη εβδομάδα, με κάλεσε η Δάφνη, ξέρετε, η κόρη του βιομηχάνου του Κιοσέογλου, να πιούμε τσάι στο σπίτι της. Δυστυχώς δε μπόρεσα να πάω, φοβήθηκα να κάνω τόσο δρόμο με τα χιόνια. Οι άλλες οι φίλες μου που μένουν πιο κοντά και πήγαν, μου είπαν ότι πέρασαν πολύ ωραία!

Και τι δεν τις σερβίρισε η υπηρεσία τους, μεγάλη ποικιλία από γλυκά, κουλουράκια πολλών ειδών, πίτες γλυκές, όλα σε σερβίτσιο ασημένιο! Πολύ θα ήθελα να τις καλέσω κι εγώ στο δικό μας το σπίτι, αλλά η μαμά μου ακόμα ν' αλλάξει τα χαλιά μας... 

- Γιατί ν' αλλάξετε τα χαλιά σας βρε Αφρούλα, τι έχουν;
- Γιατί μόνο τα δύο είναι ακριβά και στο δωμάτιό μου είναι ένα πιο απλό. Δε μπορεί να με σχολιάζουν οι άλλες! 

- Απέ τα χαλιά σας θα σε σχολιάσουνε; Μια χαρά σπίτι έχετε, ωραίο και νοικοκυρεμένο!
- Ε... Καλό είναι, δε λέω, αλλά για τις φιλενάδες μου δεν κάνει... 


Ήξερε βέβαια ότι η μητέρα της δε θα έμπαινε σε τέτοιο έξοδο αφού δεν υπήρχε λόγος και το έβρισκε σαν την πιο κατάλληλη δικαιολογία.

Πολλές Κυριακές που έκαναν μακρινές βόλτες με τους γονείς τους, φρόντιζε να πηγαίνουν στις ακριβότερες συνοικίες και τους έδειχνε τα σπίτια τους. Δυο τρεις φορές, έτυχε να συναντηθεί με κάποια απ' τα κορίτσια κι όπως ήταν φυσικό χαιρετήθηκαν. Αμέσως άλλαζε και το ύφος και η διάθεσή της. 

Η Άννα κι η Ευθυμία χασκογελούσαν με τη μητέρα τους, όσο έβλεπαν τα καμώματα της Αφρούλας.
- Πάει, την ψώνισε για τα καλά η ξαδερφούλα μας! Κοιτάτε μύτη που σήκωσε, άμα πέσει κάτω δε θα σκύψει να την πιάσει!
- Γι' αυτό μπρε σεις δεν καταδέχεται να βγαίνει περίπατο μαζί σας, πάει με τις φιληνάδες της τις πολύ πλούσιες! Αμά και με τα ρούχα έχει γούστο, που λέει όλο που πάει και ψουνίζει απέ αλλού μαζί τους! Μπρε την παλαβή την αξαδέρφη σας! Χα χα χα χα χα! 


Τα σχέδια ξεσήκωνε η Αφρούλα και της τα έραβε η μητέρα της. Στο κομμωτήριο δήλωνε ότι έχουν μια ακριβοθώρητη ράφτρα που μένει λίγο πιο έξω απ' την Πόλη κι έχει έρθει από το Παρίσι. Αυτή ανέλαβε μητέρα και κόρη και τη χρυσοπληρώνουν. Η Τασούλα ήξερε τα καμώματα της κόρης της, αλλά κάπου μέσα της πίστευε ότι έτσι θα εξασφάλιζε ένα καλό, πλούσιο γάμο. 


- Οι καλοί γαμπροί Γιωργίτσα μου, δεν παγαίνουν στις ταβέρνες να μπεκρουλιάζουνε και ν' ακούνε τα μανέδια! Στα καλύτερα συχνάζουνε κι εκεί γίνουνται και οι γνωριμίες! Ακούνε μουσική Ευρωπαϊκή, τρώνε φιλέτα με σάλτσα άσπρη μαζί με καρότα και πατάτες στον αχνό, πίνουνε κρασιά ακριβά και σαμπάνιες, όχι τις παστουρμάδες, τις μπριζόλες και τις σκορδαλιές με τα μισόκιλα απέ το βαρέλι! Άμα θες να κάμουνε οι κόρες σου καλούς γάμους, κατά κει να παγαίνετε, να τις διούνε και να τις μάθουνε! Θα λένε να, οι αδερφές Κωνσταντινίδου με τη μητέρα τους, μεγάλο πράμα είναι αυτό σε λέω! 
- Δε βαριέσαι μπρε Τασούλα μου, τυχερά είναι όλα στη ζωή. Έπειτα μικρές είναι ακόμα, στη γύρα για γαμπροί θα τις βγάλω για; Κι οι δικοί μας οι άντρες που δεν τα τρώνε στον αχνό κι αγαπούνε τα μεζελίκια, άσκημα μας πέσανε; Μακάρι να βρούνε αθρώποι σαν και τον πατέρα τους, δουλευτάδες, τίμιους και καλούς χριστιανούς, να φκιάσουνε σπιτικά νοικοκυρεμένα. Σάματις αυτό δε θέλει η κάθε μάνα; 
- Ε, ναι, καλοί αθρώποι να 'ναι και να στέκουνε καλά απέ παράδες, να ζήσουνε ωραία... 



Δυο χρόνια μεγαλύτερη από την Άννα η Αφρούλα, γοητεύτηκε με την εμφάνιση και τους τρόπους του Ανδρέα, που είχε ευγένεια και χάρη ακόμα και στις κινήσεις του. Διέκρινε έναν αέρα υπεροχής στο όλο παρουσιαστικό του, ομορφιά κι αρρενωπότητα σπάνια. Οι γνώσεις του σε όλα τα θέματα που συζητούσαν την εξέπληξαν και ήθελε οπωσδήποτε να ξαναβρεθούν. 

- Να, εκεί στην κουζίνα που μπήκε για λίγο, τάχα να βοηθήσει τη μαμά, άρχισε να με ρωτάει με τρόπο τι ξέρουμε για εκείνον. Τι παράδες βγάζει, τι περιουσία έχει, αν μας μίλησε για καμιά γυναίκα που έχει δεσμό και τέτοια. Την είπα που είναι ελεύθερος κι έχει δυο σπίτια, ρώταγε τη μαμά πως είναι αυτό που τον άφησε η θεία του, πόσα δωμάτια, τι πράγματα, τι έπιπλα, τα πάντα σε λέω! Μετά με είπε που θα τόνε καλέσουνε και στο δικό τους το σπίτι, να τον κάνουνε το τραπέζι. Κι όταν η μαμά την ρώτησε για ποιο λόγο, τι την απάντησε λες; Έχει πολλά να πει και με τον αδερφό μου αλλά και μ' εμένα, έχουμε πολλά κοινά! 
- Ώστε έτσι, ε; Τον Ανδρέα μου έβαλε στο μάτι η φαντασμένη; Θα τον μιλήσω την Τρίτη που θα τόνε δω, για τα κασκόλ θα πάμε, ξέρεις...
- Ξέρω, ξέρω! Και τι θα τον πεις μπρε Άννα, άμα σε καλέσουνε να μη πας;

- Ναι! 



Συναντήθηκαν την Τρίτη κι η Άννα του μίλησε ειλικρινά. Εκείνος την καθησύχασε κι ευτυχώς που δεν είδε τη λάμψη που πέρασε από το βλέμμα του. 

Η περίοδος πριν τα Χριστούγεννα, προέβλεπε πάντα πολλές εξόδους στα μαγαζιά κι έτσι οι συναντήσεις τους πύκνωσαν. Η Γιωργίτσα διέκρινε μια αλλαγή στη συμπεριφορά της κόρης της κι αυτό την έκανε να πιστέψει ότι δεν της ήταν αδιάφορος ο δάσκαλος.
- Μπρε, λες να είχε δίκιο η Τασούλα; Μπας και την αρέσει και την κόρη μου και στολίζεται όλη μέρα; Γι' αυτό δεν τήνε προλαβαίνουμε στα λούσα και τ' αρώματα; Τι να πω, αν είναι για καλό της... Θα διούμε πως θα πάει το πράμα... Απέ την άλλη όμως, σκέπτουμαι και την ανιψιά μου, να διεις που τήνε αρέσει κι εκείνηνα, γι' αυτό ελύσσιαξε να τόνε καλέσουνε στο σπίτι τους... Σιγά μη και την κόφτει η σπουδή του αδερφού της! Θα πάω μια στης Τασούλας να μάθω τι γένεται! 

Η Αφρούλα προβάριζε το πράσινο ταφταδένιο φόρεμα που έραβε για την Καλή Βραδιά. Η μητέρα της καρφίτσωνε το στρίφωμα, όταν χτύπησε η πόρτα. 
- Πω πω πω ομορφιές! Τι ωραίο πράμα είναι αυτό καλέ; Για που ετοιμαζούσαστε και ράβεσαι Αφρούλα μου;

- Αφροδίτη σε είπα να με λες καλέ θεία! Για την Καλή Βραδιά ράβομαι, τόσο κόσμο θα έχουμε καλεσμένο, εσείς έχετε ρούχα;
- Πως, βέβαια έχουμε, οι ξαδερφάδες σου τα ψουνίσανε κιόλας! Εγώ ράβω ένα μπλε ταγέρ, με άσπρη γούνα στο γιακά και θα πάρω κι ένα πουκάμισο με νταντέλες που είχα διει... Την άλλη βδομάδα, θα πάμε κι οι τρεις για παπούτσια και παλτό! Τασούλα, πόσοι θα έρτουνε τελικά;
- Μμμμ... Ίσα με είκοσι νοματαίοι θα ήμαστε... Περιμένω να με απαντήσουνε και οι κουμπάροι μου, αν έρτουν σε μας ή θα πάνε στης αξαδέρφης τους, θα διούμε... Κάτσε να τη βοηθήσω μια να το βγάλει μη τσιμπηθεί και να ψήσω καφεδάκια!
- Τα Χριστούγεννα Τασούλα, ζυγώσανε, διε πως περνάει ο καιρός... Θα έρτουνε και τα κουνιάδια μου κι η πεθερά μου, να πω και την κυρά Μέλπω που θα 'ναι μοναχιά της, να φάμε όλοι μαζί παρέα χρονιάρα ημέρα. Γύρευε πότε θα γυρίσουνε άντρας και γιοί απέ τα ξένα, αμαρτία είναι για! Κανένας άθρωπος μην αξιώνεται να μείσκει μονάχος του... 
- Έτσι είναι Γιωργίτσα μου, οι μέρες αυτές θέλουνε την οικογένεια μαζωμένη... Κι άμα δε γένεται αυτό, κάπου να παγαίνουνε για να νιώσουνε τη ζεστασιά... 
Δε με λες, θα καλέσετε και το δάσκαλο που 'ναι μονάχος του; Άμα είναι, να έρτει και σε μας την Καλή Βραδιά, να μη μείκει σαν το κούτσουρο για! 
Αλήθεια, τόνε είδατε ξανά; Σκεπτούμουνα αυτά που λέγαμε... 

- Όχι, εμείς δεν τόνε είδαμε απέ κείνη τη μέρα. Στο μαγαζί πάει ταχτικά όμως και πίνουνε καφεδάκο με το Λεωνίδα. Είναι το σκολειό κοντά και παγαίνει για τα σχετικά, με το Νέο Χρόνο θα ξεκινήσει για! Τόνε παράγγειλα με τον άντρα μου να κάμει τα Χριστούγεννα μαζί μας, αμά δε θα είναι εδώ, θα πάει στο σπίτι του να κάτσει με τη μαμά του τις μέρες τις καλές τον είπε. Ε, σωστά θα κάμει για! Κατά τις τρεις του Γενάρη θα 'ρτει πάλι... 



Η Αφρούλα πέταξε με δύναμη το κουταλάκι στον τοίχο της κουζίνας, ξαφνιάζοντας τις δυο γυναίκες που συζητούσαν ήρεμα πίνοντας τον καφέ τους. 
- Τι έγινε μπρε κόρη μου, τι σ΄ έπεσε; 
- Τίποτα, εντάξει μαμά! 
Η δυνατή, αγριεμένη φωνή της, τάραξε την ηρεμία του σπιτιού. Έκανε όνειρα για τη μέρα των Χριστουγέννων και το βράδυ της Πρωτοχρονιάς, είχε κανονίσει και την τελευταία λεπτομέρεια της εμφάνισής της για να τον εντυπωσιάσει κι αυτός θα έφευγε... Έπρεπε να δράσει άμεσα λοιπόν! 
- Μαμά, λεφτά θέλω να με δώσεις, να πάω στο μυροπωλείο! Θα αργήσω να ξέρεις, θα περάσω κι από της Ζανέτ να δω τι καπέλα έφερε! 

- Τώρα θα πας μπρε παιδάκι μου; Θα φάμε σε λίγο για! 
- Ναι, τώρα θα πάω, να πάρω λίγο αέρα θέλω! 

Ντύθηκε κομψά κι έφυγε βιαστική χαιρετώντας μαμά και θεία. Το πανέξυπνο μυαλό της, κατέβαζε τη μια ιδέα μετά την άλλη. Αυτό τον άντρα ήθελε να τον κατακτήσει και θα έκανε τα πάντα για να το πετύχει. Τις τόσο καλές του σχέσεις με την οικογένεια της θείας της, τις είδε σαν ένα σκαλοπάτι για να γνωριστούν και να έρθουν πιο κοντά, αλλά θα φρόντιζε με κάποιο τρόπο να τον απομακρύνει και να τον τραβήξει στο δικό τους σπίτι. Οι εορταστικές μέρες ήταν η κατάλληλη ευκαιρία, αλλά δυστυχώς εκείνος είχε άλλα σχέδια κι αυτό την απογοήτευσε πολύ... 
Μπήκε στο μυροπωλείο κι αγόρασε πομάδα αρωματική κι ακριβή κολόνια. Βγαίνοντας, έβαλε άφθονη στα χέρια και τα ρούχα της και πήρε το δρόμο για το σχολείο, που σίγουρα αυτή την ώρα θα έβλεπε τον Ανδρέα. Πέρασε από το σοκάκι που ήταν το μαγαζί του θείου της και κοίταξε με τρόπο, για να βεβαιωθεί ότι εκείνος δεν ήταν μέσα. Άρα, είχε υπολογίσει σωστά την ώρα! 
Κρυμμένη πίσω από το μεγάλο αυτοκίνητο που μετέφερε τρόφιμα στα μπακάλικα, είδε τον Ανδρέα να βγαίνει χαμογελαστός από το σχολείο, χαϊδεύοντας το κεφάλι ενός παιδιού. Έβαλε κι άλλη κολόνια στα χέρια κι εμφανίστηκε μπροστά του την ώρα που εκείνος περνούσε στον απέναντι δρόμο. 
- Ω! Δεσποινίς Αφροδίτη! Τι ευχάριστη σύμπτωση να σας συναντήσω! Είστε καλά; 

Του έδωσε το χέρι της που δεν είχε ακόμα καλά καλά στεγνώσει κι εκείνος το άγγιξε απαλά με τα χείλη του. 
- Μυρίζει υπέροχα! 
- Ε... Ναι, είχα πάει στο μυροπωλείο ξέρετε... Βγήκα για τα ψώνια μου κι εδώ κοντά είναι η καπελού, αλλά η ώρα πέρασε και...
- Ναι, ναι, καταλαβαίνω! Χαρά μου που σας συνάντησα, πως είναι η οικογένειά σας, όλοι καλά;


Περπάτησαν αρκετή ώρα, συζητώντας για το σχολείο, τις σπουδές της, τις μέρες που έρχονταν.
- Λυπάμαι πολύ που δε θα μπορέσω να έρθω, ευχαριστώ πολύ πάντως για την πρόσκληση, Αφροδίτη! Έχουμε γνωριστεί καλά πια, ας μη μιλάμε στον πληθυντικό, ε; Και τώρα θα με συγχωρέσεις, αλλά πρέπει να πάω σε κάποιες δουλίτσες, θα τα πούμε ξανά, μ' αρέσει πολύ η παρέα σου!
Έφυγε βιαστικός προς το μεγάλο δρόμο και μπήκε σ' ένα στενό. Η Αφρούλα τον ακολούθησε, περίεργη για τις δουλίτσες που είχε μεσημεριάτικα. 
Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι της όταν τον είδε να συναντιέται με την Άννα! Την αγκάλιασε και τη φίλησε!

- 'Ωστε έτσι, ε; Τα ξέρει η μαμά σου; Αποκλείεται! Θα τα μάθει τώρα! 

Έφυγε φουριόζα και νευριασμένη για το σπίτι της θείας της. Η Γιωργίτσα με τα μπικουτί στα μαλλιά ανακάτευε τις φακές στον τέντζερη. Κρεμμύδια σχετικά  χοντροκομμένα, δυο φύλλα δάφνη, σκόρδο και μπόλικο λάδι. Ντομάτα δεν έβαζε, έτσι ήταν πιο νόστιμες. 
- Μπρε! Καλώς το μου, που βρέθηκες εδώ Αφρούλα μου; Αχ! Αφροδίτη ήθελα να πω, τι να κάμω, η συνήθεια! 

- Θεία, έχω να σε πω κάτι πολύ σοβαρό! 
- Τι συμβαίνει παιδάκι μου; Με τρομάζεις! Έπαθε κάποιος τίποτις;
- Η Άννα θεία...
- Παναγιά μου! Τι έπαθε το παιδί μου; 
- Καλά είναι στην υγεία της θεία, μην ανησυχείς, τίποτα δεν έπαθε... Άλλα πράματα κάνει και μάλλον δεν τα ξέρεις!

- Τι κάμει το παιδί μου, για πες με!
- Βγαίνει ραντεβού με τον Ανδρέα, το δάσκαλο!
- Τι έκαμε λέει; Ποιος σε τα είπε αυτά τα πράματα Αφρούλα;
- Κανείς δε με τα είπε θεία, τους είδα πριν λίγο με τα ίδια μου τα μάτια! Συναντήθηκαν μπροστά στην παλιά αποθήκη, αυτή που είναι κοντά στο σχολείο.
- Και που βρέθηκες εσύ στην αποθήκη; Μαγαζιά με ρούχα κι αρώματα δεν έχει απέ κει, ξύλα και σίδερα μονάχα! 


Η Αφρούλα κόμπιασε για μια στιγμή, μη ξέροντας τι ν' απαντήσει στη θεία της, που άθελά της την είχε φέρει σε δύσκολη θέση. Κατάλαβε ότι θα μπερδεύονταν τα πράγματα, χώρια που θα έπρεπε να λογοδοτήσει και στη μητέρα της. Προσπάθησε να τα μπαλώσει όπως όπως. 
- Για τα μαγαζιά είχα βγει, μετά το μυροπωλείο θα πήγαινα στην καπελού...

- Πες με για την αξαδέρφη σου και μετά θα με τα πεις κι αυτά! Κομμάτι παράξενα με φαίνουνται... Λέγε!
- Ε... Περνούσα όπως σε είπα κι εκεί που χάζευα τους είδα μαζί...
- Και; Πες με και μη με σκάζεις! 
- Την έπιασε το χέρι και τη φίλησε... Είπα να τρέξω να σε το πω μη και δεν το ήξερες, μητέρα είσαι και πρέπει να γνωρίζεις τι γίνεται...
- Φυσικά και πρέπει να ξέρω! Κι εγώ κι η μαμά σου! Και μη με πεις που δε σε άρεσε ο Αντρέας Αφρούλα, ναι; Και καλά η Άννα, κάτι σα να 'χε καταλάβει η μαμά σου που τήνε καλόβλεπε, στο σπίτι μας μπαίνει, δε θα μας γελάσει και δε θα τήνε εκθέσει! Άμα αγαπιούνται, με την ευχή μου! Με σένανε να διούμε τι γένεται κοκόνα μου! Στάσου μια να βγάλω αυτά απέ το κεφάλι μου και πάμε σπίτι σου να τα βάλουμε κάτω! 

Σοκαρίστηκε η Αφρούλα με την αποκάλυψη, ότι η μητέρα της είχε καταλάβει αυτό που κανείς δεν ήξερε!

-Τι το 'θελα και ήρθα; Το μπελά μου θα βρω τώρα...