.

.
.

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Α! Σμυρνιές...



Δεκαεννέα χρονών ήταν ο Στάθης όταν ξύπνησε το πρώτο πρωινό στο νέο τους σπίτι στην Κοκκινιά με το τραγούδι της κυρά - Λούλας της Σμυρνιάς. Μιας ζουμερής μελαχρινής γυναίκας που και στον ύπνο της ακόμα ήθελε τα χείλη της να είναι βαμμένα κατακόκκινα. 
- Ανάσκελα κοιμούμαι για δυο λόγους! Ένας για να μην ηκάμει ζάρες το καρέ μου με τον ύπνο τον πλαγιαστό κι ένας για να μην ηφύει το κραγιόνι απέ τον στόμα μου κι ηλερωθεί το μαξιλάρι μου που αίμα θα ηφτύσω για να καθαρίσει! 
Δυο γιους μικρούς και μια κόρη στα δεκάξι είχε η Λούλα. Έμεναν δίπλα από την Αθανασία, σε μια αυλή με άλλες τρεις οικογένειες προσφύγων. Φτωχοί αλλά προκομμένοι άνθρωποι, ήσυχοι, πολύ καθαρές και νοικοκυρές οι γυναίκες. Μία και μοναδική τουαλέτα χρησιμοποιούσαν όλοι,"το μέρος" ή "αποχωρητήριο" όπως την έλεγαν που ήταν στην άκρη, μ' ένα μικρό παραθυράκι.  Ένα, το πολύ δυο δωματιάκια με το κουζινάκι ήταν το σπιτικό τους. Καθαρό, σκουπιζόταν και σφουγγαριζόταν καθημερινά, όπως και η ασβεστωμένη αυλή με τις γλάστρες που άνθιζαν πολύχρωμα λουλούδια και στο τέλος έριχναν το σαπουνόνερο στο πεζοδρόμιο. Από την κοινή βρυσούλα έπαιρναν νερό για τη λάτρα και το μπάνιο και γέμιζαν το μουσλούκιπάνω από τον τσιμεντένιο νεροχύτη. Λίγο λίγο έτρεχε το νεράκι ίσα για το μαγείρεμα και το πλύσιμο των πιάτων. 


- Μαμά, τι λες να ψήσω σήμερα; Πατετούλες με καμιά μελιτζάνα και πιπεριά στο τηγάνι με σαλτσούλα σκεφτόμουνε, τι λες;
- Ό,τι θες παιδάκι μου, τον άντρα σου και τα παιδιά να χορτάσεις κι εγώ ούλα τα τρώγω... Φέρε με να τσ' ηκαθαρίσω εδώ να στο σκαμνάκι και τρίβε τσι ντομάτες εσύ. 
Η κυρά - Διονυσία έδεσε τη μπροστοποδιά κι έπιασε δουλειά με το μαχαίρι, φωνάζοντας στην κόρη της να κλείσει την κάμαρά της για να μη μπει πάλι η γάτα και μαγαρίσει. Ένα δωματιάκι μικρό που παλιά ήταν αποθήκη, το καθάρισαν, το έβαψαν, κρέμασαν κουρτινάκια πλεχτά, το έκαναν κυριολεκτικά αγνώριστο και φιλοξενούσε σχεδόν μόνο τα βράδια τη μάνα της Λούλας. Όλη μέρα ήταν μαζί, από το πρωί που έπιναν τον πρώτο καφέ τους μέχρι τους επόμενους δυο, πριν το φαγητό και το απόγευμα με παρεούλα τις γειτόνισσες. 
Βασανισμένη και χαροκαμένη γυναίκα, έχασε τον άντρα και το μεγάλο της γιο από τούρκικο μαχαίρι, λίγο πριν μπούνε στη βάρκα να γλυτώσουν όταν η Σμύρνη τυλίχτηκε στις φλόγες. Εύποροι άνθρωποι με όνομα καλό, ζούσαν αξιοπρεπώς σε σπίτι μεγάλο και ωραίο με όλα τους τα καλά. Μαγαζί με τρόφιμα σε δρόμο κεντρικό που είχε δυο υπαλλήλους για να εξυπηρετούν τον κόσμο που μπαινόβγαινε, άφηνε αρκετούς παράδες κέρδος. 
Όταν άρχισε να διαδίδεται πως μάλλον θα ερχόταν μεγάλο κακό πολλοί άνθρωποι άρχισαν να μαζεύουν και να κρύβουν. Η Λούλα ήταν βρέφος όταν τη σήκωσε η μάνα στην αγκαλιά της και πήραν το δρόμο για τη σωτηρία. Ο πατέρας με το γιο φορτώθηκαν λεφτά και ό,τι πολύτιμο μπορούσαν να σηκώσουν κι ακολούθησαν τρέχοντας. Τα κλειδιά του σπιτιού τα είχε στον κόρφο της η Διονυσία μ' ένα πουγκάκι λίρες. 
- Τι ηγινούτανε... Μην αξιώνει ο Θεός... Με το μωρό να κλαίγει και να με φωνάζουνε άντρας και γιος να βγάλω τα δαχτυλίδια για θα μ' ηκόβανε οι Τούρκοι τα δάχτυλα... 
Δυο δαχτυλίδια, μια χοντρή καδένα με μεγάλο σταυρό κι ένα ζευγάρι σκουλαρίκια κρεμαστά, φορούσε πάντα η Διονυσία νύχτα και μέρα. Αυτά ήταν τα καθημερινά. Τις γιορτές τα άλλαζε, βάζοντας τα βαριά, καλά της κοσμήματα. 
- Για να φανούνε οι καλές μέρες! Και στην εκκλησία οι κυράδες ηνοίγανε τα παλτά τως να φανούνε οι καδένες και στα βίζιτα για τσι ονομασίες ούλες κοιτάζανε τι ηκρεμούντανε απέ τα καρέ μας, τα αυτιά, τα χέρια... Το γλυκό σου ήτρωγες και σ' ηπαρατηρούσανε ολάκερη! Οι αντράδες μας πάντα για την Πρωτοχρονιά μας ηκάμανε δώρο μαλαματένιο! Και λίγο πιο πτωχοί που ήτουνε πολλοί, με δόσεις τα ήπαιρναν για να ηφχαριστήσουνε τσι γυναίκες τως

Δεν πρόλαβε να μπει με το μωρό στη βάρκα και το κακό έγινε. Τα δυο μπαουλάκια με τα χρυσαφικά, τα βαριά ασημικά και τα μασούρια με τις χρυσές λίρες πέρασαν στα χέρια των τριών φονιάδων. Πατέρας και γιος αντιστάθηκαν κι έπεσαν νεκροί από τις μαχαιριές τους. Η ξαδέρφη της Διονυσίας που είδε το διπλό φονικό έπαθε νευρικό κλονισμό. Με το ζόρι την έριξαν κυριολεκτικά δίπλα της όταν άρχισε να ξεμακραίνει η βάρκα κι εκείνη το έμαθε από το θρήνο και τα απελπισμένα ουρλιαχτά της... Πισωγύρισμα δεν υπήρχε... 
Έφτασαν στο λιμάνι σε άθλια κατάσταση, άλλοι δοξάζοντας την Παναγία που τους βοήθησε κι άλλοι μοιρολογώντας τους χαμένους της φαμίλιας τους. Η εξαδέλφη πήρε τη Διονυσία με το μωρό και ρωτώντας έφτασαν στην Κοκκινιά, σε μια παράγκα δίπλα στο χαμόσπιτο μιας θείας τους. Νωρίτερα έφυγε εκείνη ακολουθώντας τα παιδιά της που φοβήθηκαν για το μέλλον τους. Οι υπόλοιποι που έμειναν πίσω ήλπιζαν δυστυχώς... 
- Καλά που είχαμε τη θεία μας, τι θα ηγινούμαστανε; Τσι άλλοι αθρώποι που δεν είχανε τίποτες και κανένανε, τσ' ητραβούσανε απέ δω κι απέ κει με τα μωρά και τσι γέροι... 
Εγώ ήφτασα πολύ άρρωστη, μήτε ήξευρα πού ήμαστανε. Μέρες με ήκαιγε ο πυρετός και τσ' ήκλαιγα και τσι δυο... Απέ τη στιγμή που ήκουσα για τον άντρα και το παιδί μου, τα ρούχα μου ηξέσκισα και το μωρό το ήπιασε μια γυναίκα εκεί, την ώρα που λιγοθύμισα... Κάτου θα ήπεφτε το βρέφος και το 'χανα κι αυτό...  Κι η αξαδέρφη μου τσιρίδες και κακό, η μια απάνου στην άλληνα ημαστάνε...  

Το πουγκάκι που είχε μείνει στον κόρφο της μέσα στο μπούστο, βοήθησε μάνα και κόρη να χωθούν σ' ένα καμαράκι το Χειμώνα και να μη πεινάσουν. Αγόρασε σόμπα, στρώμα,  κουβέρτες, ένα τραπεζάκι με δυο καρέκλες, μια γκαζιέρα, ένα τσουκαλάκι, όλα μεταχειρισμένα. Μια σκάφη, σαπούνι, δυο αλλαξιές και μαύρο φουστάνι με μαντήλι.
- Η θειά μας ό,τι παράδες είχε φέρει στσι γιοί της υπήγαν για να κάμουνε δουλειά μπας κι ηφτιαχνούνε. Τα χρέγια τσ' είχανε πνίξει και μήτε φωτίτσα δεν είχανε να ανάψουνε. Τσι ζέστανα και τσι τάισα. Και την ψυχή μου ακόμα θα τσ' είχα χαλαλίσει! Στο ημεροκάματο με τα μάτια μου πάντα κλαμένα και μόνη παρηγοριά το κοριτσάκι μου ηπέρασα ούλα μου τα χρόνια. Οι παράδες που είχα αποκούμπι ηκάμανε φτερά μια μέρα από χέρι άτιμο! Ποιόνε να κατηγορήσω που ήτουνε ούλοι σε ανάγκη, με λες;
Στο μεροκάματο κι η Λούλα μόλις ξεπετάχτηκε. Τσαχπίνα και πάντα γελαστή, έδινε κουράγιο στη μάνα της και την αγαπούσαν όλοι στη γειτονιά. Βρέθηκε κι ένα καλό παιδί, προσφυγόπουλο κι αυτό κι αγαπήθηκαν. Η μάνα τους έδωσε την ευχή της και μετακόμισαν στην αυλή λίγο πριν το γάμο. 



Το παράθυρο της Αθανασίας έβλεπε στην αυλή τους. Η Λούλα σήκωσε το κεφάλι κι άστραψε το πρόσωπό της.
- Καλημέρα σας, καλώς ήρθατε! 
- Καλημέρα σας, μερσί! Εσείς τραγουδούσατε κυρία μου; 
- Εγώ, εγώ! Η φτώχεια θέλει καλοπέραση που λένε, ε;
- Ναι, έτσι λένε όλοι οι φτωχούληδες... Εμείς ήρθαμε από την Αθήνα, για να είναι κοντά στο γραφείο του στο λιμάνι ο άντρας μου, αλλά στο Λυκαβηττό χτίζουμε! Ζούσαμε στο εξωτερικό χρόνια και προσπαθώ να συνηθίσω εδώ, καταλαβαίνετε... 
- Πως, πως, καταλαβαίνω! Όπου και να πας, σαν την πατρίδα σου δεν είναι πουθενά, κυρία;
- Μαντάμ Νάνσυ!
- Χαίρω πολύ, Λούλα με λένε εμένα! Από τη Σμύρνη είμαστε!
- Α! Σμυρνιές... 
- Ναι, βέβαια, όπως κι οι περισσότερες γειτόνισσες εδώ πέρα! 
- Αλήθεια, ε; Δεν το ήξερα... 
- Να ιδείτε τι καλά που θα περάσετε, απλοί και καλοί αθρώποι είμαστε ούλοι, μια οικογένεια!

Φιλότιμη όπως όλες οι Σμυρνιές, έπιασε μαγιά κι αλεύρι να κάνει τηγανίτες για το καλωσόρισμα της γειτόνισσας. Πλούσιες στη γεύση, με γιαούρτι και αυγά, ροδοψήθηκαν κολυμπώντας στο λάδι. Ζέστανε το μέλι και τις έλουσε έτσι ζεστές, πασπαλίζοντας μπόλικη κανέλα. Φώναξε την κόρη της που έτριβε τον πιπερόμυλο να γυαλίσει. 
- Σιάξε κομμάτι τα μαλλιά σου και να πας το πιάτο στη μαντάμ Νάνσυ δίπλα. Για να είναι γλυκιά η ζωή τους εδώ πες τση! Άμε Αννίκα μου κι ηβγάζω και τα δικά σας! 
Χτύπησε διακριτικά την πόρτα της άγνωστης γυναίκας κι άνοιξε ο Στάθης. Το κορίτσι ντράπηκε και με τα μάτια χαμηλά του έδωσε διστακτικά το πιάτο.
- Η μαμά μου σας το στέλνει, για το καλό που ήρθατε... 
Κάρφωσε τα μάτια του στο καθαρό προσωπάκι της με τα μεγάλα μαύρα μάτια. Τα μαλλιά της πυκνά και σγουρά, συγκρατούσε ένας μεγάλος άσπρος φιόγκος
- Ευχαριστούμε πολύ! Πέρασε μέσα και πες μου πώς σε λένε; 
Η μαντάμ Νάνσυ είχε πάει στο μανάβη και ήταν μόνος στο σπίτι. Η Αννίκα δεν έμεινε σχεδόν καθόλου μόνη μαζί του, ευγενικά τον χαιρέτισε κι έφυγε βιαστικά. 

Ο Στάθης έτσι λιχούδης όπως ήταν, ετοιμάστηκε να ορμήσει στις ζεστές τηγανίτες όταν επέστρεψε η μητέρα του. Τις φωνές της άκουσε η δίπλα αυλή κι όλη η γειτονιά... 
- Ποιος σου είπε να κρατήσεις το πιάτο, ε; Τι μας περάσανε, για τίποτα ανθρωπάκια που πηγαινοφέρνουνε φαγιά και γλυκά; Γυναικούλα είμαι εγώ; Θα τους τα πάω πίσω!
- Τι λες καλέ μαμά, δεν είναι σωστό! Τέτοια προσβολή, ντροπή είναι! 
- Ντροπή είναι που τα κράτησες! Ακούς εκεί να μας φέρνει πιάτα η Λούλα η Σμυρνιά...
- Η κόρη της ήταν... 
- Α! Την έμπασες μέσα; Αυτό δα μας έλειπε!
- Όχι μαμά, στην πόρτα στάθηκε η κοπέλα! Φαίνεται σοβαρό και πολύ καλό κορίτσι...
- Καλάμια και παλούκια! Φέρε εδώ το πιάτο της που θα μου πεις κι ότι είναι και καλό κορίτσι! Για κάτσε φρόνιμα! 

Η Λούλα νευριασμένη έβαζε δαφνέλαιο στις βλεφαρίδες της όταν χτύπησε την πόρτα η νεοφερμένη. 
- Εμείς μαντάμ, πράμα που δίνουμε πίσω δεν το παίρνουμε! Στα καλωσορίσματα και τσι χαρές πάντα κάμουμε γλυκάκι, με  ό,τι μας βρίσκεται! Άμα είσαι της αριστοκρατίας και δε θέλεις να τα φας, πέταξέ τα και μη πεις κουβέντα, ακούς; Εμείς έτσι τα ξέρουμε! 
Δεν είχε προλάβει να πει λέξη η Αθανασία. Πήρε το πιάτο από τα χέρια της η Λούλα και το εκσφενδόνισε με δύναμη στο νεροχύτη... 











Μουσλούκι - Κρεμαστός τενεκές με βρυσούλα 

13 σχόλια:

  1. Mαίρη μου απολαμβάνω την συνέχεια της ιστορίας μας...Ικανοποιήθηκα με τον τρόπο αντιμετώπισης από την μεριά της Λουλας και ... περιμένω την δυναμική απάντηση της *αριστοκράτισσας* η θα φύγει με την *ουρά στα σκέλια*,είδωμεν!!!πολλά φιλάκια και γλυκό υπνο!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εφούλα μου, δεν ήταν από τις γυναίκες που φεύγουν με την ουρά στα σκέλια! Άστραψε και βρόντησε αρχικά και πέρασε στην αντεπίθεση...

      Φιλάκια πολλά, καλή σου μέρα γλυκιά μου!

      Διαγραφή
  2. Καλημέρα,Μαιρούλα!!!!Την απόλαυσα και αυτή την ιστορία σου και περιμένω ανυπόμονα τη συνέχεια!!
    Πολλά φιλάκια!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημέρα Τριανταφυλλένιο μου Ρουλάκι!
      Η αλήθεια είναι ότι η ζωή της όλη ήταν σκέτη απόλαυση όσον αφορά τις διηγήσεις, τρέλανε πολύ κόσμο!

      Φιλάκια πολλά!

      Διαγραφή
  3. Γιατί νομίζω ότι αυτή τη φορά η "Νάνσυ" βρήκε τον δάσκαλό της??
    Περιμένω την συνέχεια να δω!!!!
    Φιλιά πολλά Μαιρουλίνι μου, καλή σου μέρα!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τον βρήκε Ελενάκι μου όπως της χρειαζόταν αλλά κι αυτή δεν είχε ησυχία... χα χα χα!

      Φιλάκια πολλά κουκλίτσα μου, να είσαι πολύχρονη!

      Διαγραφή
  4. Από Σμυρνιά μου φαίνεται θα την βρει η "Μαντάμ" !

    Υπέροχη και αυτή η ιστορία σου Μαίρη μου!
    Πόση δυστυχία και πόνο έκλεινε κάθε πόρτα τέτοιου συνοικισμού εκείνα τα χρόνια!


    Φιλάκια ζεστά και πολλά !!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι Ζουζούκα μου, τις απολάμβανε όλη η γειτονιά!

      Απίστευτη δυστυχία και πόνο... Από τη μια στιγμή στην άλλη σχεδόν χωρίς να το καταλάβουν βρέθηκαν στους δρόμους με μισό ρούχο, χάνοντας οι περισσότεροι τους δικούς τους ανθρώπους...

      Σε φιλώ και σ' ευχαριστώ γλυκούλα μου!

      Διαγραφή
  5. αυτές οι σμυρνιές.......χαχα
    αναμένουμε...
    να σαι καλά πολύ καλή ιστορία....στωωωωωω

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Aπολαυστικές!!!

      Εγώ σ' ευχαριστώ Παναγιώτη, να 'σαι καλά κι εσύ!

      Διαγραφή
  6. Αρχισαν τα όργανα!!Θαρρώ πως βρήκε το μάστορή της η μανδάμ Νάνσυ!!!Ουφ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χα χα χα! Σιγά μη την άφηνε έτσι η Λούλα!
      Βέβαια, υπήρχαν κι άλλες αργότερα που υπέμεναν τα καπρίτσια της, όμως τελικά αγανάχτησαν κι αυτές...

      Καλή Κυριακή Χρυσάνθη μου, σε φιλώ!

      Διαγραφή
  7. ¸.•°❤❤⊱彡

    Lindo!

    Bom fim de semana!
    彡❤❤ Beijinhos

    ΑπάντησηΔιαγραφή