.

.
.

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Σμίξιμο βλέπεις; Αυτό με νοιάζει!


Με τα νύχια φρεσκοβαμμένα και τη φαρδιά κόκκινη κορδέλα στα μαλλιά, άνοιξε την πόρτα γελώντας. 
- Άργησες μπρε Πίτσα μου! Έλα και θα στεγνώσει το φλιτζάνι! 
- Τι να κάμω, ίσα που πρόλαβα να ψήσω μια όρνιθα για το βράδυ. Με το ρυζάκι την έκαμα, θα έρτουνε τα ανίψια μου κατά η ώρα οχτώ με είπανε. Το γύρισες καλά και μελέτησες, ναι;
- Ναι ναι, όλα εντάξει είναι! Ίσια με να το διεις το τσάι θα είναι έτοιμο! 

Το βαρύ αρωματικό τσάι, χύθηκε αργά στα διάφανα ποτηράκια με τη χρυσή ρίγα. Ένα μικρό ξύλο κανέλας, δυο μοσχοκάρφια κι ένας αστεροειδής γλυκάνισος στο τσαγερό, του έδωσαν γεύση εξωτική. Δίπλα του τα κουλουράκια, πλασμένα σε λεπτές κοτσίδες και ζυμωμένα με τα ίδια μπαχαρικά, περίμεναν τη λιχούδα Πίτσα να τα δοκιμάσει. Περιεργαζόταν το στεγνό πλέον κατακάθι μπουκωμένη.
- Για πες με, τι βλέπεις;
- Μπρε Ρόζα, πολύ μπερδεμένα πράματα έχει... Πρόσωπα πολλά, λόγια βλέπω... Κάποιονε κοιτάζεις που έχει μελαχρινή γυναίκα δίπλα του... Τι πράμα είναι τούτο καλέ; Δε με λες, παντρεμένο άντρα έβαλες στο μάτι; 
Η Ρόζα χαμογέλασε πονηρά. Ποτέ της δεν στάθηκε σε τέτοιες λεπτομέρειες. Σταύρωσε τα πόδια και κοίταξε την Πίτσα στα μάτια.
- Σμίξιμο βλέπεις; Αυτό με νοιάζει! 

Φτωχή η οικογένειά της και στερημένη, παρακαλούσε να έχει η κόρη τους μια καλή τύχη, να χορτάσει ψωμί και να βάλει δυο ρούχα της προκοπής στο λυγερό κορμί της. Όμορφη και κομψή η Ρόζα, έκανε όνειρα να ζήσει μια ζωή πλούσια. Τα φτηνά τσιτάκια δεν ταίριαζαν στη μακριά της τάλια και τα καλοσχηματισμένα πόδια της έπρεπε να τα ντύνουν κάλτσες λεπτές, αέρινες. Κρυφοκοίταζε τις μεγαλοκυράδες και ζήλευε τα λούσα και το γεμάτο απ' όλα τα καλά στομάχι τους. 
- Τι παραπάνω έχουν αυτές καλέ μαμά; Διες εκεί πέρα τη χοντρέλα του κουγιουμτζή πώς περπατάει! Ομορφάντρας αυτός, δεν έπρεπε να 'χει πάρει την καλύτερη; Να, μια σαν κι εμένα που δε θα στράβωναν τα τακούνια απέ τα πάχυτα και θα στεκούμουνα δίπλα του άξια! 
- Παιδάκι μου, η κάθε μια κοπέλα παίρνει άθρωπο της σειράς της. Εμείς που ήμαστε πτωχοί αθρώποι, δε μπορούμε να διούμε ψηλά, ένα καλό παλικάρι που να 'χει μια δουλίτσα και να στήσετε το νοικοκυριό σας. Μεροκάματο καθημερινό, να στήνεις τον τέντζερη και να μην πεινάσεις, να μη στερείσαι το ρουχαλάκι σου και να μπορείς να θρέψεις τα παιδιά που θα κάμεις. Η χοντρέλα που λες είχε παράδες με ουρά, τρανή προίκα την έδωκε ο μπαμπάς της. Πώς το μεγάλωσε το μαγαζί ο κουγιουμτζής, ε; Μια τρούπα ητανάνε όλο κι όλο κι απέ την αρρεβώνα και μετά έσιαξε αυτή τη μαγαζάρα! Ητανάνε βλέπεις και μεγαλοκοπέλα και κάμανε αμάν να τήνε παντρέψουνε, μη και τους μείκει έτσι. Αμά να σε πω, μη τη ζουλεύεις, ο άντρας της πολύ ξενοκοιτάει, του κόσμου τα κουσέλια ακούγουνται για δαύτονα... 

Η βιτρίνα του κουγιουμτζίδικου ήταν ο κρυφός καημός της Ρόζας. Ώρες θα μπορούσε να χαζεύει τα βαριά χρυσαφικά που τη ζάλιζε η λάμψη τους κι ονειρευόταν να τη στολίζουν. Πολύ θα ήθελε να μπει στο πολυτελές μαγαζί και να προβάρει περιδέραια, παντατίφ, δαχτυλίδια, βραχιόλια, σκουλαρίκια... 
Η μυρωδιά της φακής που έβραζε της έφερε αναγούλα. Με όσπρια ξεγελούσαν την πείνα τους σχεδόν κάθε μέρα, με μετρημένες κουταλιές λάδι μέσα. Ελιές και ψωμί που ζύμωνε η μάνα τα συνόδευαν. Μια Κυριακή περίμεναν για να φάνε ένα λίγο πιο καλό φαγάκι, κοτόπουλο κοκκινιστό με μακαρόνια συνήθως. 
- Της σειράς μας άντρα... Αχ βρε μάνα, απ' το κακό στο χειρότερο θα πάω; Το πολύ να ψήνω κάνα κομμάτι κρέας παραπάνω και να 'χω να πλερώνω τον πραματευτή για κάνα φουστανάκι... Μιζέρια μια ζωή; Αμ δε σφάξανε! Αν είναι να φάω τα νιάτα μου έτσι, να με λείπει! Σάμπως χαθήκανε οι άντριδοι που θα με στολίσουνε και θα με δώκουν όλα τα καλά; Τώρα θα με πεις, έτσι που είσαι πτωχικά ντυμένη και ποδεμένη ποιος θα γυρίσει να κοιτάξει; Μήτε απέ οικογένεια ονομαστή, μήτε παράδες, μήτε προίκα... Αλλά σιγά μη το βάλω κάτω, η νουνά μου έλεγε ότι άμα θέλει η γυναίκα όλα μπορεί να τα καταφέρει! 

Ένα ζευγάρι καλά παπούτσια είχε η μητέρα της, τυλιγμένα σε χοντρό χαρτί στον πάτο της ντουλάπας. Της τα είχε χαρίσει μια εύπορη κυρία που της καθάριζε το σπίτι κι ευτυχώς φορούσαν το ίδιο νούμερο. Η Ρόζα είχε μεγαλύτερο πόδι και της ήταν στενά πολύ. Έβρεξε πανιά με οινόπνευμα και τα παράχωσε όλη νύχτα για να φαρδύνουν λιγάκι. Όμως δυο νούμερα μικρότερα, ήταν μεγάλη διαφορά. Έκανε υπομονή και φόρεσε το μοναδικό ζευγάρι λεπτές κάλτσες που είχε και ήταν επιδέξια μανταρισμένες κι έβαλε με κόπο τα πόδια της μέσα στα στενά παπούτσια. Οι πόνοι ήταν αφόρητοι και δε μπορούσε να κάνει ούτε βήμα. Τα έβαλε σε μια τσάντα, τίναξε πάνω κάτω τα μαλλιά της για να δώσει όγκο και πέρασε κοκκινάδι στα χείλη και στα μάγουλα. Σε λίγο, με τα παλιά της παπούτσια περπατούσε άνετα και γρήγορα προς το δρόμο με τα καλά μαγαζιά. Λίγο πριν φτάσει στο χρυσοχοείο του Μπαλτατζόγλου κοντοστάθηκε και φόρεσε θα καλά της μαμάς της. Υπομένοντας τους πόνους σε δάχτυλα και φτέρνες, στάθηκε μπροστά στη βιτρίνα με το κεφάλι ψηλά. Μια κυρία με το σύζυγό της διάλεγε ένα κολιέ και σε λίγο κρατούσε καμαρωτή το βελούδινο κουτί βγαίνοντας ενώ ο κουγιουμτζής τους συνόδευσε ως την πόρτα. 
- Παρακαλώ δεσποινίς μου, σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω; Περάστε να δείτε τη συλλογή μας! 
Η Ρόζα ξεροκατάπιε και τα 'χασε για μια στιγμή, μπήκε μέσα όμως αποφασισμένη να γνωρίσει από κοντά το γοητευτικό άντρα... 

- Αχ μπρε γυναίκα, απέ αυτό τον καημό θα πάω... Η κόρη μας να καταντήσει έτσι, η δικιά μας η κόρη; Άμα πάρει χαμπάρι η γυναίκα του τι θα γένει, με λες; Και να πεις που τήνε χώρισε για να στεφανωθεί τη δικιά μας, να την πω γένουνται αυτά. Ξελογιάστηκε, διάφορα την έταξε, άβγαλτη η κόρη μας και τόνε πήρε... Μη και τήνε διω μπροστά μου, θα τήνε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια, τέτοια ντροπή να μας κάμει; Δεν έχω μούτρα να βγω όξω, καταλαβαίνεις τι σε λέω; 
- Σύχασε μπρε άντρα μου που θα γένεις φονιάς! Στο μαχαλά χαμπάρι κανείς δεν επήρε, μη τα κάμεις τα πράματα χειρότερα! Λίγο ξύλο την έδωκα που ήρτε το πρωί με τοις μποναμάδες στα χέρια; Πόσα ρούχα, παράδες, ένα σωρό έφερε, αμά στην κεφάλα της τα πέταξα και την είπα που εμείς τίμιοι αθρώποι ήμαστε και πρόστυχα πράματα δεν ακουμπάμε! Μάζωξε το γουναρικό της κι έφυε κακήν κακώς και τα παράτησε κι αυτά εδώ πέρα, στο κιουμουρλούκι τα πέταξα μέσα, μη τα βλέπουμε και ταραζούμαστε πιο πολύ! Κι αυτός ο μισκίνης* που έριξε τα μάτια του στο δικό μας το κορίτσι τι σε λέει για; Ότι φταίει η Ρόζα το ξέρουμε και φταίει και πολύ, αμά τη θάμπωσε με τοις παράδες του που κακό χρόνο να 'χει! Στερημένη κοπέλα κι απέ φαΐ κι απέ ρούχο, την έδωκε τα πάντα και τήνε τύλιξε μια χαρά... Χάζι τη βιτρίνα του έκαμε και μέσα την πέρασε να τη δείξει λέει μαλαματικά... Με τα δικά μου τα παπούτσια κατέβηκε στο τσαρσί, είδε αυτός που τήνε πονάγανε κι ευθύς την πήε να την πάρει άλλα! Να και ρούχα, να και τούτα κι εκείνα την έπιασε... Θεούλη μου, τι ντροπή! 




Δυο χρόνια κράτησε η σχέση με το Μπαλτατζόγλου σε σπίτι μεγάλο και ωραίο που της είχε νοικιάσει. Την έβλεπε κάθε μέρα για λίγες ώρες, όταν η γυναίκα του αμέριμνη πίστευε ότι πήγαινε να συναντήσει εμπόρους. Δεν έμαθε ποτέ τη σχέση του με τη Ρόζα, ίσως γιατί δεν ήθελε να πιστέψει τα λόγια του κόσμου. 
Εκείνος πρόσεχε πάντα να μη δίνει δικαίωμα και τη νεαρή ερωμένη του την είχε μέσα σ' ένα χρυσό κλουβί. Έξω μαζί δεν τολμούσαν να βγουν, τα κέντρα και οι διασκεδάσεις μαζί της ήταν απαγορευμένα. Η Ρόζα, αφού χόρτασε το πεινασμένο στομάχι της κι έντυσε στα μετάξια το γυμνό κορμί της, φορτωμένη χρυσαφικά και λούσα αποφάσισε να βγει και να απολαύσει την έξω ζωή. Ο κουγιουμτζής της χάρισε ο,τι πάντα ονειρευόταν αλλά δε θα μπορούσε να ζει για πολύ ακόμα έτσι... 
Καμία σχέση δεν είχε η τωρινή εικόνα της με το παλιό φτωχοκόριτσο. Είχε αποκτήσει αέρα και ύφος γυναίκας καλοζωισμένης, που είχε γεννηθεί στα πλούτη και δε στερήθηκε ποτέ τίποτα απολύτως. Ένας φουσκωμένος λογαριασμός της εξασφάλιζε τη νέα της ζωή. Και η νέα ζωή θέλει ποικιλία κι έναν άντρα να την κυκλοφορεί σχεδόν παντού. Δόξα τω Θεώ, δεν της έλειπε τίποτα, θα έβρισκε λοιπόν τον καλύτερο! 

Η Πίτσα έφερε τον καφέ της στο μικρό τραπεζάκι μπροστά από το παράθυρο. Εκεί τον έπινε πρωί κι απόγευμα χαζεύοντας έξω στο δρόμο, πιάνοντας κουβέντα με όποια γειτόνισσα περνούσε. Αυτή ήταν η αγαπημένη της συνήθεια εδώ και χρόνια. Έβγαλε έξω το κεφάλι της κοιτάζοντας πάνω κάτω το μαχαλά κι απόρησε με την ασυνήθιστη φασαρία στο σπίτι του Αϊβαλιώτη που ήταν από καιρό άδειο. Τα μάτια της καρφώθηκαν με περιέργεια στη νεαρή γυναίκα που μπήκε μέσα, αλλά η απόσταση ήταν μεγάλη και δε μπορούσε να διακρίνει καθαρά. 
- Μπα! Βρήκε νοικάρηδες με τόσοι παράδες που ζητάει; 
Ήπιε με δυο γουλιές το ζεστό καφέ, πέταξε την ποδιά της και βγήκε βιαστικά. Ανηφόρισε προς το σπίτι που ήταν σχεδόν απέναντι από της φίλης της και είδε το φορτηγό μισογεμάτο ακόμα. 
- Πίτσα! Καλώς την, έλα μέσα! 
- Καταμιάς που ήρτα μπρε Ευανθούλα, μετακόμιση βλέπω που γένεται... Νέο αντρόγυνο είναι; Σάμπως και να είδα μια κοπέλα πολύ καθώς πρέπει όπως ερχούμουνα.
- Τον άντρα δεν τον έχω διει ακόμα, αμά η κοπέλα είναι ωραιοτάτη! Μια που το είδε την περασμένη βδομάδα το σπίτι και μια που ήρθε με τα πράματά της. Εγώ χαμπάρι δεν είχα, με το είπε σήμερα η διπλανή μου. Ητανάνε που επήγαμε στη γιορτή της εκκλησίας κι αργήσαμε να γυρίσουμε, θυμάσαι; Να διεις μπαούλα που βγάλανε, σερβάντες, κάδρα, χαλιά, ένα σωρό! Κι ακόμα πρέπει να έχει μπόλικο πράμα! 
- Παραλήδες πρέπει να είναι, κοντά ένα χρόνο έμεικε αδειανό... 
- Το φρεσκάρισε ωστόσο ο Αϊβαλιώτης! Προχτές εδώ ητανάνε με γυναίκα που έτριβε με τις ώρες τον παρκέ! 

Τα πράγματα μπήκαν στο σπίτι κι η νέα νοικοκυρά άνοιξε το πορτοφόλι της δίνοντας γερό μπαχτσίσι στους χαμάληδες. Υπόκλιση της έκαναν κι ένα σωρό ευχές της έδωσαν πριν φύγουν... 
Η Πίτσα ήθελε με κάθε τρόπο να τη γνωρίσει και να μάθει. Πριν φύγει από την Ευανθία, σκέφτηκε ότι θα ήταν πολύ ευγενικό να την καλέσουν για καφέ ή τσάι και να προτείνουν τη βοήθειά τους σε ό,τι χρειαστεί. 
- Καλά δε σκέφτηκα, τι λες κι εσύ; 
- Ναι, δε λέω, αμά έτσι στα καλά καθούμενα; 
- Ε! Άμα τύχει λέω, όχι και να τη χτυπήσουμε την πόρτα... 
Η ευκαιρία δόθηκε στο κοντινό ζαχαροπλαστείο που η γλυκατζού Πίτσα επισκεπτόταν τακτικά. Η κομψή Ρόζα στεκόταν στη βιτρίνα αναποφάσιστη με τις τόσες λιχουδιές.
- Απέ τα σεκέρ παρέ να πάρεις κοκόνα μου και να διεις νοστιμιά! Σαν τα δικά του πουθενά δεν υπάρχουνε! Είσαι η νέα μας γειτόνισσα, ε; Καλώς ήρθατε, με την υγειά σας να το χαρείτε το σπίτι! Εγώ μένω κομμάτι πιο κάτω, αμά η καλύτερή μου φιληνάδα είναι απέναντί σας! Αθρώποι είμαστε, μπορεί κάτι να χρειαζούσαστε, να ξεύρετε που έχετε και δυο γνωστές γυναίκες για!
Η Ρόζα χαμογέλασε συγκρατημένα και την ευχαρίστησε.
- Να έρθετε όποτε θέλετε να πιούμε τσαγάκι ή καφέ! Κι άμα θέλεις, σε τον λέω και να διεις που ούλα θα σε τα βρω! της είπε συνωμοτικά. 

Καθισμένη στην αυλή της Ευανθίας η Πίτσα, άκουγε με προσοχή και σχολίαζε έξαλλη τα λεγόμενα της φίλης της.
- Τι με λες μπρε; Ο Αϊβαλιώτης εβγήκε το χάραμα απέ το σπίτι; Μπα που άδικη ώρα να τον έρτει! Πάει να πει που κοιμηθήκανε μαζί; 
- Τι να σε πω μπρε Πίτσα μου, δεν ξεύρω η δόλια... Ήρτε η διπλανή η Αναστασώ και με χτύπησε που 'χει το γιο της με θέρμη και δεν ήξευρε τι να κάμει τέτοια ώρα η ζάβαλη κι ίσια με να την ξεβγάλω στο σκαλί και να την πω κάνα γιατροσόφι ακόμα, να ΄σου και τόνε είδαμε! Αμά, τόσες μέρες εδώ, μήτε αρσενικός γάτος δεν εφάνηκε κει μέσα και μεγάλη περιέργεια η αλήθεια μ' έκαμε... 
- Θα σκάσω άμα δε μάθω! Μπρε συ, αυτός είναι γεροντοπαλίκαρο, περασμένα τα σαράντα κι επήε μαζί του η μικρή; Τόσες και τόσες τόνε θέλανε κι εκείνονα η μια τόνε ξίνιζε κι η άλλη τον μύριζε κι έμεικε έτσι τρομάρα του! Πάει να πει που τήνε σπίτωσε λες;
- Μμμμμ....κατά πως δείχνει το πράμα...
- Τς τς τς τς τς... Γι' αυτό κι εκατάπιε τη γλώσσα της εκείνη τότες που τη μίλησα! Τώρα καταλαβαίνω για!

Μια ξαφνική διακοπή ρεύματος έφερε τις τρεις τους κοντά. Η Ρόζα από μικρή φοβόταν το σκοτάδι κι όταν την έπιασε πανικός βγήκε με τη ρόμπα στο κεφαλόσκαλο. Η Πίτσα που έτυχε να είναι πάλι στης Ευανθίας την είδε ταραγμένη και με τη λάμπα την έφερε ως το σπίτι να ηρεμήσει. Το λικέρ που την κέρασαν ζέστανε τα σωθικά της κι ένιωσε ευγνωμοσύνη που πέρασε τις δύσκολες ώρες  εκεί. Η Πίτσα που είχε μεγάλη περιέργεια να μπει και να δει το σπίτι, προσφέρθηκε να τη συνοδεύσει. Από τότε έγιναν πολύ καλές φίλες και σιγά σιγά της εκμυστηρεύτηκε τη σχέση της με τον Αϊβαλιώτη, όπως τη βόλευε βέβαια,  κρύβοντας επιμελώς την προηγούμενη ζωή της... 
- Με ζήτησε, αλλά οι δικοί μου δεν τόνε θέλανε, επειδής με πέφτει κομματάκι μεγάλος. Εγώ Πίτσα μου τον αγαπάω και τι να έκαμα, τους άφηκα κι επήγα μαζί του... 
- Να κοιτάξεις να σε στεφανώσει το γληγορότερο Ρόζα μου! Άμα φτάσετε στην εκκλησία, τι θα κάμουνε και οι γονιοί σου, θα τόνε δεχτούνε! Κι αφού με λες που είσαι απέ τόσο καλή οικογένεια, δεν είναι σωστό να μείσκεις έτσι, ντροπής πράματα, τι θα λέει ο κόσμος; 
- Ε...ναι, βέβαια... 
- Τι τα θες, φαίνεται η αρχοντοπούλα! Ο ρουχισμός σου, τα διαμαντικά σου, τα λούσα σου... 

Πέρασε καιρός μέχρι να καταλάβουν Πίτσα κι Ευανθία ότι ο Αϊβαλιώτης δεν σκόπευε να την παντρευτεί κι ότι η Ρόζα δεν είχε πει την αλήθεια. 
- Μωρέ σπιτωμένη θα είναι μια ζωή αυτή, άκου που σε λέω! Όσες φορές την είπα τον καφέ, μήτε μια δε μ' αρώτηξε άμα την πέφτει στεφάνι! Διε και δαύτονα που τήνε πάει εδώ κι εκεί και τήνε συστήνει για γυναίκα του! Γιαβάς γιαβάς μείσκει πιο πολλές ώρες μαζί της, άμα δεν ητανάνε η μάνα του ξεκολλημό δε θα 'χε! 

Στα τρία χρόνια ο Αϊβαλιώτης πέθανε ξαφνικά από έμφραγμα, αφήνοντας στη Ρόζα το σπίτι και παράδες μπόλικους... 





Μισκίνης - Άθλιος, ελεεινός






Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Η γκαρνταρόμπα της Κλειώς


Δυο ζωηρά και τετράπαχα παιδιά με ροδοκόκκινα μάγουλα μεγάλωνε η Ανθούλα. Ο Γιάννης δούλευε διπλοβάρδιες και τη μισή μέρα που εργαζόταν κι η γυναίκα του τα κρατούσαν η γιαγιά με τις θείες. 
Η μεγάλη της κουνιάδα τρωγόταν επειδή δεν έκανε παιδί, ενώ η νύφη της πέρασε ξανά την πόρτα του χειρουργείου... 
- Διε πράματα καλέ μαμά με την κουνέλα! Θα μείκει καμιά ώρα και θα βάλουνε τον αδερφό μου στα σίδερα! Του κόσμου τα παιδιά έχει χαλάσει για! 
- Στεναχωριέμαι μπρε Πηνελόπη μου, αμά τι να πω κι εγώ... Πολύ εύκολα πιάνει η αλήθεια, αμά κι αυτός ο αδερφός σου να προσέχει κομμάτι, αμάν πια... 
- Μμμμμμ... Άλλη δουλειά δεν ξεύρουνε να κάμουνε; Άιντε, πάω να ετοιμάσω το μικρό τη φρουτόκρεμα, τη Σοφούλα τα έκοψα και τα έφαε ούλα το γιαβρί μου! 

Το μεγάλο ρόδι καθαρίστηκε κι οι ζουμεροί σπόροι του μπήκαν στο τουλπάνι. Η Πηνελόπη το έστιψε καλά, με όλη της τη δύναμη κι ο χυμός του έπεσε πορφυρός στο μεγάλο μπολ, πάνω απ' τα άλλα λιωμένα φρούτα. Συμπλήρωσε και τρεις μεγάλες κουταλιές ρυζάλευρο κι ο Αλέκος το καταβρόχθισε σε ελάχιστα λεπτά. Σε μια ώρα είχε σειρά το μελάτο αυγό.
Η Σοφούλα έπινε το χυμό του ροδιού σε ποτήρι το απόγευμα. Το πρωί της άρεσε να τρώει τα φρούτα ολόκληρα, μετά την πορτοκαλάδα.
- Κείνο το γάλα! Πηχτό και μοσκοβολούσε άμα το βράζαμε! Την πέτσα του παίρναμε με το κουτάλι και βάναμε μελάκι απέ πάνου και την ετρώγανε! Κατά η ώρα έντεκα τα φρούτα και μετά αυτό. Πρωί-πρωί εξυπνούσανε, να τα πάω στης πεθεράς μου μόλις πίνανε το γαλατάκι, ετρώγανε και δυο φέτες ψωμί με βούτυρο. Εκεί μετά, αμέσως την πορτοκαλαδίτσα επίνανε, τα φρούτα τους, μπισκότα, μαλεμπί... Το μεσημέρι πια που τέλειωνα, τα μάζωχνα σπίτι. Ίσια με να βάλω το φαΐ, ησυχία δεν είχανε! Άμα έμεισκα παραπάνω στη δουλειά, ετρώγανε στη γιαγιά. Η αλήθεια πολύ τα προσέχανε, δε μπορώ να πω σ' αυτό... 

Οι δυσκολίες άρχισαν πάλι να ζορίζουν το ζευγάρι. Το αφεντικό του Γιάννη αρρώστησε κι αποσύρθηκε, οι γιοί του που ανέλαβαν απέλυσαν πολλούς κι έβαλαν στη θέση τους κάποιους φίλους τους, έτσι έμεινε χωρίς δουλειά. Νύχτα μέρα γύριζε και χτυπούσε πόρτες, έκανε πού και πού κάνα μεροκάματο αλλά που να φτάσουν οι παράδες... Άρχισαν να στερούνται το φαγητό για να ταΐσουν τα καλομαθημένα και λιχούδικα παιδιά τους που ήθελαν κρέας δυο φορές τη μέρα... 
- Πόσα βράδια κοιμήθηκα νηστικιά, με ξερό τσάι μόνο... Απέ τα παιδιά όμως, τίποτις δεν έλειψε! Μας έφερνε ο πεθερός μου και κοτούλα και καμιά οκά κρέας πού και πού, μπιζελάκια, φρούτα, μπισκότα, ό,τι μπορούσε ο καημένος... Με το Γιάννη, ψήναμε ένα τέντζερη φακές και τρώγαμε δυο μέρες να πούμε, τα μικρά όμως φακές ξερές θα τα δίναμε; Άσε που δεν τα τρώγανε τα όσπρια, θέλανε φαγιά καλά. Είχαμε πρόβλημα και με τη νοικοκυρά που τη χρωστάγαμε πολλά μηνιάτικα κι η ριμάδα με είπε που θα μας έβγαζε στοις δρόμοι άμα δεν τη τα δώκουμεΑυτή ητανάνε πολύ κακιά γυναίκα, μοναχιά της έμεισκε απάνου απέ μας, παιδιά σκυλιά δεν είχε κι ούλα την ενοχλούσανε! Με τη γειτονιά μάλωνε, μια το ένα την έφταιγε και μια το άλλο. Εμάς στην αρχή μας έκαμνε χαρές και τέτοια, έδωκε και μια φορά απέ ένα σοκολατάκι στα παιδιά, που είχαμε ανέβει να τη δώκουμε το μηνιάτικο. Μετά που την είπαμε να κάμει κομμάτι υπομονή κι άμα μαζωχτήκανε κάμποσα που τη χρωστάγαμε, αρχίνισε να τα βάνει και με τα παιδιά ακόμα. Χώρια που άπλωνα τα ρούχα στο μπαχτσέ και με πέταγε νερά! Μια γένηκε, δυο γένηκε, την τρίτη πια να κι επιαστήκανε στον καβγά με το Γιάννη! Τήνε παραμόνεψε κι άμα είδε που έριξε τη λεκάνη με τα απόνερα, γένηκε της τρελής κι ακουστήκανε σ' ούλο το μαχαλά! 
- Στο σπίτι μου είμαι κι ό,τι θέλω κάμω! Εσύ μη μιλάς που με χρωστάτε του κόσμου τα μηνιάτικα! Άμα σε ξινίζει, δρόμο απέ δω!
Πότε η Μέλπω, πότε η Γιωργίτσα, βοηθούσαν όσο μπορούσαν, κρυφά από τις αδερφές της πάντα. Ο Γιάννης άρχισε να τη σπρώχνει στη Σουλτάνα με τρόπο, μήπως και της πάρει πάλι κάμποσους παράδες. Πού να ήξερε ότι η κουνιάδα του ήταν άγρια θάλασσα πάλι...
- Στο δρόμο την είχε διει η νοικοκυρά και τήνε έπιασε και τη μίλησε για τα μηνιάτικα. Τι δουλειά είχε να κάμει τέτοιο πράμα, με λες; Γένηκε η αδερφή μου... Τι να σε λέω!
- Απ' αυτά περιμένω κι εγώ να ζήσω κυρία Σουλτάνα μου, πτωχή γυναίκα είμαι! Παπούτσια ήθελα να έρτω να πάρω απέ το μαγαζί σας κι ακόμα πού; Μη με παρεξηγάς, αμά με το ζητάνε τόσοι νοικαραίοι που θα με τα δίνουνε στην ώρα τους. Έκαμα υπομονή τόσοι μήνες, πόσο θα πάει για; Και πού θα βρούνε τόσοι παράδες μαζωμένοι, με λες; Κρίμας και για την αδερφή σου είναι, χαρά Θεού κοπέλα και να πεινάει κοντά του; Ντύνεται και στολίζεται ο γαμπρός σου λες κι είναι κάνας παραλής, δεν κοιτάει τα χάλια τους! Μια βδομάδα ακόμα να περιμένω να πάρω έστω κάτι, αλλιώς θα τοις βγάλω και να με συχωράς κοκόνα μου... 

Ευτυχώς που η Θεόσταλτη Μέλπω βοήθησε και βγήκαν προσωρινά από το αδιέξοδο. Πλήρωσαν τα τρία ενοίκια και κάπως ηρέμησε η ιδιοκτήτρια. Η Σουλτάνα ειδοποίησε την αδερφή της να πάει σπίτι που τη θέλει κι η Ανθούλα πήγε ανύποπτη... 
- Το τι γένηκε κείνη τη μέρα! Απέ τα μαλλιά μ' έπιασε και με φώναζε να πάρω τα παιδιά και να παγαίνουμε κει να τρώμε, γιατί θα ψοφήσω απέ την πείνα! 
- Εσύ και τα ανίψια μου στο κεφάλι μου κι ακόμα πιο απάνου, αμά να τόνε ταΐζουμε τον άντρα σου όχι, μη κάμει όρεξη! Σαν το γαμπρό που μπαίνει και βγαίνει μπρε, ποιος θα τόνε πάρει στα σοβαρά που ψάχνει για δουλειά, με λες; Χώρια που με έστειλε και χαιρετίσματα με την αδερφή μας την Αθηνά, πρώτη φορά γένηκε αυτό! Τα καλά και συμφέροντα είναι, σάμπως κι εγώ δεν καταλαβαίνω; 
- Ε... Κακό πράμα είναι που σ' έστειλε χαιρετίσματα; 




Την κατάσταση έσωσε η Γιωργίτσα που μίλησε στον άντρα της. Ο Λεωνίδας πήρε στη δουλειά το Γιάννη, πάνω που τα χρωστούμενα ενοίκια είχαν φέρει πάλι λόγια και φασαρίες. Εξοφλήθηκαν χάρη στην καλοσύνη του χρυσού αυτού ανθρώπου, που έδωσε αρκετούς παράδες προκαταβολικά για να μη μείνουν στο δρόμο. Η Ανθούλα δεν έμαθε ότι η Σουλτάνα τον βρήκε με το μασουράκι της στο χέρι και τον όρκισε να μη πει τίποτα. Τα παραπανίσια λεφτά ήταν καλοπληρωμένα από τις υπερωρίες που έκανε ο Γιάννης... 
- Μετά απέ πολύ καιρό το είπε η Σουλτάνα το Γιάννη αυτό το πράμα, επειδής είχανε μαλώσει πάλι. Καλοί παράδες τον έδινε ο Λεωνίδας, αμά στην αρχή τα είχε κανονίσει εκείνη, καλή της ώρα! Πάντα με αγαπούσε πολύ κι εμένανε και τα παιδιά, καλής καρδιάς είναι! Με στάθηκε όλα τα χρόνια, στα παιδιά ψούνιζε, δώρα καλά έκαμνε και σε μένανε... Και τη νουνά του Αλέκου να πούμε, τη Σταματούλα, αυτή με τη σύστησε, ξεύρεις τι καλή που είναι; Ξαδέρφη της Κλειώς του Αποστολόπουλου, μεγάλο όνομα στην Πόλη! Τι γυναίκα είναι, να διεις πως ντύνεται και πως σε μιλάει! Αρχόντισσα σωστή! Φιληνάδες ητανάνε απέ το μαγαζί, πολύ πλούσια και ωραία γυναίκα, δυο γιοί έχει που είναι γιατροί στη Σουηδία... 

Με τη γούνα της και τα βαριά χρυσαφικά η Κλειώ, προβάριζε παπούτσια στου Γιώργου. Όποτε έμπαινε στο μαγαζί, σκίζονταν οι υπάλληλοι να την εξυπηρετήσουν, γιατί πάντα τους άφηνε παραπάνω παράδες. Κάθε σεζόν αγόραζε γόβες σε διάφορα χρώματα για να ταιριάζουν με τα ρούχα της. Ήταν πολύ κοσμική κυρία και δε μπορούσε να εμφανίζεται με τα ίδια σε κάθε εκδήλωση. Η οικογένειά της δεν ήταν πλούσια, αλλά κατάφερε να κάνει ένα πολύ καλό γάμο μ' ένα μεγαλέμπορο χάρη στη μόρφωση και την ευγένεια που τη διέκρινε ανέκαθεν. Γυναίκα να τη χαζεύεις, κυριολεκτικά. 
- Άμα έβγαινε, ούλος ο κόσμος τήνε κοίταε και τήνε θαύμαζε! Επερπάταγε μ' έναν αέρα, στητή σαν τη λαμπάδα! Τήνε ράβανε οι καλύτερες μοδίστρες, έτοιμο πράμα δεν ψούνιζε ποτές. Και ξεύρεις πόσα ρούχα με είχε δώκει; Επηγαίναμε καμιά φορά με τη Σουλτάνα στο σπίτι της και πάντα έφευγα με πράματα απέ κει. Αμά τέτοιο σπίτι, τι να σε πω! Μεγάλη χαρά έκαμα σαν με έλεγε η αδερφή μου που θα πάμε βίζιτα την Κλειώ! 


Δίπατο σπίτι με το χρώμα του χρυσού να κυριαρχεί παντού. Στις βαριές κουρτίνες, στα έπιπλα, στα κεντήματα, στους πολυελαίους. 
Απλή και καταδεχτική η Κλειώ τις καλοδεχόταν στη μεγάλη σάλα. Στο τραπέζι όλα τα καλά περίμεναν να συνοδεύσουν το μυρωδάτο τσάι και την κουβεντούλα τους. Βουτήματα, γλυκά, κουλουράκια, πιτάκια, σοκολάτες, όλα φρέσκα και λαχταριστά, στρωμένα με τάξη στις ασημένιες πιατέλες. Το χειμώνα έστρωνε το μικρό τραπέζι μπροστά στο μαρμάρινο τζάκι και το τσάι συμπλήρωνε πάντα ένα ποτήρι καλό κονιάκ και ξηροί καρποί. 
- Είχε ένα δωμάτιο μεγάλο, γκαρνταρόμπα που λένε, με ούλα της τα ρούχα και τα παπούτσια μέσα εκεί. Στοις τοίχοι καθρέφτες μεγάλοι, άμα έβανες ένα ρούχο το έβλεπες και μπρος και πίσω πώς σε πάει. Απάνου τα ράφια με τα καπέλα, απέ κάτου οι τσάντες, μετά τα παπούτσια, στο πλάι τα μαντήλια και τα γάντια κι απέ την άλλη τα ρούχα, τα παλτά, οι γούνες... Άλλη γυναίκα δεν έχω διει στη ζωή μου που να 'χει τόσα λούσα! Αν πεις απέ μαλαματικά, άλλο πράμα! Μαργαριτάρια, διαμαντικά, με τη φορεσιά της έβανε κι ασορτί μενταγιόν, δαχτυλίδια και σκουλαρίκια! Με είχε χαρίσει παλτό, πουκάμισα μεταξωτά, μπλούζες, ταγιεράκια ωραία, ρόμπες βελούδινες, πολλά πράματα! Αυτά ούτε στον ύπνο μου δε θα τα ψούνιζα ποτές, ακριβά πολύ ητανάνε! Άμα παγαίναμε κάπου τις καλές μέρες και ντυνούμουνα με ζουλεύανε όλες, καλά καλά με κοιτάζανε!

Καμάρωνε ο Γιάννης που πίστευαν ότι ξόδευε πολλούς παράδες για τη γυναίκα του. Είχε οικονομήσει κι αυτός κάμποσα ρούχα από τον άντρα της Κλειώς που του τα στένεψε λίγο η μάνα του, γιατί ήταν ανέκαθεν πολύ λεπτός κι έβγαιναν ντυμένοι κι οι δυο σαν πλούσιοι. Είχε μεγάλη αυτοπεποίθηση, ήταν κι ομορφάντρας, του άρεσε και λίγο να το παίζει παραλής σε όσους δεν τον ήξεραν κι είχε αέρα ανθρώπου που ζούσε με όλες τις ανέσεις.
Αυτή ήταν η αιτία που άρχισαν να τον καλοκοιτάζουν πολλές γυναίκες, που έψαχναν κάποιον εύπορο άντρα για να κάνει τα κέφια τους. 
- Όπου παγαίναμε, τα μάτια τους απάνου του τα είχανε! Μια εμένανε κοιτάζανε και δυο εκείνονα! Τις έβλεπα εγώ βέβαια, αμά πιο πολύ αυτόνε κοιτούσα για να διω μπα και κάμει κάνα νόημα! Είναι όμως μερικές... άστα να πάνε, μήτε γυναίκα, μήτε τίποτις δε λογαριάζουνε

Έτσι μπήκε το νέο βάσανο στη ζωή τους, που άκουγε στο όνομα Ρόζα. 





Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

Μπρος να πάω σκιάζουμαι, πίσω να πάω φοβούμαι που λένε...




Ο Γιώργος, ο άντρας της Σουλτάνας, καθόταν στα καρφιά. Αγαπούσε πολύ την Ανθούλα και συμπαθούσε το Γιάννη κι είχε στεναχωρηθεί πάρα πολύ με όσα συνέβαιναν. 
Μάταια προσπαθούσε να κρατήσει τη Σουλτάνα μακριά απ΄αυτή την υπόθεση αλλά εκείνη είχε πεισμώσει.
- Άντρα μου, μη με λες άλλο τίποτις, δε θα σ΄ακούσω! Πολλά την έχει κάμει, στα μνήματα κόντεψε να τήνε στείλει ο χαϊρσίζης*! Και να σε πω, άμα τήνε χάναμε την αδερφή μας, σιγά μη κι έβαφε μαύρο το πουκάμισό του, άλληνα θα έμπαζε στο σπίτι τάχα μου για τον μεγαλώνει το παιδί! Κι αφού κάμει ό,τι κάμει, να την λέει που εγώ έβαλα τη νύφη μας να την πει ψέματα για να τους χωρίσω; Αυτό το πράμα που είπε, πιο πολύ με αγρίεψε σε λέω! Του κόσμου τα καλά έχω κάμει, παράδες, προικιά, μαζί δεν τα χαίρουντε για; 
Κι αυτή άμα είναι  ναμκιόρα* και δεν αναγνωρίζει τίποτις, άμα θέλει να τα λούζεται έχει καλώς! Αμά, να την αρωτήξω και να τήνε κοιτάζω μέσα στα μάτια άμα πιστεύει που θέλω να τήνε χωρίσω απέ τον άντρα της και να με πει δεν ξεύρω τι να πω; Ε! Αυτό μήτε ο Θεός το θέλει, μήτε ο Διάβολος! Α!
- Το ξέρω που έχεις δίκιο μπρε κοκόνα μου, αμά είναι άντρας της, δεν καταλαβαίνεις;
- Όχι, δεν καταλαβαίνω, χαϊβάνι είμαι! Γιωργάκη μου, άσε με να κάμω όπως εγώ ξεύρω, έτσι να χαρείς...

Τις σκέψεις του διέκοψε η άφιξη των δύο αδερφών, της μικρής Σοφούλας και του Κωστή που κουβαλούσε μια μεγάλη τσάντα ανοιχτή με ρούχα. 
- Καλώς τες, ελάτε! Το παιδί να πάει μέσα με τα δικά μου που κοιμούνται, να μερέψει κομμάτι απέ την ταλαιπωρία. 
- Ψήσε μας μπρε άντρα μου τρία καφεδάκια κι είμαι πολύ ταραγμένη. Σεις, πέστε τα χώρια με τον Κωστάκη που ητανάνε μάρτυρας... 
Ήπιε μονορούφι ένα ποτήρι νερό πριν τον καφέ κι άρχισε να λέει τα καθέκαστα μονοκοπανιά. 
- Άμα με είπε που επήε κι άλλαξε στο φίλο του και μετά είδε την άλληνα, τι να σε πω... Δεν επίστευα τέτοιο πράμα που έκαμε ο Γιάννης! Α πα πα!
- Κι εκεί που τους τσάκωσε;
- Α! Έκαμε το μαγαζί άνω κάτου για να τοις βρει! Μικρά μικρά χωρίσματα είχε άμα κατέβαινες λίγα σκαλάκια κι εκεί να πούμε μπερντέδες και μέσα τα μιντεράκια με τις μαξιλάρες. Απέ τις φωνές που έμπηξε εβγάνανε τα κεφάλια τους οι άντριδοι, να διούνε τι γένεται! Ο αφεντικός εκεί, πού να τήνε κάμει καλά που ητανάνε θεριό ανήμερο! Επήε μια να τήνε πιάσει απέ τα χέρια για να σταματήσει και τόνε δίνει ένα κλότσο που διπλώθηκε στα δυο αυτός! Χα χα χα χα! 
- Μ' αρέσει που γελάς κυρία Ανθούλα!
- Ε! Αυτά πάνε, περάσανε... Όσο να πεις, οι πιο πολλές γυναίκες τα έχουνε ζήσει... Με τα πολλά που λες, τραβάει ένα μπερντέ και τους τσακώνει! Αχού και το τι γένηκε, μέχρι και ο Κωστάκης εφοβήθηκε και μπήκε μέσα! Τον κατέβασε τα μούτρα με τα νύχια της, πρόλαβε αυτός και την έδωκε μια στο μπράτσο, θέριεψε περισσότερο η Σουλτάνα, ξεμάλλιασε και την άλληνα, τον κλοτσούσε, μάνι μάνι εβγήκανε όξω και συνεχίστηκε το πατιρντί. Η άλλη όπου φύγει φύγει, την πιάνει ο Γιάννης απέ τοις ώμοι και να πάλι κλότσο αυτή, τον έριξε κι έπεσε χάμου απέ τις πόνοι! Ισιώνει το πανωφόρι της και λέει τον Κωστή, τώρα πάμε να την πάρουμε με το παιδί να πούμε κι άστονα αυτόνε να βουρλίζεται καταγής! 
- Πρόσεξε καλά τι θα σε πω καημένη μου! Άμα κάμεις πίσω τώρα, χαμένη θα είσαι μια ζωή! Αυτά τα πράματα, κόβουνται απέ την αρχή, κατάλαβες; Πέσε κομμάτι να ησυχάσεις και μη σε νοιάζει, μονάχη σου δεν είσαι στη ζωή. Άμα θέλει ο αδικιωρισμένος ας κοπιάσει, αμά δεν το πιστεύω, με τι μούτρα θα έρτει

Έλα ντε, με τι μούτρα θα κυκλοφορούσε ο Γιάννης, που ήταν σα να είχε μαλώσει με γάτα; Με το κεφάλι κατεβασμένο και το δανεικό κοστούμι λερωμένο και ξηλωμένο σε πολλές μεριές, πήρε το δρόμο για το μπεκιάρικο σπίτι του φίλου και συναδέλφου του. Του έβαλε ένα υγρό για χτυπήματα που τον έτσουξε πολύ και μισοκάθισε στην καρέκλα. Οι πόνοι από τη δυνατή κλοτσιά της κουνιάδας του που είχε σακατέψει δυο άντρες εκείνο το απόγευμα, δεν τον άφηναν να ησυχάσει... 
Είχε βραδιάσει πια όταν έφτασε στο σπίτι τους, προσπαθώντας να βρει δικαιολογίες στην εγκυμονούσα σύζυγό του. 
- Εμ! Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακιά του μέρα... Αμά, να γένω έτσι εγώ, ο Γιάνναρος με τ' όνομα, που με λιμπίζουνται λεύτερες και παντρεμένες; Κι απέ ποια, απέ την τρελή τη Σουλτάνα; Τώρα θα με πεις, αδερφή της είναι, αμά όχι και να δαρθούμε... Με σακάταψε το παλιογύναικο, κοτζάμ άντρα... Μια στην κεφάλα να την έριχνα και να έμεισκε στον τόπο... Μπα...φονιάς θα γένω για δαύτηνα
Το σπίτι σκοτεινό και σιωπηλό, έσφιξε περισσότερο την καρδιά του. Κατεβαίνοντας, γλίστρησε στο χυμένο γάλα με τη ζάχαρη κι έπεσε ανάσκελα. 
- Αντίς να χτυπήσω την κεφάλα αυτηνής, εχτύπησα τη δικιά μου...  Τι είναι αυτό το πράμα, γάλα είναι; Τι γένηκε εδώ μέσα μπρε; Με πήρε γυναίκα και παιδί... Κι αυτή η Άνθω με την κοιλιά που επήγε κι άφηκε το σπίτι; Ποιος ξεύρει τι θα την είπε... Και τώρα θα πρέπει να πάω να παρακαλάω; Φτου! 



Με καφέδες και τσιγάρα έβγαλε τη νύχτα ο Γιάννης μέχρι που ξημέρωσε. Πήγε στη δουλειά και δικαιολογήθηκε ότι φύτευε τριανταφυλλιές και σκόνταψε, με αποτέλεσμα τα αγκάθια να γδάρουν το πρόσωπό του. Ο πόνος της κλοτσιάς δεν τον άφηνε να περπατάει ελεύθερα κι έτσι έγινε πιο πιστευτό το "ατύχημα". Μετρούσε τις ώρες μέχρι να σχολάσει και πήγε στο σπίτι του Σταμάτη, του κουμπάρου τους. Η Σωσώ τον καλοδέχτηκε κι ανησύχησε που τον είδε έτσι, αλλά μπήκε διακριτικά στην κουζίνα προφασιζόμενη δουλειές κι άφησε τους δυο άντρες να τα πούνε. Τριανταφυλλιές κι αγκάθια δεν πίστεψε βέβαια, ο κουμπάρος είχε μεγάλο σεκλέτι και φαινόταν από μακριά. Έσκαγε από περιέργεια κι έστησε αυτί στη μισάνοιχτη πόρτα. Μιλούσαν χαμηλόφωνα και μόνο ο τόνος στην έκπληκτη φωνή του ανδρός της την άφηνε να ακούσει μερικές λέξεις. 
- Τι με λες μπρε Γιάννη; Βάι βάι! Πράματα και θάματα γενήκανε! Να πάω, φυσικά και να πάω, να πω και τη Σωσώκα να τη μιλήσει την κουμπάρα! Οι γυναίκες, αλλιώς τα λένε αναμεταξύ τους, μη ντρέπεσαι σε λέω! Κάτσε συ εδώ και πάω στο μπατζανάκη σου αμέσως! 

Με ύφος μισοκακόμοιρο ο Γιάννης μίλησε στη Σωσώ
- Με παραξηγήσανε σε λέω μπρε κουμπάρα! Εγώ, ένα καλό επήγα να κάμω και διε τώρα μπλεξίματα... Ο φίλος μου είχε κάτι να πούμε με την κοπέλα, αμά δεν ήθελε να το τραβήξει άλλο κι έστειλε εμένα να τη μιλήσω. Ε, μας είδανε μαζί και νομίζανε που έχω εγώ κάτι μαζί της, αδικία μεγάλη! Αυτή η Σουλτάνα τα κάμει όλα, απέ την αρχή δε με ήθελε κι όλο στραβά με κοίταζε... Αντίς δηλαδή να με πιάσει και να με μιλήσει σαν άθρωπος, να κάμει τέτοιο σαματά στο καζινάκι και στοις δρόμοι και να με κάμει έτσι κι εμένανε; Τρελή είναι σε λέω, δυο άντριδοι μας έριξε κλοτσές να μας σακατέψει, χάπια για τα νεύρα της πρέπει να τη δώκει ο γιατρός! Εγώ σαν άντρας έπρεπε να την κάμω μαύρη στο ξύλο με τέτοιο πράμα που μ' έκαμε, μεγάλη χάρη με χρωστάει που εκρατήθηκα! Και να σε πω, γένηκε ό,τι γένηκε, την αδερφή της δεν τήνε σκέφτηκε που περιμένει παιδί; Που την επήρε απέ το σπίτι με τη μικρή μαζί και ποιος ξεύρει τι την είπε; Αυτά τα πράματα εγώ, δεν τα σηκώνω και στο λέω! Οι καλές γυναίκες απέ το σπίτι τους δεν φεύγουνε, έτσι είναι! Διε τώρα κι εσύ να τα μερέψεις τα πράματα κομμάτι, αλλιώς θα μείκουμε ο ένας εδώ κι η άλλη εκεί και το παιδί μπαμπά δε θα 'χει... 
- Να τη μιλήσω την κουμπάρα, βεβαίως, αμά είναι σίγουρο που τα πράματα γένηκαν έτσι όπως με τα λέγεις; Σε είδε η Σουλτάνα να τη μιλάς την κοπέλα κι έκαμε τέτοιο κακό; Με το συμπάθιο μπρε κουμπάρε μου, αλλά σάμπως με φαίνεται που κάτι να με κρύβεις...
- Όχι, τι να σε κρύψω, έτσι όπως σε τα είπα είναι! Άμα η Σουλτάνα σε πει άλλα πράματα, ψευτιές είναι, επειδής δε με χωνεύει και θέλει να χωρίσει το αντρόγυνο! 

Ο Σταμάτης πήγε στο μαγαζί του Γιώργου σαν τη βρεγμένη γάτα. Ήξερε ότι ο Γιάννης είχε έφεση στις γυναικοδουλειές, αλλά πίστευε ότι οι άντρες καταλαβαίνονταν μεταξύ τους και θα έβρισκαν κάποια λύση. 
- Άντρας είσαι κι εσύ μπρε Γιώργο μου και καταλαβαίνεις! Η Άνθω με την κοιλιά εκεί και το αίμα του να βράζει, τον κουνήθηκε εκείνη, παρασύρθηκε κομμάτι κι αυτός... Η φκιάξη του αντρός έτσι είναι μια ζωή, πως να το κάμουμε τώρα; Να την πει για το φίλο του επήγε και βρέθηκε μπλεγμένος, τίποτις δεν την έκαμε την κοπέλα, με ορκίστηκε σε λέω! Αμά ξεύρεις τώρα πως γένεται με τις γυναίκες, το τόσο το κάμουν τόοοοοσο! Ένα καφέ κάτσανε να πιούνε για να τα μιλήσουνε και γένηκε το κακό το μεγάλο... Μίλα κι εσύ τη γυναίκα σου και την κουνιάδα σου, να μαζωχτεί κι εκείνη στο σπίτι της, γεννητούρια θα έχουνε σε λίγο καιρό, για τέτοια είναι τώρα για; 
- Σταμάτη μου, οι δυο μας μιλούμε τώρα και ξεύρουμε καλά τι γένηκε! Η Σουλτάνα είχε και μάρτυρα, μη το ξεχνάς αυτό! Καιρό τραβούσε η ιστορία και τόνε είδε η Αρχοντούλα, η Άνθω έβλεπε τα παράξενα αμά ο Γιάννης την έριχνε στάχτη στα μάτια. Να τόνε πεις που τίποτις κρυφό δε μείσκει κι άλλη φορά να το τιμάει το στεφάνι του. Εγώ, τόνε εκτιμάω όπως όλο τον κόσμο, λέξη άσκημη δε μ' έχει πει. Καλώς κακώς ο γάμος γένηκε κι αυτό δεν αλλάζει, έτσι είναι! Θαρρείς που θέλουμε να χωρίσουνε; Μήτε η αδερφή της το θέλει, τα στέφανα που τους άλλαξες στα εικονίσματα να μείκουν για όλη τους τη ζωή, αυτό να το θυμάσαι! 

Μ' ένα μεγάλο κουτί γλυκά στα χέρια, πήγε η Σωσώ στο σπίτι της Σουλτάνας προσπαθώντας να κρύψει το άγχος της. 
- Μπρε καλώς τη Σωσώκα! Πού βρέθηκες εσύ καλέ, πόσο καιρό έχεις να έρθεις βίζιτα;
- Ε... Όλο το σκεπτούμουνα να σ' έρτω κι όλο κάτι με τύχαινε Σουλτάνα μου. Αμά σήμερις είπα θα πάω, ο κόσμος να χαλάσει!
- Φυσικά, ο κόσμος εχάλασε Σωσώ μου και μη με πεις που δεν το ξεύρεις; Έλα, θα ψήσω καφεδάκι να πιούμε με την Άνθω
- Αχ μπρε κοκόνα μου, πολύ στεναχώρια επήρα, τι να σε λέω... Αυτός ο Γιάννης, κλαίει και κοπανιέται, τόνε λυπήθηκα να σε πω...
- Σιγά μην είναι και για λύπηση ο τζουτζές!* Πόσα τέτοια ξεύρει το πετσί του... Αυτήνα εδώ να λυπάσαι που πήε κι έμπλεξε με δαύτονα κι άιντε να διούμε τι έχει ακόμα να τραβήξει! Δεν ξεύρω τι ψέματα σε είπε, αμά τόνε έκαμα τσακωτό με την άλληνα, κάτσε να σε τα πω! 
Η Σωσώ άκουγε στην αρχή ήρεμη, ως τη στιγμή της παρακολούθησης. Εκεί κοκκίνισε και σα να μην πίστευε ό,τι άκουγε, ρωτούσε ξανά και ξανά με γουρλωμένα μάτια. 
- Όπως σε τα λέω γένηκαν τα πράματα! Φυσικά και είμαι σίγουρη αφού τα είδα με τα ίδια μου τα μάτια, είχα και τον Κωστή μαζί μου, συνάδελφο του Παύλου, της Ζωίτσας. Άγνωστο αυτοκίνητο, άγνωστος κι ο Κωστάκης, πως αλλιώς θα κάμναμε δουλειά; Η κοροϊδία που την έκαμε είναι Σωσώ μου, παντρεμένη είσαι κι εσύ και καταλαβαίνεις τι σε λέω. Μα να ντύνεται και να στολίζεται στου αλλουνού το σπίτι και να βγαίνει ραντεβού; Να την ορκίζεται που λάθεψε η νύφη μας κι ότι εγώ τα έκαμα όλα για να τους χωρίσω; Ητανάνε αυτό πράμα να το αφήκω να περάσει έτσι; Όχι πες με, άδικο έχω; 
- Όχι Σουλτάνα μου, χίλια δίκια έχεις, αμά ο κουμπάρος αλλιώς με τα είπε, που δε γένηκε τίποτις κι αδικήθηκε...
- Άδικη ώρα να τον έρτει τον παλιάθρωπο! Μπρε συ, ποιος ξεύρει και πόσες άλλες είχε κι η κουμπάρα σου χαμπάρι δεν επήρε; 
- Τι να σε πω...απέ τα σύγνεφα έχω πέσει... Απέ δω και πέρα να διούμε τι θα γένει, θα γεννήσει σε λίγο καιρό και τούτη, δύσκολα τα πράματα είναι για! Βάι βάι βάι...  Άνθω, ό,τι γένηκε γένηκε, να διούμε πως να σιάξουμε τα πράματα.. Για πες με, εσύ τι λες για όλα αυτά γιαβρί μου;  Μη κλαις μπρε αγάπη μου, αμαρτία είναι που ΄χεις και παιδί στην κοιλιά! Σουλτάνα, αυτός το επήρε το μάθημά του τώρα, άλλη φορά τίποτις δε θα κάμει, θα το διείς! Παρασύρθηκε πες, κακιά ώρα ητανάνε πες, άμα και δεν πάει η γυναίκα του στο σπίτι θα τήνε χωρίσει, θα πει που τόνε εγκατέλειψε για! Ντροπής πράματα είναι αυτά, τη Σοφούλα τι θα την πείτε που θα ζητάει το μπαμπά της; Και να τα πούμε κι απέ την άλλη, θα πάει για γέννα χωρίς τον άντρα της κι αυτός θα λέει που έφυε απέ το σπίτι; Άιντε μετά να μαζώχνεις τα στόματα του κόσμου, ξεύρεις τι γένεται άμα τα ανοίξουνε...
- Ξεύρω, πώς δεν ξεύρω! Αμά, ας το σκεπτούτανε πριν τα κάμει αυτά ο κουμπάρος σου! Η αδερφή μου θα μείκει εδώ, ίσια με να καταλάβει που δεν χωρατεύουμε, έτσι πες τον! Πολύ θα το σκεφτούμε το θέμα, αμά πιο πολύ εκείνη που είναι η γυναίκα του! Άμα τον αρέσουνε τα ξένα, να μείκει μονάχος του και να έχει όποια θέλει, άμα ζητάει γυναίκα και παιδί να πέσει στα γόνατα και να ζητήξει συχώρεση κι απέ την Άνθω κι απέ μένανε που με έσουρε του κόσμου τα λόγια! 

Η μικρή Σοφούλα έπαιζε μελαγχολική με τα ξαδερφάκια της, ενώ η πόρτα της σάλας ήταν κλειστή για να μην ακούσουν κάτι τα παιδιά. 
- Ολόκληρο παιδάκι ητανάνε η κόρη μου, κάτι είχε καταλάβει! Άξαφνα, άφηκε το παιχνίδι κι ήρτε απάνω μου και με τραβούσε να πάμε σπίτι.
- Θέλω να παίξω και με το μπαμπά μου τώρα, πάμε μαμά!
Η Σουλτάνα της μίλησε γλυκά, λέγοντάς της ότι ο μπαμπάς θα αργούσε στη δουλειά και δεν έπρεπε να μείνουν μόνες τους στο σπίτι. 
- Κι εσύ κυρία Ανθούλα;
- Τι να σε πω... Νεύρα πολλά τον είχα, έκλαιγα, αμά για ένα βράδυ ακόμα είπαμε με την αδερφή μου να μείκω εκεί, να διει κι εκείνος που δεν χωρατεύουμε. Αυτή η μικρή όμως, λες και βαλτή ητανάνε, το μπαμπά μου και το μπαμπά μου και κλάμα, τι να σε πω! Αναμεταξύ ο Γιωργάκης μήνυσε το Γιάννη που ήθελε να τον μιλήσει να πούμε, τον είπε πολλά και για το παιδί που τόνε ζήταε και κάπως απέ δω κι απέ κει ήρτε ίσια με την πόρτα να διεί την κόρη του. Ε... Την λέει άιντε να φωνάξεις τη μαμά, καταλαβαίνεις... Μπρος να πάω σκιάζουμαι, πίσω να πάω φοβούμαι που λένε... 




Τα μάζεψε η Ανθούλα και γύρισαν στο σπίτι τους. Μια βδομάδα μούτρα του κρατούσε αλλά ο Γιάννης εξακολουθούσε την ίδια τακτική. Η Σουλτάνα τα έλεγε αλλιώς, δεν είχαν γίνει έτσι τα πράγματα, αλλά νευρική όπως ήταν κι αφού δεν τον χώνευε είχε βάλει μπόλικα λόγια δικά της. 
Η αφελής Ανθούλα, βλέποντας τον άντρα της να φωνάζει και να υπερασπίζεται τον εαυτό του, άρχισε κάπως να μαλακώνει. Έφερε και το φίλο και συνάδελφό του στο σπίτι ο Γιάννης, που τη βεβαίωσε ότι δεν είχε τίποτα με την κοπέλα κι απλά τον πίεσε να τον βοηθήσει, να της μιλήσει.
- Άλλονε να μπιστευτώ δεν είχα Άνθω μου! Αδερφή λεύτερη έχω, ό,τι παράδες βγάνω τοις στέλνω στη μαμά μου να τη φκιάχνει την προίκα της, εγώ θα παντρευούμουνα πρώτα; Αυτή με ζόριζε πολύ και τι να έκαμνα, με λες; Την είπα που θα σε στείλω το φίλο μου τον καλύτερο να σε μιλήσει, αφού δε με καταλαβαίνεις που σε τα λέω εγώ. Ντρεπούμουνα η αλήθεια και τον είπα το Γιάννη να με κάμει τη χάρη αυτή, αμά σε κανένανε μη πει κουβέντα! Και πως να επήγαινε νοικοκύρης άθρωπος, με της δουλειάς τα ρούχα; Τον λέω θα σε δώκω δικά μου να διεί κι αυτή που είσαι πολύ κύριος, σεις οι γυναίκες όλα τα προσέχετε για! Τον έδωκα και παράδες, να την κεράσει και κάτι, στη μέση του δρόμου θα τα μιλούσανε; Παντρεμένος άθρωπος, μη και τόνε κουσελέψουνε άμα τον διούνε να τη μιλάει με τις ώρες... Ρώτηξε και τον κουμπάρο σας να διείς τι θα σε πει κι εκείνος, παρεξήγηση γένηκε σε λέω, άκουε! 
- Κι εσύ τον πίστεψες;
- Να σε πω... Ζαλισμένη ήμουνα με τόσα και τόσα, είπα να δώκω ένα τέλος μπας κι ησυχάσουμε πια... Ο ένας έτσι, η άλλη αλλιώς, στη μέση εγώ με το παιδί που τον είχε κι αδυναμία, τι να έκαμνα; Με είχε μιλήσει κι η Γιωργίτσα, που γένουνται αυτά στις οικογένειες και δεν πρέπει η γυναίκα να χαλνάει το σπίτι της, οι κουμπάροι μας τα ίδια, άιντε λέω... Νοικοκύρης άθρωπος ητανάνε, πολύ καλός πατέρας, τη βούκα του έδινε για μένανε και τα παιδιά μια ζωή... 
- Η Σουλτάνα τι είπε;
- Α! Χρόνια εκάμανε να μιλήσουνε γαμπρός και κουνιάδα! Άμα εμπήκα στο μήνα μου για να γεννήσω τον Αλέκο, με μήνυσε να πάω απέ κει να με δώκει πράματα. Κι απάνου στην κουβέντα με είπε που δε θα με ξαναπεί τίποτις, αμά εγώ χαϊβάνι να μην είμαι και να τόνε προσέχω. Δεν την είπα τίποτις, τι να την πω...

Όσο κοιλοπονούσε η Ανθούλα στο νοσοκομείο, ο Γιάννης είχε στρώσει κουβεντούλα του καλού καιρού με τη ζουμπουρλή νοσοκόμα. Η Σωσώ που είδε τη Σουλτάνα να έρχεται, έτρεξε κι ευτυχώς πρόλαβε το νέο πατιρντί που θα έκοβε ακόμα και το γάλα στις λεχώνες... 

 








Χαϊρσίζης - Ανεπρόκοπος 

Ναμκιόρα - Αχάριστη 


Τζουτζές - Γελοίος