.

.
.

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Κοσκοσέλα και ντοματοκεφτέδες της Φραγκούλας




Τα χρόνια περνούσαν με την Αθανασία να μεγαλοπιάνεται και να σπαταλάει τους κόπους του Μάνθου που θαλασσοδερνόταν για να μη τους λείπει τίποτα.
Ευτυχώς που είχε αφήσει κάποια λεφτά στην τράπεζα για ώρα ανάγκης, γιατί η Αθανασία ζητούσε όλο και πιο πολλά κάθε μήνα. Είχε ευτυχώς κι εκείνα τα χωραφάκια στο νησί και τα έβγαζε πέρα, με δυσκολία βέβαια. Όσο περνούσαν τα χρόνια, τόσο πιο ψυχρή κι απόμακρη γινόταν η γυναίκα του.
- Εγώ είμαι μαθημένη να ζω μόνη μου με το παιδί κι έχω τη σειρά μου! Μη ξαπλώνεις βρε Μάνθο και μου χαλάς το κρεβάτι που το έχω ωραία στρωμένο! Εκατό φορές στο έχω πει, όταν έρχεσαι θα ξέρεις πως να φέρεσαι, εδώ είναι σπίτι καλό, όχι το καράβι!

Ο Στάθης είχε φτάσει δέκα χρονών όταν πήγαν ξανά στη Σαντορίνη, να δεις τους παππούδες του. Ευγενικό παιδάκι κι αξιαγάπητο, άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις σε συγγενείς και φίλους. Περνούσε τη μέρα του στη θάλασσα κι έπαιζε ξένοιαστος με όλα τα παιδιά, χωρίς τη μαμά να τον φωνάζει κάθε λίγο για να φάει και να τον περιορίζει. Ακόμα και στο σχολείο του είχε επιβάλλει με ποια παιδιά θα έπαιζε, ανάλογα με το πόσο συμπαθούσε τη μαμά τους...
Η Αθανασία καθόταν στην αυλή του πατρικού της και περίμενε ανυπόμονα θείες, ξαδέρφες και γειτόνισσες για να αρχίσει να λέει τα δικά της. Η μάνα της προφασιζόταν δουλειά στην κουζίνα γιατί δεν άντεχε να την ακούει. Η ακριβή περιοχή που έμενε, το πολυτελέστατο σπίτι με τα τέσσερα δωμάτια και τα σκαλιστά έπιπλα, οι γνωριμίες της με τον καλό κόσμο, τα λούσα της, οι διακοπές κι οι κρουαζιέρες τους... Με το παιδί δεν ασχολιόταν καθόλου, τον είχε αναλάβει ο Μάνθος για να τον χαρεί λίγο κι αυτός. 
'Ηταν νωρίς το απόγευμα κι έπαιζαν τα παιδιά στην άμμο όταν η θεία ενός αγοριού τους πλησίασε με ένα μπολάκι φρούτα. Η ευγενική κυρία χάιδεψε το κεφάλι του και τον ρώτησε τίνος γιος είναι. Ο Στάθης της είπε κι έδειξε το μπαμπά του που καθόταν μισοξαπλωμένος στην άλλη άκρη κι απολάμβανε τον ήλιο.
Έτσι ξεκίνησε η γνωριμία του με τη γλυκιά κι ευγενική Φραγκούλα, που το βλέμμα της ακτινοβολούσε καλοσύνη και ειλικρίνεια. 
 Ο καημένος ο Μάνθος, ήταν στερημένος από λίγη κουβεντούλα με μια νέα γυναίκα που μιλούσε φυσιολογικά. Γυναίκα που δεν σκεφτόταν τι τρέλα να κάνει για να μπει στο μάτι της γειτονιάς και δεν τον μονοπωλούσε με φαντασιοπληξίες.  Χάρηκε πολύ που μιλήσανε για το νησί, τα χωράφια, τα ταξίδια του κι επειδή η συνάντησή τους ήταν καθημερινή τη συνήθισε και του έλειψε ένα απόγευμα που δεν την είδε. Το μικρό τον πήρε η μαμά του.
- Χτες δεν ήρθατε, σας περίμενα και να σας πω μου κακοφάνηκε... 
- Κι εμένα μου έλειψε η συντροφιά σας, αλλά είχενε τραπέζι η μάνα μου στο σόι το μεσημέρι κι άργησαν να φύγουνε, ωσότου να βοηθήσω και στο μάζεμα μας πήρε η νύχτα πια...
Η κάθε μέρα τους έδενε περισσότερο κι ο Μάνθος της άνοιξε την καρδιά του. Εκείνη έμεινε με το στόμα ανοιχτό ακούγοντας τις μεγαλομανίες της γυναίκας του και κυρίως τη συμπεριφορά της απέναντί του. Η θλίψη στα μάτια της, έκανε την καρδιά του να χτυπήσει παράξενα. Αυτή τη γυναίκα χρειαζόταν και δεν έπρεπε να τη χάσει...
Ανύπαντρη η Φραγκούλα, ζούσε στην Αθήνα και διατηρούσε ένα μικρό μαγαζί με είδη διατροφής, κυρίως από το νησί τους. Τον Αύγουστο έκλεινε για είκοσι μέρες και πήγαινε στη Σαντορίνη, στους δικούς της. Έφευγε φορτωμένη καλούδια που μοσχοπουλούσε. Μαγείρευε και μικρές μερίδες φαγητά που τα έβαζε στη βιτρίνα και γίνονταν ανάρπαστα. Οι άσπρες μελιτζάνες, η φάβα, τα μικρά ντοματάκια, η κάπαρη με τα τρυφερά της φύλλα που εκτός από τη σαλάτα ταίριαζαν θαυμάσια με πολλά απλά φαγάκια και τα ωραία κρασιά που τα συνόδευαν, της εξασφάλιζαν ένα καλό εισόδημα.  
Έφτασαν στην Αθήνα με δυο μέρες διαφορά κι όταν βρέθηκαν ξανά αγκαλιάστηκαν συγκινημένοι... 

Η Φραγκούλα με το γέλιο στο στόμα ετοίμαζε κοσκοσέλα * και ντοματοκεφτέδες για το Μάνθο. Της είχε τηλεφωνήσει στο μαγαζί και χάρηκε που θα πήγαινε στο σπίτι της, είχε μέρες να τον περιποιηθεί. Στο τραπέζι της κουζίνας της αυγά, τυριά, μυρωδικά και  λαχανικά φρέσκα, σταλμένα το πρωί με το καράβι και τα χέρια της επιδέξια καθάριζαν, έκοβαν κι έπλεναν γρήγορα τα υλικά που χρειαζόταν.
Η κοσκοσέλα πρώτα έπρεπε να μπει στο τηγάνι και μετά τα κεφτεδάκια. 
Καθάρισε προσεκτικά με το κοφτερό μαχαίρι τη φλούδα από δυο μελιτζάνες και τις έτριψε στον τρίφτη τις σοτάρισε με λίγο λάδι.
Μπόλικα μικρά ντοματάκια τριμμένα κι αυτά και στραγγισμένα καλά τις περιέλουσαν, με λίγη ζαχαρίτσα. 
Τα άφησε να βράσουν λίγο για να μην έχει πολλά ζουμιά και πρόσθεσε έξι αβγά χτυπημένα, αλατοπιπέρωσε και τα ανακάτεψε καλά, μέχρι να ψηθούν. 
Άφησε την κοσκοσέλα στο τηγάνι σκεπασμένη. Θα τη σερβίριζε με τυρί χλωρό και φρέσκο ψωμάκι. 

Η ζύμη για τους ντοματοκεφτέδες είχε ετοιμαστεί κι έβαλε το λάδι στο τηγάνι να κάψει. 
Ξεφλούδισε δέκα ντοματάκια, τα ψιλόκοψε και τα έβαλε στο σουρωτήρι για να βγάλουν τα υγρά τους.
Ένα μέτριο ξερό κρεμμύδι κι ένα φρέσκο ψιλοκομμένα κι αυτά, άνηθος, δυόσμος, αλάτι και πιπέρι και έξι περίπου κουταλιές αλεύρι.
Ανακάτεψε απαλά, μέχρι να πετύχει ένα ωραίο χυλό.
Όταν το λάδι ζεστάθηκε καλά, έριχνε ομοιόμορφες κουταλιές από το μείγμα και με την τρυπητή κουτάλα τα γύριζε κι από την άλλη μεριά, προσέχοντας να μη καούν.
Όταν ο Μάνθος πλησίασε στο σπίτι, η μυρωδιά από το ανοιχτό παράθυρο της κουζίνας τον ξετρέλανε. Η γυναίκα του δεν καταδέχτηκε ποτέ να τηγανίσει ντοματοκεφτέδες και τη μελιτζάνα με τα αβγά ούτε που ήθελε να τη δει. Τα γευόταν μόνο στο νησί, ή κάποιες φορές που είχε πάει στους θείους του, κρυφά της βέβαια...
- Αυτή την έκπληξη, δε την περίμενα! 
Οι λαχταριστές πιατέλες, η πολύχρωμη σαλάτα με τα κατσούνια* κομμένα σε στρογγυλές φέτες, η ποικιλία των τυριών και η τελευταία τηγανιά πατάτες που σερβίρισε για να τα συνοδέψουν, έκαναν τη Φραγκούλα να φανεί σαν αληθινή αρχόντισσα του σπιτιού της.
- Μα πόσες ώρες τηγάνιζες κορίτσι μου; Δεν ήταν ανάγκη να κάνεις τόσα πολλά και να κουραστείς... 
- Ευχαρίστηση είναι, όχι ανάγκη! Καθόλου δεν κουράστηκα Μάνθο μου!

Τι γυναίκα ήταν αυτή! Μυαλωμένη, σοβαρή, μετρημένη σε όλα της! Έγινε το αληθινό του λιμάνι, η ξεκούρασή του, ήθελε να την ακούει όπως του μιλούσε γλυκά, τον πρόσεχε, τον κανάκευε, απολάμβανε το χάδι του. Και φυσικά το καλοστρωμένο της κρεβάτι ήταν πάντα πρόθυμο να τον δεχτεί, χωρίς εκείνη να του το απαγορέψει. Πέρασαν δυο βδομάδες  μέχρι να την πάρει στην αγκαλιά του εκεί στην άσπρη δαντελένια κουβέρτα κι από τότε τους χώριζε μόνο η νύχτα, μέχρι τη μέρα που έφυγε.
Επτά μήνες ταξίδι, επτά μήνες μακριά της... 





Κοσκοσέλα - Στραπατσάδα

Κατσούνια - Είδος πολύ νόστιμου γλυκού αγγουριού












Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

Σταθούλη μου, έλα να φας!


Να τα γυρίσεις πίσω και να της πεις να τα τρίψει στα μούτρα της!  Ούτε το παιδί μου, ούτε εγώ έχουμε την ανάγκη της!
- Παλάβωσες; Τέτοιο πράμα θα κάμεις στην πεθερά σου που σ' έστειλε του κόσμου τα πράματα κι έσιαξε και τόσα για το μωρό;
- Αυτό δεν είναι δα και τίποτα, έχω να της κάμω πολλά για να μάθει να με βρίζει η παλιόγρια! Καλύτερη δε θα έπαιρνε ο γιος της και να πλένει το στόμα της άμα μιλάει για μένα! Θα της κάμω τέτοια ταραχή, που θα τη θυμάται σ' όλη της τη ζωή! 

Μετρούσε τους μήνες που θα γύριζε ο γαμπρός της για να φύγει η έρμη μάνα. Από τη στιγμή που πάτησε το πόδι της στην Αθήνα, δεν είχε ησυχάσει καθόλου.
- Μη μιλάς, μη κοιτάζεις, μη βγεις στη γειτονιά και σε ρωτήσουν κάτι που δεν ξέρεις και με κάνεις ρεζίλι! αυτό γινόταν συνέχεια. 
Η μόνη της χαρά ήταν όταν απομακρύνονταν από τη γειτονιά και πήγαιναν στο κέντρο της Αθήνας και μετά στο Ζάππειο. Εκεί ανάσαινε κι απολάμβανε τα ζεστά φιστίκια από το χωνάκι χαζεύοντας. Η εγκυμονούσα κοιτούσε με περιφρόνηση γύρω της κι έδειχνε να ταξιδεύει η σκέψη της αλλού... 
Ο καημός για τη φαντασμένη κόρη της μεγάλωνε κάθε μέρα. Της έφταιγαν όλοι και όλα, εκείνη ήταν και καμία άλλη. Ντρεπόταν τους συγγενείς του γαμπρού της, το συμπεθεριό, σε λίγο κι όλο το νησί αν έφταναν τα καμώματά της πέρα από το σπίτι της πεθεράς της... 
- Να ράψω κι άλλα πανιά για το παιδί Αθανασία μου πριν φύγω! Το χειμώνα με τις βροχές δε στεγνώνουνε και τα μωρά ζωή να ΄χουν δεν τα προλαβαίνεις... 
- Σιγά μη κάθομαι και πλένω τα λερωμένα του σα τσι γυναικούλες που γεμίζουν τα σκοινιά! Θα τα πετάω και θα του βάζω άλλα!
Πού να βγάλει άκρη η μάνα με τη γλώσσα της όταν προσπάθησε να της αλλάξει γνώμη! Τον πρώτο καιρό που θα ήταν κοντά της θα αναλάμβανε εκείνη την καθαριότητα του μωρού κι ίσως μάθαινε κι η κόρη της... 

Ο Μάνθος τη βρήκε στον όγδοο μήνα όταν γύρισε. Με τα συρτάρια φορτωμένα μωρουδιακά από τα χέρια της μάνας της, καλοπλυμένα και σιδερωμένα, καμάρωνε που θα γινόταν κι εκείνη μάνα. Της πεθεράς της ούτε που καταδέχτηκε να τα δει κι αφού η μάνα της δεν τα έστειλε πίσω,  τα είχε μοιράσει στις μωρομάνες της περιοχής.
- Τι κακό κι αυτό να γεννοβολάνε συνέχεια λες και δεν έχουνε άλλη δουλειά να κάμουνε
Όταν μπήκε στο μήνα της, η μάνα πήγε πάλι κοντά της. Ο γαμπρός της την αγαπούσε και της μιλούσε πάντα με σεβασμό. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της όταν έβλεπε το γαλήνιο βλέμμα του και την πραότητα του χαρακτήρα του.
- Κορίτσι θέλω να κάμω, να είναι σαν κι εμένα! Να τη ντύνω και να τη στολίζω με τα καλύτερα, σα βασιλοπούλα να μεγαλώσει! 
Ένα όμορφο αγοράκι που έκανε τρισευτυχισμένο τον άντρα της και την υπόλοιπη οικογένεια γέννησε τελικά ένα καλοκαιρινό απόγευμα στο σπίτι με μάμο.* Με τον πρώτο πόνο έσπασαν τα νερά και το παιδί που δεν άργησε να βγει, ίσα που πρόλαβε να το πιάσει. Πήρε λεφτά καλά κι αυτός κι η νοσοκόμα που θέλησε να κρατήσει μόνιμα μέχρι να σαραντίσει.

- Τι να τήνε κάμεις παιδάτσι μου τη νοσοκόμα, σάμπως κι εγώ από μωρά δεν ξέρω που σας μεγάλωσα; 
- Ξέρεις, αλλά εγώ για το γιο μου θέλω ειδική να το βλέπει, χώρια το γιατρό που θα το εξετάζει!
Κάθε πρωί πήγαινε στο σπίτι κι έφευγε αργά τη νύχτα. Την υποδέχονταν η μάνα της κι ο άντρας της, ενώ εκείνη σα λεχώνα δε σηκωνόταν σχεδόν καθόλου από το κρεβάτι. Με το άσπρο νυχτικό και τη λιζέζ έδινε διαταγές και έταζε στη γυναίκα διάφορα. Έβγαλε από το μπαούλο πικέ άσπρη κουβέρτα, δυο μαξιλάρια με βολάν "του λούσου" όπως τα έλεγαν, μια κολόνια μ' έντονη βαριά μυρωδιά και μια καράφα με ρίγα ασημί. Η γυναίκα τη χιλιοευχαρίστησε και της ευχήθηκε "σιδερένια" κι η Αθανασία με το μωρό στην αγκαλιά και την ευχή του ιερέα καμάρωνε που θα μάθαιναν όλοι τα δώρα της προς τη νοσοκόμα... Η απόλυτη ευτυχία!

Ο Στάθης μεγάλωνε τρώγοντας όλη μέρα. Με τα παιδάκια της γειτονιάς δεν τον άφηνε να παίζει στο δρόμο, εκτός από την ώρα του κολατσιού και του απογευματινού για να πικάρει τις μανάδες.  Μια φέτα ψωμί με ντομάτα πελτέ ήταν η καλύτερη λιχουδιά για τα παιδιά που το καταβρόχθιζαν με βουλιμία. Εκείνος μεγάλωνε με φρέσκο βούτυρο και μέλι, κρέας, αυγά και φρούτα κάθε μέρα. Για εκείνη και τον άντρα της μπορεί να είχε πατάτες γιαχνί ή  ντοματόσουπα, για το παιδί όμως πάντα έφτιαχνε το ιδιαίτερο. Η Αθανασία έβγαινε με ύφος και τον φώναζε για ν΄ακούνε όλοι.
- Σταθούλη μου, έλα να φας τη μπανάνα και το ψωμί σου με το βούτυρο το καλό και το μέλι!Υπέρβαρο παιδί και μαμμόθρεφτο, έτυχε να το κοροϊδέψουν και μπροστά του λέγοντάς το χοντρό. 
- Να τους πεις ότι εγώ είμαι πιο χοντρός από σας γιατί η μαμά μου με ταΐζει με φαγιά καλά και βούτυρο από το πιο ακριβό! Εσείς που δεν τρώτε σαν κι εμένα είσαστε έτσι χτικιάρικα! 
Πάντα είχε την αποστομωτική απάντηση έτοιμη! Ακόμα και όταν μαγείρευε όσπρια ή κάποιο άλλο λαδερό φαγητό, έβραζε σε δεύτερη γκαζιέρα ένα κομμάτι κρέας μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο για να μυρίζει στη γειτονιά. Πότε σουπίτσα, πότε τηγανητό με πατάτες, ίσα ίσα για να καλοτρώει ο Σταθούλης της. Ακόμα και τα λίπη κρατούσε, τα έφτιαχνε ιδιαίτερα και τάϊζε μετά τις γάτες που μαζεύονταν στην πόρτα της. Η κυρά - Ευλαμπία της φώναζε από το παράθυρο.
- Τις καλόμαθες και δεν ξεκολλάνε κυρία Αθανασία μου!
- Ε! Ας φάνε λίγο φρέσκο μοσχαράκι κι αυτά, ζωντανά του Θεού είναι! 

Οι χωματόδρομοι γέμιζαν λάσπη με τις βροχές, το σπίτι την έπνιγε και η γκρίνια της ήταν ανυπόφορη. Σχεδόν έξι χρόνια εκεί ήταν πολλά...
Πέντε χρονών ήταν ο μικρός όταν μετακόμισαν σε άλλη περιοχή.  Νέα γειτονιά, άλλος αέρας, άλλες γνωριμίες, άλλα όνειρα! Τον επόμενο χρόνο θα πήγαινε σχολείο και έπρεπε οπωσδήποτε να τον γράψουν σε ιδιωτικό για να κάνει παρέα με παιδιά καλών οικογενειών όπως έλεγε. Έδωσε στο παιδί το όνομα του πεθερού της επειδή ήταν το μοναδικό στην οικογένεια κι είχε οικονομικά οφέλη για το σχολείο του. Στα Πετράλωνα που έμενε, ήξεραν όλοι ότι θα πήγαιναν στο δικό τους πολυτελές σπίτι, στο Λυκαβηττό. Μοίρασε διάφορα φαγώσιμα και μικροπραγματάκια κι έριξε μαύρη πέτρα πίσω της... 


Το σπίτι στο Αιγάλεω είχε δυο δωμάτια κι αυτό αλλά ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση.
Το πιο σημαντικό ήταν ότι η τουαλέτα είχε χώρο για να μπει η μεγάλη σκάφη και να μη γεμίζει όλο το σπίτι νερά στο μπάνιο της εβδομάδας. Σ΄ένα τενεκεδάκι έριχνε οινόπνευμα και το άναβε για να ζεστάνει ο χώρος όση ώρα έπεφτε στην πλάτη το νερό με το κανάτι.
Στη γειτονιά είπε ότι θα έφερνε μαστόρους να της φτιάξουν λουτρό καλό, αλλά δεν άξιζε να μείνει στην ιδιοκτήτρια.
- Εμείς χτίζουμε σπιταρόνα υπερπολυτελείας με τρία μπάνια, όλα λουξ! Αυτή ένα ρημάδι έχει και μας έλεγε συνέχεια το σπίτι μου και το σπίτι μου και η αυλή και τι ωραίο που είναι! Σιγά την περιουσία, τι λες εκεί; Ένεκα που ο γιος μου θα πάει σχολείο, στο καλύτερο ιδιωτικό θα τον γράψω κι ήρθαμε εδώ, επειδής είχα τους λόγους μου. Καλέ, χάρη της έκαμα και το πιάσαμε λόγω που παραθερίζαμε όλο το καλοκαίρι και δεν προλάβαινα να ψάξω για κάτι καλύτερο! Επειδής δίνω σε πολύ κόσμο και ξέρουμε κάποια φτωχά παιδιά, είπα στον άντρα μου ότι θέλω να είμαστε κοντά για να τα βοηθάμε. Κι ο Σταθούλης μου επειδής είναι μικρός ακόμα και οι παρέες του ήταν μόνο παιδιά πλουσίων, θα πρέπει να δει και να μάθει ότι δεν είναι όλοι έτσι και να γίνει ελεήμων!


Γυρνούσε πάντα με κάτι στα χέρια όταν έβγαινε για ψώνια. Μια δυο φορές είχε κάνει αληθινή σπατάλη σε παπούτσια που αγόρασε από πολύ γνωστό κι ακριβό μαγαζί που ήταν για γυναίκες με φουσκωμένο πορτοφόλι. Τον επόμενο μήνα πήρε και μια μπλούζα από τη Σκουφά και φύλαξε τις τσάντες με τη φίρμα σαν τα μάτια της.
Όποτε έμπαινε εορταστική περίοδος έβγαινε από το σπίτι έχοντάς τες κρυμμένες κάτω από το πανωφόρι της και γυρίζοντας τις κρατούσε καμαρωτή έχοντας μέσα άσχετα πράγματα. Έκανε κι ένα γύρω στη γειτονιά πότε για ψωμί και πότε για γάλα, ώστε να τη δουν όλες! 
- Ψώνια κυρία Αθανασία;
- Ναι, βγήκα για παπούτσια και ρούχα. Επειδής είμαι πελάτισσα καλή εδώ και χρόνια, με ειδοποιάνε άμα φέρνουνε νέα μοντέλα από το εξωτερικό και πάω και ψωνίζω!
Μόλις είχε πάρει στα χέρια της τα χρήματα που της έστελνε ο άντρας της. Τρελαινόταν να βγαίνει στη γειτονιά με δολάρια στο πορτοφόλι για να κάνει εντύπωση.
- Να σας πληρώσω, όμως ξέρετε, δεν ψωνίζω με ελληνικά λεφτά, θα μου το χαλάσετε;
Πολλές Κυριακές έπαιρνε το παιδί και πήγαιναν βόλτα στην Κηφισιά. 
- Ο Σταθούλης εκεί είναι μαθημένος να κάνει περίπατο και να παίζει. Έχω συγγενείς και φίλους με παιδιά και πάμε τακτικά εκεί!
Αρκετά πιο κάτω από τις γραμμές του τραίνου, σ' ένα φτωχόσπιτο με αυλή, ήταν μια γυναίκα που πουλούσε αυγά από τις κότες της. Την είχε ανακαλύψει σεργιανίζοντας με το μικρό, κατόπιν υποδείξεως μιας κυρίας που τάιζε την κορούλα της κάτω από ένα δέντρο.
- Ζεστά ζεστά τα πιάνεις μαντάμ κι είσαι σίγουρη ότι είναι φρεσκότατα!
Την επόμενη μέρα το πρωί, όσες γυναίκες είχαν παιδιά γεύτηκαν αβγουλάκια "από τον άνθρωπο που μεγάλωνε κότες για εκείνη"...

Ο Μάνθος γύριζε από τα ταξίδια με τα χέρια πάντα γεμάτα. Έβγαινε στην αγορά και γέμιζε ψυγείο και ντουλάπια σα νοικοκύρης που ήταν και καμάρωνε το γιο  του που κάθε φορά έβλεπε όλο και πιο μεγάλο.
- Αντράκι γίνηκε το παιδί μας!
Τη χαρά της επιστροφής, αμαύρωνε η ψυχρότητα της γυναίκας του που δεν ήθελε να την αγγίζει. 
- Τις βρομιές σου τις κάμεις εκεί στα λιμάνια! Άντε φεύγα μη με κολλήσεις και καμιά αρρώστια! Σιγά μη σε αφήνω όλη την ώρα να μου κάμεις αυτά, που όλο εκεί έχεις το μυαλό σου! Να πας μέχρι τη μάνα σου και να δεις τι απόκαμε με το χτήμα! Το παιδί αφού μου το 'καμες έχεις και υποχρεώσεις
- Τι λες βρε Θανασούλα μου, τι πράματα είναι αυτά; Άντρας σου είμαι, λείπω τον περισσότερο καιρό και μου φέρεσαι έτσι δα; Ακόμα δεν ήρθα και μου λες να πάω στο νησί, πριν σας καλοδώ γυναίκα και γιο; Έλα, έλα κοντά μου να σε χαρώ λιγάκι! 
- Θέλω παπούτσια καλά κι ακριβά και τσάντα. Αυτά που είχα τα έδωσα σε μια φτωχούλα εδώ πιο κάτω... 
- Τα καλά σου της έδωκες;
- Όχι τα εντελώς καλά, τα άλλα που είχα πάρει τα μπλε, αλλά θα μου πάρεις καλύτερα!  Με πιάνουνε στο στόμα τους επειδή είμαι αριστοκράτισσα εγώ κι όχι σαν τα μούτρα τους που δεν ξέρουνε από κυρίες καθώς πρέπει. Πριν δυο βδομάδες πήγα να κοινωνήσω το παιδί κι αυτά που φόραγε στην εκκλησία δε μ' αρέσανε και της είπα ότι θα της δώσω καλά κι ακριβά που στη ζωή της δεν τα έχει βάλει. Και την τσάντα της έδωσα για να σκάσει από το κακό της η απέναντι που όλο με κουτσομπολεύει! Εγώ φταίω που της έδωσα ένα μπούτι από κοτόπουλο κι αβγουλάκια φρέσκα! Κάτσε να στείλω με το Σταθούλη στη διπλανή της ένα κομμάτι βούτυρο καλό, να της δείξω εγώ! 

Αυτά του είπε και σηκώθηκε από δίπλα του με το γνωστό της τουπέ, αφήνοντάς τον πάλι σύξυλο...










Μάμος - Μαιευτήρας 

















Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

Καό Θανασούλα, έλα στα συγκαλά σου!




- Εμείς, δεν ψωνίζουμε κρέατα από τους χασάπηδες της γειτονιάς, ούτε παίρνουμε αυγά από όπου να ΄ναι, δεν έχω μάθει έτσι! Πάμε μακριά έξω απ' την Αθήνα, σε άνθρωπο δικό μας, που μεγαλώνει αρνιά, μοσχάρια, γουρουνάκια και κότες ειδικά για μας! Τα σφάζει όποτε θέλουμε και πάει ο άντρας μου και τα παίρνει, αν δε βαριέμαι πάω μαζί κι εγώ για περίπατο στον καθαρό αέρα. Μα να δείτε διαφορά που έχουν με τα άλλα κρέατα, τι να σας πω! 
Κοιτούσε η γειτόνισσα σαν αποβλακωμένη την Αθανασία και σκεφτόταν πόσα λεφτά θα ξόδευαν για το κρέας τους. Αφού τα μεγάλωναν ειδικά γι' αυτούς, άρα τα έπαιρναν ολόκληρα! Ένα αρνί της φαινόταν λογικό, μια δυο κότες επίσης, αλλά ολόκληρο μοσχάρι και γουρούνι; Ποιο ψυγείο τα χωρούσε; Δεν άντεξε και τη ρώτησε.
- Το κόβει για βραστό, φιλέτα, κιμά και το γουρουνάκι επίσης σε μπριζόλες και κομμάτια για φούρνο ή κατσαρόλα. Μικρά και τρυφερά είναι, του γάλακτος, όχι τίποτα γουρούνες και βόδια! 'Επειτα εγώ μοιράζω κιόλας σε δικούς μου που έχουνε μικρά παιδάκια, για να μη τα ταΐζουν τα παλιοκρέατα και τα αυγά από το φούρνο και το μπακάλη! Μέχρι και στην Αμαλία του Καραμανλή δίνω και να δεις τι χαρά κάνει που είναι τόσο φρέσκα! Με τόσες υποχρεώσεις που έχουνε γίνεται να τρέχουνε στις εξοχές για τα κρεατικά τους; Έχουνε τους ανθρώπους τους που πάνε και τους ψωνίζουν βέβαια, αλλά μου λέει Αθανασούλα μου σαν το κρέας το δικό σου δεν βρίσκω πουθενά! Την άλλη βδομάδα που θα πάμε στην εξοχή, θα της πάω ένα καλάθι αυγά και μπόλικο φρέσκο κρέας να έχει να φχαριστιέται! 
Και ψαράδες δικούς μας έχουμε, που ανοίγονται μακριά και πιάνουν τα καλύτερα. Από το νησί, μας τα στέλνουνε με το πρώτο καράβι!
Όσο έβλεπε τη γυναίκα να κρέμεται από τα χείλη της, τόσο πιο πολλά έλεγε. Στο τέλος της έδωσε το πετσετάκι που το ξετύλιξε σχεδόν ευλαβικά, γιατί τάχα της είχε δωρίσει η γυναίκα ενός άλλου μεγάλου πολιτικού, όταν την είχε καλέσει στη βίλα της για τσάι...
- Αν και είναι μεγάλης αξίας, σας το δίνω για να με θυμάστε κυρία μου και να καμαρώνετε που είναι από τέτοιο σπίτι φερμένο! 

Στα Καμμένα Βούρλα πήγαν τελικά για λίγες μέρες. Δεν συμβιβάστηκε όταν ο Μάνθος της είπε να μείνουν σε μια ωραία αλλά οικονομική πανσιόν που βρήκαν, ήθελε στο ακριβό ξενοδοχείο. Εκεί άρχισε τις τρέλες με τα φιλοδωρήματα, που ήταν παραπάνω απ' όσα έδιναν οι άλλες κυρίες. Σκορπούσε τα λεφτά για να κάνει την πλούσια μεγαλοκυρία και να τρέχουν όλοι πίσω της κι ο Μάνθος αγανάχτησε που άδειαζε η τσέπη του. Δεν την προλάβαινε ο καημένος και ντρεπόταν κιόλας επειδή τον είχε παρουσιάσει ως πλοιοκτήτη.
- Όλοι εδώ είναι μεγάλοι και τρανοί, είδες τι γίνεται! Εμείς ήρθαμε για να είμαστε οι φτωχούληδες; Σου αξίζει να περάσεις καλά Μάνθο μου, σάμπως και θα μείνεις για καιρό ακόμα μαζί μου; Ουρανό και θάλασσα θα βλέπεις, να φύγεις με ωραίες αναμνήσεις! Μη μιλάς, σουτ που θα γκρινιάξεις πάλι! Λεφτά να πάρεις από την τράπεζα, γι' αυτό τα έχουμε, να περνάμε καλά!
Είδε κι έπαθε ο έρμος μέχρι να φύγουν αφού ξέμεινε εντελώς και πήραν το δρόμο της επιστροφής. Η Αθανασία ήταν ευτυχισμένη, όχι τόσο επειδή πήγε εκεί που ήθελε και πέρασε καλά, αλλά γιατί ήταν πάνω απ' όλους! Ήταν τόπος παραθερισμού για κοσμικούς πολύ της μόδας τότε.
- Να σκάσουνε οι μπαρμπάδες σου κι όλη η γειτονιά!
- Βρε γυναίκα, πριν την ώρα μου θα μπαρκάρω τελικά...
- Αυτή είναι η δουλειά σου! Μια ζωή στα καράβια, τώρα το σκέφτεσαι που θα φύγεις; Κι εσύ το ήξερες κι εγώ το ήξερα. Αφήνεις πίσω σου γυναίκα τίμια και μη σε νοιάζει τίποτα!

Έφτιαχνε τις βαλίτσες του όταν ένιωσε ξανά ζαλάδα και το στομάχι της ν' ανακατεύεται. Μια βδομάδα η ίδια αδιαθεσία.
- Μάνθο μου, το πρωί θα πάω σε γιατρό, γυναικολόγο. Να δεις που είμαι σ' ενδιαφέρουσα και θα σε κάνω μπαμπά!
Τρελάθηκε από τη χαρά του! Ξέχασε και τα αλόγιστα έξοδά της και όλα όσα τον είχαν εκνευρίσει. Αλλά ήθελε τόσο πολύ να είναι μαζί της...
Τώρα είναι που πρέπει να έχουμε λεφτά πολλά για μένα και το παιδί! Γιατροί, εξετάσεις, γέννα, μωρουδιακά... Ο καιρός περνάει γρήγορα άντρα μου. Μέχρι να γεννήσω θα έχεις έρθει!
Γέμισε τα ντουλάπια και το ψυγείο για να έχει τα πάντα και να τρώει καλά. Ειδοποίησε και τη μάνα της να ετοιμαστεί σε λίγο καιρό για την Αθήνα, να μείνει μαζί της. Εγκυμονούσα και μόνη στο σπίτι δεν γίνεται κι εκείνος έπρεπε να φύγει ήσυχος.
Η μητέρα του χάρηκε με το καλό νέο, ή έτσι έδειξε τουλάχιστον. Τα μαντάτα για τα καμώματα της νύφης είχαν φτάσει με γράμμα πολυσέλιδο από το θείο.
- Θα τόνε φάει, μαύρη ώρα που τήνε πήρε! Μα να μας κάμει τέτοιο ρεζιλίκι στα σόγια μας μέσα; Τι πράματα είναι αυτά, τι γλώσσα κακιά έχει; Ήκαψε την καρδιά μου η φανταγμένη που περνιέται για βασίλισσα τρομάρα τση! Μαντίλι να κλάψει δε θα μείνει στο παιδάτσι μου, φράγκο δε θα του αφήκει... Αχ! αυτά περίμενα εγώ από τη νύφη μου; Τέτοιο λεβέντη που τόνε ζήλευε όλο το νησί και να πέσει σε δαύτη; Τώρα με το μωρό θα τόνε δέσει για τα καλά κι άντε να γλυτώσει... Μα στα καλά τση δεν είναι κι αυτή η μάνα τση τι κάμει να τήνε μαζέψει;
Η κυρά - Ρήνη τραβούσε τα μαλλιά της όταν της τα πρόλαβε πολύ θυμωμένη η προξενήτρα.
- Τι να πω δεν ξέρω... Στου αντρός της τα σόγια τέτοια πράματα έκαμε η κόρη μου; Μούτρα δεν έχω να δω τα συμπεθεριά... 
- Ρήνη, μεγάλο λόγο θα πω και μη με παρεξηγάς, αμά μετάνιωσα, πολύ μετάνιωσα που έκαμα τα προξενιά. Η Μαριγούλα καταριέται την ώρα και τη στιγμή κι όλο ζάλη έχει, το γράμμα το διάβασα η ίδια που δεν είχε κουράγια εκείνη... Τώρα να δούμε τι θα κάμουμε που είναι κι έγκυος. Μαζί θα μένετε, πες της κάνα λόγο μπας και τα σιάξουμε τα πράματα, αμαρτία είναι τέτοιο παιδί και τόσο καλή οικογένεια...

Οι εντολές της κόρης, ήταν νόμος απαράβατος αν ήθελε να πάει η μάνα της στην Αθήνα. Έπρεπε να ψωνίσει ρούχα καλά και παπούτσια τριζάτα, να λύσει τον κότσο που είχε μια ζωή και να κάνει τα μαλλιά της μπούκλες για τη δει η γειτονιά σαν κυρία καθώς πρέπει κι όχι σα γυναικούλα του νησιού.
Καλοχτενίστηκε η μάνα με τα μαλλιά της ψηλά, να κουρευτεί και να βγει με μπούκλες δεν υπήρχε περίπτωση, φόρεσε κι ένα φουστανάκι της προκοπής κι αφού φορτώθηκε καλούδια από τα χωράφια τους έφτασε στο σπίτι της κόρης και του γαμπρού της με χαρά. Αντί για καλωσόρισμα, την κοίταξε με μισό μάτι και την πήρε από τα μούτρα...
- Σου είπα να έρθεις ωραία σαν την αρχόντισσα κι εσύ δε μου έδωσες σημασία! Πώς θα σε συστήσω στους κύκλους μου, δεν είναι το χωριό εδώ! Να ψωνίσεις ρούχα αλλιώτικα πρέπει! 
- Καλά μου τα λέγανε που κάμεις πράματα παλαβά και κοντεύεις να τους πεθάνεις τους αθρώπους! Του κόσμου τσι προσβολές έτσι δα; Καό* Θανασούλα, έλα στα συγκαλά σου! 
- Μη με λες Θανασούλα, Αθανασία με ξέρουνε όλοι κι άμα πάω σ' άλλο σπίτι θα βρω άλλο, ένα αριστοκρατικό όνομα! Και μη μου λες τα λόγια της πεθεράς μου και του βρομόσογού του γιατί δεν κάνει να συγχύζομαι και πάθει το μωρό! Από τη ζήλια τους τα λένε που δε μπορούνε να με φτάσουνε ούτε στο νυχάκι μου! Εδώ πέρα όλοι με έχουνε σε μεγάλη εκτίμηση και κάμω παρέα με αριστοκράτες, όχι το θείο του, τη γυναίκα του και τα παλιόπαιδά τους που βρωμάνε τσίκνες και κουζινίλες! Η κόρη σου είναι μεγάλη και τρανή στην Αθήνα και φυσάνε όλοι για να περάσει, έτσι να τους πεις!

Καθόλου δεν άφηνε τη μάνα της να βγει. Η καημένη η γυναίκα, δεν είχε ιδέα για τα ψέματα της κόρης της στη γειτονιά. Σύζυγος εφοπλιστού που ζει τον περισσότερο καιρό στο εξωτερικό και κυκλοφορεί σε κοσμικά σαλόνια, δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει πιστευτό ούτε από την πιο αφελή γυναικούλα. Η δαιμόνια κόρη της όμως, βρήκε τη λύση! Αφού την πάστωσε με πούδρα Πομπέϊα και κοκκινάδι στα χείλη και τα μάγουλα και πήρε όψη κάπως αλλιώτικη η καλοκάγαθη γυναίκα που δεν τολμούσε να κοιταχτεί στον καθρέφτη από ντροπή, την έβγαλε για λίγο στο παράθυρο να τη δουν οι γειτόνισσες. Για την αυλή, ούτε συζήτηση ακόμα...
Βγήκε η Αθανασία καμαρωτή τάχα για ψώνια. Έβαλε όλα της τα λεφτά στο πορτοφολάκι, όχι βέβαια για να τα ξοδέψει αλλά για να κάνει εντύπωση ανοίγοντάς το. Στα γειτονικά μαγαζιά είχαν βγει οι νοικοκυρές με τα κέρματα να κουδουνίζουν στις τσέπες, για να στήσουν το τσουκάλι της ημέρας. Κουνουπίδια, φασολάκια, χόρτα, καρότα, κρεμμύδια, πατάτες, σκόρδα, ντομάτες, καμιά σακούλα με όσπρια ή ρυζάκι, τίποτα παραπάνω δεν έβλεπες στα διχτάκια τους.
- Καλημέρα, καλώς την! 
- Καλημέρα σας κυρίες μου! Λίγο μαϊντανό θέλω να πάρω για τα μπιφτέκια που θα ψήσω, ξέχασε να μου φέρει ο άνθρωπος από το περιβόλι που αγοράζω.
-  Έχετε και μουσαφίρισσα στο σπίτι, ε;
- Ναι, ναι. Μεγάλη ταραχή πήραμε εγώ και οι γονείς μου! Ξέρετε, παραλίγο να σκοτώσουνε τη μητέρα μου κάτι ληστές για να της πάρουν τα χρυσαφικά και την τσάντα! Και της το έχω πει τόσες φορές, να μη βγαίνει μόνη της έξω και την κλέψουν με όλα αυτά που φοράει, αλλά δε με άκουγε! Και να τώρα, μέχρι και τα ρούχα της έσκισαν, καλά που τους τα έδωσε μόνη της τα βαριά τα χρυσά και δεν την σκότωσαν! Ήρθε από το εξωτερικό για να μείνει μαζί μου που είμαι σε ενδιαφέρουσα και τι τη βρήκε! Την έντυσα κι εγώ με κάτι απλά ρούχα και της είπα να φέρνεται σαν φτωχούλα για να μη ξαναπάθει τα ίδια! Έξω είναι αλλιώς, όχι όπως εδώ που δε μπορείς να βγεις όπως θέλεις κι ορμάνε να σε γδάρουνε οι κλέφτες...
Ανοίγει το πορτοφόλι που είχε κάμποσα χιλιάρικα μέσα και τα έβγαλε με άνεση για να δώσει το κέρμα που κόστιζε ο μαϊντανός. Οι γειτόνισσες τη συμβούλεψαν να μην κρατάει τόσα πολλά λεφτά πάνω της και πάθει ό,τι και η μητέρα της.
- Ναι, δίκιο έχετε βέβαια, αλλά τι να κάνω που έχω συνηθίσει στα πολλά λεφτά; Καλή όρεξη κυρίες μου! 

Σε μισή ώρα χτύπησε τις πόρτες τους και φίλεψε τις δυο γυναίκες λίγες ντομάτες κι αβγά φρέσκα από τους "δικούς της" ανθρώπους όπως έλεγε. Τυλιγμένο σε λεπτό χασαπόχαρτο είχε κι από μια χούφτα κιμά, έτσι για να ψήσουν κι ένα μπιφτεκάκι με το μεσημεριανό τους και να δούνε πόσο φρέσκος ήταν...





Καό - Λέξη σαν το βρε ή καλέ πριν το όνομα κάποιου, που χρησιμοποιούσαν οι Σαντορινιοί.  











Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

Τι ξέρετε από κυρίες καθώς πρέπει...




Το καλό κι ακριβό ρεστοράν του Συντάγματος, της άνοιξε την όρεξη για σεργιάνι στο Κολωνάκι. 

- Εδώ θα με φέρνεις να τρώμε Μάνθο μου και μετά θα βλέπω τις βιτρίνες και θα διαλέγω ρούχα!
- Δεν είναι αυτά για μας Θανασούλα μου, πλούσιοι είμαστε; Για μια φορά φάγαμε και ήπιαμε εδώ κι είδες πόσα πλέρωσα... Και να πεις που ήτανε μεγάλες οι μερίδες του; Δε χόρτασα να σου πω, ανάλογα τα λεφτά έπρεπε να είμαστε φουσκωμένοι... 
- Θανασούλα δε θα με λες πια ούτε εσύ ούτε κανένας άλλος, Αθανασία είμαι! Κι όσο για τα φαγιά που λες, οι αθρώποι του καλού κόσμου δεν τρώνε σαν τα ζώα, ούτε όπως στα κουτούκια που πάει ο μπάρμπας σου με τη γυναίκα του! Μια χαρά ήτανε το φαΐ, όσο έπρεπε! Κι εδώ πολύ μου άρεσε, άλλος κόσμος, αριστοκρατικός, με το κρασί από μπουκάλι κι όχι από το βαρέλι! Κι αυτό το φόρεμα το εμπριμέ θα μου πηγαίνει και  θα το πάρω!
- Χα χα χα! Ένα βδομαδιάτικο δε φτάνει για δαύτο, είδες πόσο έχει;
- Αφού είναι από το εξωτερικό, είναι το καλύτερο και γι' αυτό έχει τόσο! Άλλο πράμα οι ξένοι, ανώτεροι σε όλα τους!


Είχε ξημερώσει Κυριακή και καθόταν στην αυλή πίνοντας τον καφέ της. Οι γειτόνισσες γυρίζοντας από την εκκλησία την καλημέρισαν κι εκείνη ανταπέδωσε ευγενικά αλλά υπεροπτικά. Ένα ρούχο καλό είχαν κι ένα ζευγάρι παπούτσια που τα πρόσεχαν σαν τα μάτια τους κι αυτά για την εκκλησία, τον απογευματινό Κυριακάτικο περίπατο ή καμιά βεγγέρα μεταξύ τους στις γιορτές. Τώρα θα φορούσαν τα τσίτινα ρομπάκια τους, θα έβαζαν το φαΐ στη φωτιά και θα έψηναν καφέ να τον πιουν στην αυλίτσα. Τις κοιτούσε που μιλούσαν και γελούσαν αμέριμνα τρώγοντας τον άρτο κι άρχισε το μυαλό της να ταξιδεύει... Πρώτα όμως, έπρεπε να ταξιδέψει ο άντρας της... 
- Άντε, Μάνθο μου, άντε στον Πειραιά να βρεις καράβι, αρκετά έκατσες εδώ πέρα πια
- Τι λες βρε γυναίκα; Ακόμα μήνας δεν έκλεισε που παντρευτήκαμε και μου λες να φύγω; 
- Κι εδώ να κάθεσαι τι να κάμεις; Από δω πήγαμε, από κει πήγαμε, όλη την Αθήνα γυρίσαμε, θα σωθούνε τα λεφτά και τι θα γίνει; 
- Χα χα χα! Αυτό φοβήθηκες βρε Θανασούλα μου; Έννοια σου κι έχω κάμει τα κουμάντα μου για κάμποσο καιρό να είμαστε μαζί! 
Ήρθε κάπως η ψυχή της στη θέση της, γιατί σκόπευε να μπει στο μάτι όλης της γειτονιάς. Την άλλη μέρα θα έβγαινε για ψώνια. 
- Μάνθο, στις βιτρίνες θέλω να πάω αύριο, άμα βαριέσαι μείνε σπίτι, δε θα αργήσω πολύ.
- Να πας, εγώ θα διαβάσω την εφημερίδα μου έξω στη δροσούλα. Έλα, ετοιμάσου να πάμε για μπάνιο! 

Ωραίο το Φάληρο τις Κυριακές! Ο κόσμος μαζευόταν και περνούσε όλη σχεδόν τη μέρα στη θάλασσα. Η Αθανασία τράβηξε τον άνδρα της και άπλωσαν την ψάθα τους δίπλα σε μια ευτραφή κυρία φορτωμένη χρυσαφικά, που είχε έρθει με κούρσα.
- Αφού έχει χώρο πιο πέρα βρε γυναίκα, γιατί να στριμωχτούμε εδώ; 
- Μια χαρά είναι εδώ, πολύ ωραία! Άντε εσύ να βουτήξεις κι έρχομαι σε λίγο κι εγώ! 

- Νιόπαντροι λοιπόν, ε; Να ζήσετε, βίον ανθόσπαρτον και καλούς απογόνους με το καλό!
- Σας ευχαριστώ πολύ μαντάμ! Έτσι που λέτε, δεν ήθελα να μείνω στο νησί, προτίμησα να έρθουμε στο σπίτι μας και να παραθερίσουμε στα Καμμένα Βούρλα. Ξέρετε, μένουμε πάντα δίπλα από τον Καραμανλή, με τη γυναίκα του έχουμε μεγάλες φιλίες! Πολύ καλή η Αμαλία και όμορφη, κάνουμε παρέα συνέχεια!
Η γυναίκα την κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια.
- Τι μου λέτε; Α, θα έχω πολλά να μάθω κυρία Αθανασία μου από σας! Θα έρθετε και στο σπίτι μου, πολύ θα χαρώ μια που γνωριστήκαμε! 
- Πως, ευχαρίστως! Να τελειώσω πρώτα τις υποχρεώσεις μου, δεν προλαβαίνω να τρέχω από τσάι σε τσάι, καταλαβαίνετε... 

- Γιατί πίνεις τσάι Θανασούλα, πονόκοιλο έχεις; 
Οι θείοι του Μάνθου που τόσο πολύ τους είχε προσβάλλει, στέκονταν δίπλα με τα παιδιά τους. Απτόητη η Αθανασία αν και σοκαρίστηκε, γύρισε το κεφάλι και τους κοίταξε περιφρονητικά.
- Πονόκοιλος πιάνει εσένα και τη φαμίλια σου που τους ταΐζεις στα κουτούκια και πίνετε τσάι του βουνού μετά! Εγώ τρώω στα καλύτερα ρεστοράν και πίνω τσάι ευρωπαϊκό στα σαλόνια με κυρίες, όχι με γυναικούλες σαν την κυρά σου! Άντε τώρα ξεκουμπιστείτε από δω κι έχω συζήτηση με την κυρία! 
- Και πού βρήκες εσύ τις κυρίες και τα σαλόνια που μπαίνεις βρε Θανασούλα, στο Βουρβούλο
- Το μισό Βουρβούλο είναι του πατέρα μου και μου το δίνει προίκα! Άμετε στα τσακίδια κι αφήστε με ήσυχη! 
Η κυρία κοιτούσε σοκαρισμένη.
- Είδατε μαντάμ τι είναι η ζήλια; Τους έχει δώσει ο άντρας μου του κόσμου τα λεφτά, τους έντυσε, τους τάισε, θέλουν να βάλουν πόδι και στην προσωπική μου περιουσία. Τι σου είναι αυτοί οι φτωχοί συγγενείς, αμέσως παίρνουνε θάρρητα! Λοιπόν, τι λέγαμε; 


Όση ώρα στολιζόταν κι ετοιμαζόταν για την εξόρμηση στα μαγαζιά, το στόμα της δεν σταμάτησε.
- Ακούς εκεί το βρομόσογό σου! Τι δουλειά είχανε να έρθουνε από πάνω μου και να παρακολουθάνε τι έλεγα, μου λες; Άκου πονόκοιλους και Βουρβούλα! Η κυρία που μιλούσα ήρθε με κούρσα, του γιου τση είναι! Έχουνε κάμει παρέα με ανθρώπους του κόσμου για να ξέρουνε να φερθούνε; Να με προσβάλλουνε θέλανε, αμά θα τους δείξω εγώ! Την άλλη βδομάδα θα πάμε στα Καμμένα Βούρλα να παραθερίσουμε!
- Τι λες βρε γυναίκα, καινούργιο είναι πάλι αυτό;
- Είπα και τελείωσε! Θα πάμε για να τους μπω στο μάτι, αλλιώς θα βάλω φωτιά και θα τους κάψω! 
Μέτρησε τα λεφτά κι έφυγε νευριασμένη, χτυπώντας την πόρτα. Επέστρεψε μετά από τρεις ώρες κρατώντας τσαντάκια και πακέτα. Οι γειτόνισσες την κοιτούσαν που περπατούσε αργά, με το κεφάλι ψηλά, σα να απαξίωνε τους πάντες. Μπήκε στο φούρνο να πάρει ψωμί αλλά τα πακέτα δεν τα άφηνε από τα χέρια της και προσπαθούσε να βγάλει λεφτά για να πληρώσει τη φραντζόλα.
- Άστα εδώ καλέ κυρά μου να μη δυσκολεύεσαι!
- Καλέ και κυρά μου να πεις τη γυναίκα σου! Εγώ είμαι η κυρία Αθανασία κι ο πατέρας μου έχει βαπόρια δικά του, δεν είμαι καμιά γυναικούλα! Και τα ψώνια μου είναι από τα καλύτερα μαγαζιά, δε θα τα ακουμπήσω στον πάγκο με τα σουσάμια σου! Αλλά βέβαια, τι ξέρετε σεις εδώ από κυρίες καθώς πρέπει...
Σταυροκοπήθηκε ο φούρναρης όταν έφυγε και δυο τρεις γυναίκες που ήταν μέσα έφτυναν τον κόρφο τους... 

- Αθανασούλα, μπας και θες για σεργιάνι να 'ρθεις κι εσύ στην αγορά να κάμουμε μαζί τα ψώνια;
- Α πα πα! Στις ψαρίλες και τις κρεατίλες στο είπα, δε μπορώ! Κοίτα μη σε γελάσουνε και δε σου δώσουνε πράματα καλά γιατί θα τα πετάξω! Τα καλύτερα θέλω να τους πεις! 
- Καλά, καλά, ξέρω τι ψωνίζω... Τα καλύτερα πάντα δε ζητάω;
Έφυγε ο Μάνθος κι εκείνη άρχισε να ψάχνει τα ντουλάπια και τα μπαούλα. Μια πιατελίτσα με ανθάκια και ένα πλεχτό πετσετάκι από της θειάς της τα χέρια ήταν ό,τι έπρεπε για αρχή. Τα τύλιξε πρόχειρα και βγήκε στην αυλίτσα με το ποτιστήρι. Η κυρά - Ευλαμπία άπλωνε ένα σεντόνι στο σχοινί.
- Κυρία Ευλαμπία! Μπορώ να σας δω μια στιγμούλα; 
- Ορίστε κοπέλα μου, έρχομαι! 
Τέντωσε καλά το ασπρόρουχο και σκουπίζοντας τα χέρια στην ποδιά της πλησίασε στην πόρτα της.
- Είστε καλά; Ο σύζυγος, τα παιδιά σας; Μη με παρεξηγήσετε, αλλά επειδή σας έχω μεγάλη συμπάθεια, ήθελα κάτι να σας δώσω!
Μπήκε βιαστικά και της έδωσε την πιατέλα με χαμόγελο.
- Είναι από την Αμερική, μου την έστειλε ο ξάδερφός μου που είναι μεγάλος και τρανός εκεί, με πολλά άλλα πράματα. Σκεφτείτε ότι ακόμα δεν τα έχω ανοίξει όλα, γέμισε κούτες το σπίτι μέσα! 
Τα έχασε η κυρά - Ευλαμπία αλλά δέχτηκε με χαρά τη χειρονομία της και την ευχαρίστησε.
- Η οικογένειά μου είναι στην Αγγλία, του μπαμπά μου οι δουλειές βλέπετε... Έχουμε μεγάλη περιουσία στη Σαντορίνη, σπίτια, μαγαζιά, χτήματα... Αλλά με τα  βαπόρια τώρα το καλοκαίρι κουράστηκε ο καημένος πολύ... Μου χτίζει κι ένα μεγάλο σπίτι για να μείνω με τον άντρα μου, για λίγο καιρό ήρθαμε εδώ σ' αυτό το σπιτάκι. Τα έπιπλα τα έχω παραγγείλει από το εξωτερικό όλα! 
Η Ευλαμπία την κοιτούσε με θαυμασμό. Μια τόσο πλούσια γυναίκα στη γειτονιά τους; Είχε μάθει πολλά για να πει  στις άλλες το απόγευμα με το καφεδάκι τους... Αυτό ακριβώς ήθελε η Θανασούλα! 




Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

Θα χωθώ εκεί μέσα με τσι τσίκνες;




Λεφτά έχουμε πάρα πολλά! Δεν ξέρουμε πια που να τα ξοδέψουμε! 

Αυτή ήταν η αγαπημένη ατάκα της Αθανασίας. Μιας μικροκαμωμένης γυναίκας που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Σαντορίνη. Φτωχή οικογένεια με τρία παιδιά, που βγήκαν από μικρά στο μεροκάματο για να κερδίσουν τον επιούσιο. Στα χωράφια δούλευαν, τίμιοι και αξιοπρεπείς, μαθημένοι πάντα στα λίγα. Η Αθανασία, μεγαλύτερη και μοναχοκόρη, ούτε ν' ακούσει για δουλειά, καθόταν στο σπίτι κι έκανε όνειρα για μεγάλη ζωή. Οι καβγάδες με τα αδέρφια και τους γονείς της καθημερινοί, αφού ήταν όλο απαιτήσεις. Η μάνα παρακαλούσε να βρεθεί ένας χριστιανός να την πάρει, να βρει το σπίτι λίγη ησυχία. 
- Μακάρι άντρα μου να μας λυπηθεί ο Θεός και να ξεστραβωθεί κάνας μορφονιός να την παντρέψουμε... Πώς μας βγήκε έτσι φαντασμένο αυτό το παιδί, σα να μην το γέννησα εγώ... Αμά θέλει και πλούσιος να είναι, όλα τα ζητάει! Πού θα τόνε βρει μου λες; Δε μπορώ να τήνε κάμω καλά με τσι παλαβομάρες τση πια! Πράμα στο σπίτι δεν έχει αφήκει, τα μοιράζει από δω κι από κει! Τσι προάλλες που η Παρασκούλα είχενε γιορτή, τση έδωκε το μαντίλι το καλό το μεταξωτό! Ακούς πράματα; Δε στο είχα πει μη σε στεναχωρέσω που είχες πάλι το στομάχι σου... 

Θέλω άντρα όμορφο και λεβέντη που να βγάζει λεφτά, να έχω να σκορπάω! Αλλιώς δεν παντρεύομαι!
Τα χρόνια περνούσαν κι η τύχη δεν της είχε χτυπήσει την πόρτα. Την έβλεπαν που τους κοιτούσε σαν παρακατιανούς και με το ζόρι έλεγε μια καλημέρα κι έφτυναν τον κόρφο τους. Ποιος άντρας θα την ήθελε στο πλάι του και ποια μάνα θα τη δεχόταν για νύφη της; Ο καιρός περνούσε με τη φαγωμάρα και τις απαιτήσεις της κι έφτασε στα εικοσιέξι χρόνια της όταν γνώρισε το Μάνθο. Προξενιό της τον έκανε μια ξαδέρφη της μάνας της, που ήξερε καλά την οικογένεια. 
- Καλό παιδί ο γιος τση Μαριγούλας! Τίμιο, δουλευταρούδικο, έχει και λεφτά στην άκρη, ήσυχο, βολικό, δεν ξέρει το όχι! Θα βρει καλύτερη τύχη η κόρη σου βρε ξαδέρφη; 
Ψηλός, ξανθός, με ωραίο χαμόγελο κι ευγενικούς τρόπους, με σταθερή δουλειά που έβγαζε καλά λεφτουδάκια σύμφωνα με τα πενιχρά οικονομικά της οικογένειάς της, ο λεβέντης ναυτικός σα να άρεσε της Αθανασίας. Μεγάλη χαρά για τους γονείς.
Θα τον πάρω για να σκάσουνε όλες! Το ξέρω ότι λένε πως θα μείνω γεροντοκόρη, που να λυσσάξουνε οι σιχαμένες! Ο πιο όμορφος είναι, θα μου στέλνει λεφτά και δε θα μου κάμει και κουμάντο κιόλας σαν τους άλλους που είναι μες στα πόδια τους συνέχεια και πώς αυτό και τι εκείνο... Μαμά, πες το ναι! 

Ο γάμος έγινε παρά τις αντιρρήσεις της πεθεράς της που δεν την είχε πάρει με καλό μάτι. 
- Βρε παιδάτσι μου, τη μύτη πολύ ψηλά έχει αυτή η κοπέλα. Όσο καλή και πρόσχαρη είναι η οικογένειά τση, τόσο εγωίστρια κι ακατάδεχτη είναι αυτή! Και πολλές απαιτήσεις τη βλέπω να 'χει, σάμπως και να μεγαλοπιάνεται.  Φοβούμαι ότι δε θα περάσεις καλά μαζί τση, να την αφήκεις όσο είναι νωρίς... 
Η Αθανασία που καταλάβαινε τα πάντα την έβριζε πίσω απ' την πλάτη της και φρόντισε να τον δέσει για τα καλά. Άρχισε τα ξεμοναχιάσματα μαζί του και τον προκαλούσε, μέχρι που η σχέση τους ολοκληρώθηκε. Ήταν θερμή και τρυφερή μαζί του, ίσως για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή της... 
Λίγο μετά τον αρραβώνα τους ο Μάνθος έφυγε ταξίδι και γύρισε φορτωμένος δώρα για την Αθανασία και τα πεθερικά. Υφάσματα, μπιμπελό, ρούχα, έκρυψε τα περισσότερα από τη μάνα του και τους τα πρόσφερε με χαρά. Εκείνη δεν έδειξε να ενθουσιάζεται με τίποτα, αν και μέσα της πετούσε από χαρά γιατί είχε το σχέδιό της. Μετά το γάμο και φεύγοντας από το νησί, κράτησε λίγα και τα υπόλοιπα τα μοίρασε στις γειτόνισσες σαν αποχαιρετιστήρια δώρα. Η μάνα της κόντεψε να τρελαθεί βλέποντας τα παράλογα της κόρης της και τα δώρα του γαμπρού να φεύγουν απ' το σπίτι. 
- Παλάβωσες εντελώς εσύ; Τι ντροπής πράματα είναι αυτά που κάμεις, ε; Τι θα πεις στον άντρα σου; Αχ Παναγία μου δεν έχει μυαλό! 
Σιγά μην προβληματιζόταν για το τι θα έλεγε στο Μάνθο!
- Ήθελα να τους τα δώσω για να δούνε τι άντρα ανοιχτοχέρη πήρα! Καλά να είσαι και θα μου φέρεις άλλα! 
Το κατάπιε ο καημένος και δεν έδωσε συνέχεια. Νιόπαντροι ήταν, είχε άλλα στο νου του... 


Ένα μικρό σπιτάκι με δυο καμαρούλες στα Πετράλωνα τους είχε βρει ο θείος του και το νοίκιασαν. Η Αθανασία άφρισε! 
- Εγώ εδώ δε μένω και να πεις του θείου σου ότι δεν είμαι καμιά γυναικούλα του σωρού! Θέλω άλλο σπίτι καλύτερο, να έχει και σαλόνι!
- Δε μπορούμε να πληρώσουμε παραπάνω λεφτά τώρα, είχαμε έξοδα με το γάμο. Ας μείνουμε λίγο καιρό εδώ να κάνω κάμποσα μπάρκα να μαζέψουμε λεφτά και θα βρούμε άλλο... 
- Άμα δε μπορούσες να με πας στο καλύτερο να μη παντρευόσουνα! Και πάμε αμέσως στο θείο σου να του τα πω ένα χέρι! 
Ούτε να τους καλωσορίσει δεν πρόλαβε ο άνθρωπος και τον πήρε απ' τα μούτρα... Έξυπνη η γυναίκα του, ήξερε τη λόξα της νύφης τους και βρήκε αμέσως το κουμπί της! 
- Η γειτονιά και το σπίτι Θανασούλα μου μπορεί να σου κακοφάνηκε, όμως να ξέρεις ότι λίγο πιο πέρα μένει και καλός κόσμος, βέβαια! Έχει κυρίες καθώς πρέπει, καλοντυμένες, αρωματισμένες, θα δεις που θα γνωριστείτε και τι καλή παρέα θα κάνετε! Να σου πω και κάτι, εσύ απ' όλες θα ξεχωρίζεις στη γειτονιά, σαν αρχοντοπούλα είσαι και θα σε δείχνουνε με το δάχτυλο!
Αυτό ήταν! Φούσκωσε από καμάρι η νιόπαντρη που θα έκανε τα πάντα για να εντυπωσιάσει. Ο θείος πίστεψε πως ηρέμησαν όλα...
- Ελάτε τώρα να πάμε για ένα κρασάκι να σας ευχηθούμε καλύτερα! Έχει ψητά και ό,τι τραβάει η ψυχή σας στο κουτουκάκι εδώ πιο κάτω! 
- Στο κουτουκάκι εδώ πιο κάτω; Και τι με πέρασες κύριε που θα χωθώ εκεί μέσα με τσι τσίκνες και τσοι κακομοίρηδες
Τα έχασαν οι θείοι...
- Στο Σύνταγμα θα πάμε κι άμα θέλετε ελάτε, αλλιώς να πάτε στο κουτούκι με τη λαϊκάντζα
Πριν προλάβουν ν' αντιδράσουν οι εμβρόντητοι άνθρωποι, είχε ήδη φτάσει στην πόρτα. Ο Μάνθος ταραγμένος έτρεξε πίσω της κι έγινε ο πρώτος τους καβγάς...
- Εσύ φταις! Επιτρεπότανε με το που ήρθαμε να μας πάει το σόι σου στο καταγώγι; Δεν έβαλα εγώ τα ρούχα μου τα καλά για να με φάει η κάπνα κει μέσα! Και πρόσεξε καλά, μη σε τραβολογήσει καμιά μέρα εκεί ο παλιόγερος! Εμ! Από τση μάνας σου το σόι δεν είναι, τι να περίμενα; Ξέρει η κυρά - Μαριγούλα από τρόπους του καλού κόσμου, που στουμπίζει το κρεμμύδι στο τραπέζι για να φάει με τη φάβα; Άιντε να χαθεί που με κοίταζε και με μισό μάτι, καλύτερη νύφη θα έκαμε; Εγώ είμαι καλομαθημένη κι αριστοκράτισσα από μικρή και το ξέρουνε ούλοι κι ο άντρας ο δικός μου θα είναι ανώτερος και πολύ τζέντλεμαν! 

Όσο κι αν προσπάθησε να την πείσει να μιλάει πιο σιγά δεν τα κατάφερε. Οι θείοι του τα άκουσαν όλα αναψοκοκκινισμένοι...