.

.
.

Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Δίκιο έχει το παιδί καλέ μαμά!




- Βαπτίζεται ο δούλος του Θεού Ματθαίος!

Δάκρυα συγκίνησης έτρεχαν απ' τα μάτια του ευτυχισμένου παππού.
Η εκκλησία ήταν γεμάτη συγγενείς και φίλους που χαμογελούσαν χαρούμενοι. Οι παππούδες από το νησί είχαν έρθει φορτωμένοι δώρα και η Ρήνη με την ψυχή στο στόμα αφού ο άντρας της είχε βαρύνει αρκετά. Πλεχτά ρουχαλάκια και κουβερτούλες, ασημώματα, καλάθια γεμάτα όπως πάντα. 
Λούλα, Διονυσία και Σασώ, είχαν επιστρατεύσει και τις άλλες γυναίκες της αυλής κι ετοίμασαν του κόσμου τα καλά για το τραπέζι.
Οι μπομπονιέρες ήταν δώρο από το Μάνθο, γαλάζια κουτάκια με ασημένιους αγγέλους και κουφέτα μπόλικα μέσα. Τα γλυκά ήταν από τον παππού Χαρίτο.
Η Ασπασία έπλενε τα λαδωμένα χέρια της, προσέχοντας τη μικρούλα κόρη της που κρατούσε τη φουντωμένη από τούλια λαμπάδα. Το βλέμμα της διασταυρώθηκε με της Νάνσυ που κάτι ψιθύριζε στο αυτί του γιου της κοιτώντας προς το μέρος της.
- Να μας ζήσει Σταθούλη μου! Άντε, άκουσε ο πατέρας σου το όνομά του, πάλι καλά... Εγώ να ξέρεις, για το χατίρι σου και μόνο ήρθα!

- Ευχαριστώ μαμά, να μας ζήσει! Το μπαμπά μου θα βγάζαμε βέβαια, δεν τέθηκε θέμα...
- Καλά... Αυτές ήταν ικανές να σου αλλάξουνε τα μυαλά και να το βγάζατε Χαρίτο...

- Μα τι λες τώρα; Πρώτη η γυναίκα μου είπε το όνομα του παιδιού!
- Αυτό λέω κι εγώ! Ό,τι ήθελε βγάλατε! Κορόιδο είναι, αφού έχει τον πεθερό και μασάνε όλοι; Άμα δεν είχε φράγκο και δε βλέπατε τίποτις, θα σου έλεγα αν θ' άκουγε το όνομά του! Κι άμα σου έκαμε κόρη πως θα τήνε βγάζατε, Μανθέα; 
- Όχι βέβαια! Άστα τώρα καλέ μαμά ώρα που είναι... 
- Εμμμμ... Βέβαια, η ώρα σε πείραξε! Δεν τολμάς να πεις στη μάνα σου ότι δε θα έβγαζες το όνομά της...
Ο Στάθης απομακρύνθηκε για να μη δώσει συνέχεια. Άλλωστε τα περισσότερα βλέμματα ήταν καρφωμένα πάνω τους... 
- Έλα συμπεθέρα μου να βγεις κι εσύ φωτογραφία, να μας ζήσει!
Η Διονυσία φίλησε την ψυχρή Νάνσυ χαμογελώντας.
- Ναι, θα βγω με το γιο μου και το παιδί!
Ο Στάθης κάλεσε και τον πατέρα του για την αναμνηστική φωτογραφία. Η μόνη αγέλαστη ήταν η γιαγιά... 
Όπως και στο γάμο, δεν χαιρέτισε κανέναν άλλον. Με το κεφάλι ψηλά βγήκε αγέρωχη. Στο τραπέζι καταδέχτηκε για λίγη ώρα να πάει... 

Αρνιά και γουρουνόπουλα στη σούβλα, μεζέδες παραδοσιακοί από τα χέρια των νοικοκυράδων,  καλό βαρελίσιο κρασί και τα ωραία τραγούδια από τον Παρασκευά, ευχαρίστησαν όλο τον κόσμο. 

- Λούλα να σου ζήσει ο εγγονός! Άντε και μια κόρη να τα κάμετε ζευγάρι!
- Ό,τι πει ο Θεός Ασπασία μου, γερά να είναι και να κάμουνε όσα παιδιά τους δώκει! 
- Άιντε, να ιδείς και μια μικρή Λούλα με το καλό! Κι αυτή εγώ θα τη βαφτίσω, να έχουν την ίδια νονά! 
- Ε... Να είσαι καλά και πάντα άξια!
Άφρισε η Νάνσυ!
- Εγώ το γιο μου τον μεγάλωσα σα βασιλιά κι ο πατέρας του δεν άφηκε να του λείψει τίποτες! Δε θα κάμει δέκα παιδιά για να βγάζει η γυναίκα του το σόι της! Ένα και καλό!

- Κι εκεί κουμάντο θα του κάνετε μαντάμ; απάντησε ατάραχη όπως πάντα η Ασπασία.
- Κουμάντο στο γιο μου κάμω εγώ, όπως κι εσύ στο δικό σου το παιδί!
- Ναι, όμως είναι μικρό το δικό μου! Όταν μεγαλώσει και παντρευτεί με το καλό, δε θα έχω καμία δουλειά να μπλέκομαι! 

- Μακάρι να τήνε καλοπαντρέψεις την κόρη σου άμα έρθει ο καιρός της! Και θα τση βρείτε τον καλύτερο σίγουρα, ξέρετε τη δουλειά σας!
- Ασφαλώς μαντάμ! Δεν υπάρχει μάνα που να μη θέλει το καλό του παιδιού της! Και είναι μεγάλη χαρά όταν μας κάνουν εγγονάκια! Κι ακόμα περισσότερη όταν δίνουν τα ονόματα των παππούδων! Δείτε τον άντρα σας πως καμαρώνει!
- Και η ξαδέρφη σου καμαρώνει για όλα τα καλά που της δίνει! Χρυσή την έχει κάμει ο πεθερός της! Αυτό έλειπε, ένα παιδί που κάμανε και να μη του δίνανε το όνομα!
- Ένα παιδί, το πρώτο τους παιδί! 
- Δεν έχει πρώτο και δεύτερο κυρία μου! Κι άμα η μάνα τση νομίζει πως θα έχω εγώ εγγόνα Λούλα είναι γελασμένη!
- Περίεργο... Εκείνη δε θα είχε πρόβλημα με μια μικρή Αθανασούλα... Γιατί αν έκανε η Αννίκα κοριτσάκια, λέμε τώρα, θα έβγαιναν και οι δυο γιαγιάδες, η πρώτη του γαμπρού βέβαια! Και η Λούλα την πεθερά της έβγαλε κι εγώ τη δική μου ξέρετε... 
- Ούτε ξέρω κι ούτε με νοιάζει...
- Μαμά! Τι λέτε εδώ;
- Γιε μου, σε λυπάμαι! Μια ζωή θα θαλασσοδέρνεσαι για να μεγαλώνεις παιδιά! Δώσε μου δυο - τρεις μπουμπουνιέρες παραπάνω για τις φιλενάδες μου τις αρχόντισσες, του ρετιρέ, ξέρεις! Θα δώκω και στη γιατρέσσα απέναντι που μου ευχήθηκε... Μάνθο! Να μας ζήσει ο εγγονός μας, γιόκα μου να τόνε χαιρόμαστε! Βρες μου αυτοκίνητο να με πάει!
Έφυγε βιαστικά στρώνοντας το μπεζ καπέλο της κι ακολούθησε ο νευριασμένος Στάθης... 




- Από τη βάφτιση του εγγονού μου, ορίστε η μπουμπουνιέρα σας! Μα ήταν βασιλική, τι να σας λέω! Κόσμος πολύς και καλός, το γέμισαν στο χρυσάφι το μωρό! Λίρες χρυσές με το τσουβάλι και χιλιάδες δολάρια! Όλοι οι εφοπλιστές ήρθανε, βιομήχανοι φίλοι μας, κατεβήκανε κι από την Κηφισιά! Μετά έκανε ο γιος μου δεξίωση σε κέντρο καλό κι ακριβό, με ορχήστρα ευρωπαϊκή και τα ζευγάρια χόρευαν ταγκό στην πίστα! Είχε πολλούς αστακούς, μεγάλα ψάρια και γαρίδες κι απ' όλα τα ακριβά θαλασσινά! Οι σερβιτόροι γέμιζαν συνέχεια τα ποτήρια σαμπάνιες γαλλικές, πανάκριβες! Η νονά του τον έντυσε στα μετάξια κι ο σταυρός ήτανε ασήκωτος! 
- Να σας ζήσει μαντάμ! Εύχομαι ν' αποκτήσουν πολλά παιδιά γερά και όμορφα σαν το Μανθούλη σας!

- Ένα και καλό ευχήθηκα, όπως κι ο πατέρας του! Έχω μεγάλα σχέδια για τον εγγονό μου!
Ο Στάθης έφυγε ξανά για ένα χρόνο σχεδόν. Το παιδί είχε ξεπεταχτεί κι ο Μάνθος που έκανε κοντινά ταξίδια το χαιρόταν στο σπίτι και στις συχνές τους βόλτες.

- Καλά έκαμες και μου το έφερες να το δω! Βασιλιά μου εσύ!
- Άμα δε στο έφερνα, ούτε εσύ θα το γνώριζες που μεγαλώνει, ούτε κι αυτό εσένα!
- Η μάνα του το ξέρει;
- Το ξέρει! Είπα θα το πάω βόλτα μακριά σήμερα και το κατάλαβε, για χαζή τήνε περνάς;
- Χαζή η κόρη τση Λούλας; Χα χα χα! Αυτή σε πουλάει και σ' αγοράζει βρε μπουνταλά! 
- Καλή κοπέλα, ευγενικιά και πρόσχαρη είναι! Καλόπεσε ο γιος μας, αυτό να ξέρεις!
- Μμμμμμ... Αυτή η ριμάδα καλόπεσε και τσι χαρές που κάμει είναι για να σε μασάει και να τα τρώνε με τη μάνα τση τη γύφτισσα!

- Ησυχασμό δεν έχεις πια! Φεύγω, δε μπορώ άλλο να σ' ακούω να τρώγεσαι! Βρε συ, άμα ήσουνα άλλος άθρωπος δε θα ερχόσουνα στο σπίτι του παιδιού σου κι εσύ σα μάνα και γιαγιά; Στο γάμο ταραχές του έκαμες, στα βαφτίσια με τα μούτρα χάμω ήσουνα και μη νομίζεις πως δεν έμαθα αυτά που έλεγες στην κουμπάρα! Ο Στάθης μου τα είπε ούλα! Δε λες να σιάξεις το χαραχτήρα σου πια, με ούλο τον κόσμο βρε σκοτώνεσαι και με τα παιδιά σου το ίδιο!
- Ένα παιδί έχω! Σιγά μη κάμω κι αυτήνε! Και η διπλανή να μη βάζει όξω φωνή το ράδιο, τα νεύρα μου σπάει! Το ήθελε το βρισίδι τση!

- Μπα! Και δε σε πιάνει η καρδιά σου άμα βρίζεσαι με τσι γειτόνισσες; Άιντε, πολλά τα έχεις κάμει! 
- Δε μου λες, βάλανε το τηλέφωνο τελικά;
- Ναι, προχτές!

- Θέλω κι εγώ! Δε μπορεί να μιλάει αυτή με το γιο μου κι εγώ να περιμένω πότε θα μου γράψει!
- Ο γιος σου είναι στο καράβι και δεν κάμει να τόνε γκρινιάζεις, ακούς;
- Δουλειά σου εσύ! Μονάχη είμαι, στην ανάγκη μου να μη μπορώ να μιλήσω με άθρωπο; Βλέπω τσι φτωχογειτόνισσες να τρέχουνε στο μπακάλη με τσι ρόμπες και τα μπικουτί στο κεφάλι άμα τσι φωνάζει και γελάω! Εγώ δεν τα καταδέχομαι αυτά!
- Εντάξει, θα βάλουμε το τηλέφωνο, μη γκρινιάζεις πια... Πιο πολύ για να μαθαίνεις και κάνα νέο απ' το νησί, χάλια είναι ο πατέρας σου... Δε θα πας να τόνε δεις λιγάκι;
- Θα πάω... Αλλά πρώτα θέλω το τηλέφωνο! Θα παίρνω στου Συρίγου να ζητάω τη μάνα μου και θα σκάνε ούλοι που θα μάθουνε πως το έχω στο σπίτι μου! 

- Το χαβά σου εσύ! Άμε να πας στον άθρωπο που είναι με το ποδάρι στον τάφο μη πεθάνει και δεν σε δει... Και κανόνισε να μουρλάνεις την έρμη τη μάνα σου, ε;
Δεν τον πρόλαβε ζωντανό... Τρεις μέρες χαροπάλευε με τους γιους και τις νύφες στο προσκεφάλι του, όσο η κόρη κρατούσε το ακουστικό και μιλούσε μόνη της με τις τάχα φίλες της των Βορείων Προαστίων. Ήξερε τις ώρες που μπαινόβγαιναν κι άκουγε τις πόρτες να κλείνουν κι αυτή φωνάζοντας σχεδόν έλεγε για τσάγια και βεγγέρες... 



- Όχι νενέ μου, την πεθερά μου δεν τη βγάζω το όνομά της! Ακόμα κι αν ήθελα για τον άντρα μου και μόνο, μ' αυτά που είπε πάλι στην Ασπασία δεν πρόκειται!
- Μα μπρε Αννίκα μου...
- Ένα και καλό δεν είπε; Ένα θα έχει από την οικογένειά της, πάει και τέλειωσε! Άκου να λέει πως θέλω πολλά παιδιά για να βγάζω το σόι μου! Αμ και το άλλο, ότι δε θέλει εγγόνα Λούλα; Μακάρι να κάμω κόρη και να βγάλω τη μαμά μου, έτσι για να σκάσει! Κι άμα θέλει ο άντρας μου ας πει κουβέντα! Πολλά μας τα έχει κάμει η μάνα του!
Η Διονυσία δεν συνέχισε τη συζήτηση με την εγκυμονούσα στο δεύτερο παιδί Αννίκα. Ήξερε ότι η εγγονή της είχε δίκιο, αλλά όπως πάντα προσπαθούσε να δώσει τόπο στην οργή. Η Λούλα φουρκισμένη άκουγε από την κουζίνα, βγάζοντας όλα τα πράγματα και σαπουνίζοντας τα ντουλάπια. Στην κατάστασή της η Αννίκα έπρεπε να προσέχει, δε μπορούσε να κάνει γενική καθαριότητα. 
- Δίκιο έχει το παιδί καλέ μαμά! Αυτή όσο πάει πιο χειρότερη γίνεται! Θαρρείς που το θέμα είναι να μ' ηβγάλουνε το όνομα; Γρουσουζιά θα είναι να ηκούγεται το δικό τση με τόση κακία που έχει! Απέ την τρούπα τση βελόνας μας περνάει ούλη την ώρα η φαρμάκω! Και να σ' ειπώ, σάματις είναι από τσι γιαγιάδες που ηστέκουνται στ' αγγόνια; Άμα ο παππούς δεν πάγαινε το παιδί, μήτε το μούτρο του δε θα ήξευρε! Ολάκερο το λούζουμε με αγίασμα μετά το αγοράκι μας! Σους τώρα, έρχεται ο Στάθης!
- Αννίκα μου και γιαγιάδες, αφήστε τα όλα! Έρχεται ο μπαμπάς μου να βγούμε για παγωτό! Βάζω το παιδί στο καρότσι και φεύγουμε!

Η Λούλα έβγαλε το ρομπάκι της κι έστρωσε τα μαλλιά της. Πέρασε βιαστικά τα χείλη με το κόκκινο κραγιόν και σε λίγο απολάμβαναν το καϊμάκι τους στο ζαχαροπλαστείο.

- Σύξυλα τα παράτησα απάνου συμπέθερε για μη σε χαλάσω την καρδιά! Μια βολτούλα να κάμουνε τα παιδιά με το Μανθούλη ίσα με να βάλω τα πράματα στη θέση τους! Άμε κι εσύ μαζί, να πάρεις κομματάκι καθαρό αέρα! 
- Όχι, όχι, να πάρουνε το παιδί τους και πάνε! 
Οι δυο γυναίκες επέμειναν να πάει στο σπίτι μαζί τους. Η Λούλα έβαλε τα πάντα στη θέση τους κι έψησε καφεδάκια. Το τηλέφωνο χτύπησε κι απάντησε η Διονυσία.
- Το γιο μου θέλω!
- Δεν είναι εδώ συμπεθέρα! Έχουνε βγει βόλτα με το παιδί...
- Λείπει ο γιος μου κι εσύ είσαι μέσα στο σπίτι του και σηκώνεις το τηλέφωνό του; Σίγουρα είναι κι η κόρη σου εκεί!

- Μια στιγμή να σ' ειπώ συμπεθέρα...
- Δεν είμαι συμπεθέρα σου! 

Ο Μάνθος άκουσε κι έτρεξε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, η Διονυσία όμως είχε πέσει απελπισμένη στην πολυθρόνα με το ακουστικό στο χέρι.

- Τι γίνηκε, τι σου είπε;
- Μ΄ήβρισε άσκημα και είπε ότι θα μας κόψει τα ποδάρια σε μένανε και την κόρη μου άμα ξαναπατήσουμε εδώ... 
- Έτσι σου είπε καλέ;
- Ναίσκε, σε λίγο λέει πως ήρχεται να μιλήσει με το παιδί τση... Την Αννίκα μας συμπέθερε, μη την εύρη κάνα κακό φοβούμαι...
- Μη φοβάσαι, δε θα την αφήκω ν' ανέβει πάνω!
Η Λούλα βλαστημώντας, ξέπλυνε τα φλιτζανάκια και κοίταξε την ώρα.
- Μαμά, πάμε να φύουμε, δεν κάμει να συχύζεσαι... Έχω εμπιστοσύνη στο συμπέθερο, δε θα την αφήκει να κάμει ταραχή στο κορίτσι μας!

Έκανε νόημα στο Μάνθο κι έφυγαν. Με το ίδιο ταξί που τις πήγε στην Κοκκινιά κι άφησε τη μάνα της γύρισε πίσω η Λούλα.
- Αυτό το πράμα πρέπει να τελέψει! Με το πες πες θα τόνε λωλάνει το γιο τση και θα έχουμε άσκημα ξεμπερδέματα, πολύ άσκημα!


Η Νάνσυ τους αντιμετώπισε με τη γλώσσα έτοιμη.
- Εσύ λες πως είσαι μάνα κι έρχεσαι για την κόρη σου! Κι εγώ μάνα είμαι και θέλω να βλέπω το γιο μου! 

- Δε σε απαγόρεψε κανένας να τόνε βλέπεις! Μήτε το κορίτσι μου σ' ήκλεισε την πόρτα και όχι μην ειπείς! Εσύ τσι έχεις μακριά σου απέ την αρχή! Κι άμα τώρα σ' ήπιασε ο πόνος, μετά τόσα χρόνια, δικαίωμά σου είναι! Την κόρη μου μόνο να μη συχύζεις στην κατάστασή τση δε θέλω! Και να σ' ειπώ, θες δε θες μαζί μνήσκουνε το αντρόγυνο κι άμα βλέπεις εδώ το γιο σου θα βλέπεις και τη νύφη σου! 
- Δικαίωμά μου είναι να πηγαίνω όπου θέλω κι όποτε θέλω! Δε θα μου κάμεις μάθημα εσύ επειδής αλωνίζεις εδώ μέσα! Ακούς εκεί μ' έπιασε τώρα ο πόνος! Με το γιο μου και μιλάω κι έρχεται και με βλέπει, δε θα μάλωνα εγώ με το παιδί μου για χάρη σας!
Ο Μάνθος παρακολουθούσε αμίλητος πλέον και ταραγμένος. Την επίσκεψή της την περίμενε, όχι τόσο σύντομα βέβαια. Δε μπορούσε να χωνέψει ότι η Λούλα έμπαινε στο σπίτι τους κι εκείνη όχι. Καθυστέρησε κι ο Στάθης λίγες μέρες να πάει, άκουσε και τη γιαγιά Διονυσία ν' απαντάει στο τηλέφωνο και ζήλεψε πολύ... 

Το ζευγάρι ανέμελο επέστρεψε, παίζοντας και γελώντας με το παιδί τους στο καροτσάκι. Η Αννίκα είδε τη μητέρα της αναστατωμένη να τους περιμένει στην πόρτα.
- Μαμά! Καλώς ήρθες, πόσο χαίρομαι!
Μητέρα και γιος αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν. Η Αννίκα είπε μια ξερή καλησπέρα και πήγε στο μπάνιο να  ετοιμάσει το νερό για να πλύνει το μικρό Μάνθο. Ο πεθερός της την ακολούθησε σκεπτικός και προβληματισμένος.
- Μη γνοιάζεσαι κορίτσι μου, καμιά φασαρία δε θα κάμει η πεθερά σου... Κάποια μέρα θα ερχούτανε, γιος της είναι ο άντρας σου, τι να κάμουμε... Κι εγώ κι η μαμά σου τήνε μιλήσαμε, άμα θέλει να έρχεται την πόρτα δε θα τήνε κλείσετε, αμά να προσέχει τα λόγια της...


Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

Η καρδιά μου!!!


- Τι άλλο τραβάει η όρεξή σου κορίτσι μου; Να μου ειπείς κι αμέσως να σ' ηφέρω!
- Τίποτα κυρά-Σασώ μου, απ' όλα έφαγα! Τόσα πράματα με φέρατε πια εσύ κι η μάνα μου! 
- Για δυο να ητρώγεις πρέπει, ζητάει το παιδί! Ιδες τη θάλασσα πως αγρίεψε... Αγέρας σηκώθηκε, να σ' ηφέρω κάτι να ρίξεις πάνω σου!

Λούλα και Σασώ είχαν φορτωθεί φαγητά και γλυκά για την εγκυμονούσα Αννίκα και κατέφθασαν λίγο πριν το μεσημέρι. Η μάνα κοιμόταν μαζί της τα βράδια και νωρίς το πρωί πήγαινε στο σπίτι της για να φροντίσει τον άντρα και τα δυο μικρά αγόρια της.
- Άμα δεν είχα τη μαμά μου πίσω, τίποτις δε θα ημπόραγα να κάμω!
Ο Θεός να με την έχει καλά, ούλους ιδες που βόλτα τους ηφέρνει παρά τα χρόνια τση... 
- Ευτυχώς να λες που θα έρτει ο Στάθης πριν λευτερωθεί με το καλό... Πάντως μπρε Λούλα μου, χαίρεσαι να μνήσκεις εδώ πέρα! Μια έτσι γυρνάς το κουμπί τση ελεχτρικής κουζίνας και ψένεις το φαγί σου, χωρίς να σε τρώνε οι δρόμοι στσοι φούρνοι πάνε κι έλα! Και το πλυντήριο, πολύ σπουδαίο πράμα είναι, μακάρι να είχαμε κι εμείς και να μη μας ήβγαινε η ψυχή με τσι μπουγάδες ούλη την ώρα! Και να σε ειπώ, καλά ήκαμε η κόρη σου και σ΄ήβαλε τσι φωνές με τα ρούχα! Τα ηβάνεις μέσα κι ίσια με να τελέψεις τσι άλλες δουλειές αυτά είναι έτοιμα, παστρικά και μοσκομυριστά! Ούλα με τσι τσάντες να τα ηφέρνεις που σε λέει και να είσαι πιο ξέγνοιαστη!
- Ε, ναι, αμά να σε ειπώ... ηντρέπουμαι μπρε συ για το γαμπρό μου...
- Ο γαμπρός σου εδώ δεν είναι, ντροπές με λέγεις κι εσύ τώρα; Άμα ήπρεπε να στήνεις τη σκάφη, θα έσωνες να ήρχεσαι εδώ να τση παρασταθείς; Μόνο το δρόμο να πας και να έρτεις πόση ώρα θες μάτια μου... Αξίζει όμως, πολύ αξίζει εδώ πέρα! Άλλος κόσμος μπρε παιδί μου, τση ωραίας ζωής ούλοι είναι! 
- Γιατί μπρε, άσκημα τα περνούμε στην αυλίτσα μας εμείς; Με τα καφεδάκια μας και τα φαγιά μας, τα καλά και τα κακά να μοιραζούμαστε; Σκέβου τα αγόρια μας να τα μαντρώναμε εδώ μέσα, τσοι τοίχοι θα ητρώγανεΔε λέω, ωραία είναι, με τσι  βεράντες κι ούλα τα μοντέρνα πράματα να γυρίζεις τα κουμπιά και σ' ηκάμουνε τα πάντα! 
- Βασίλισσα η Αννίκα μας! Μπρε συ, τι ώρα είναι, ηξελογιάστηκα πάλι και θα έχει πέσει πείνα στο σπίτι μου! Άμα δεν είχε θέρμη ο μικρός, θα τσοι έφερνε ο άντρας μου να πάρουνε θαλασσινό αγέρα οι μικροί... 

Η Λούλα τη συνόδευσε μέχρι την είσοδο της πολυκατοικίας και βγαίνοντας κοντοστάθηκαν ως συνήθως να μιλήσουν λίγο ακόμα.
- Αμάν! Ιδες ποια έρχεται!
Η Νάνσυ με ύφος ειρωνικό πλησίασε τις δυο γυναίκες. Η Σασώ ξεροκατάπιε και την καλησπέρισε ευγενικά.
- Έπιασες πόδι για τα καλά στο σπίτι του γιου μου κυρά-Λούλα, ε; 
- Το σπίτι δεν είναι μόνο του γιου σου αλλά και τση κόρης μου!
- Μπα! Από πότε γίνηκε και της κόρης σου, εκείνη το πλερώνει;
- Όχι βέβαια! Σάματις εσύ πλερώνεις για το δικό σου σπίτι; Ο άντρας σου δε σε σκάει τσοι παράδες; Έτσι κι ο γιος σου!
- Αυτός θαλασσοδέρνεται και στέλνει τα χιλιάρικα για να τα μασάτε μάνα και κόρη; Σπίτι δεν έχεις κι έρχεσαι και μένεις εδώ πέρα;
- Μάζωξε τον στόμα σου κυρά-Θανασούλα και να μη σ' ηκόφτει τι κάμω εγώ με την κόρη μου! Και τσοι παράδες του γαμπρού μου ανάγκη δεν τσοι έχω, ακούς; Φορτωμένη έρχουμαι κάθε ημέρα για να τρώγει η μάνα και το παιδί! Ή δεν ηξεύρεις που είναι η Αννίκα έγκυα;
- Το ξέρω, έννοια σου! Γκαστρώθηκε μάνι μάνι για να μη την απαρατήσει ο Στάθης! Τήνε είχες καλά δασκαλεμένη κυρά μου, μπράβο!
- Ε! Τι να κάμουμε που ο γαμπρός ηβγήκε καρπερός κι η νύφη δεν είναι τεμπέλα; Μπρε συ, δεν βαρέθηκες να λες και να κάμεις αυτά τα πράματα; Αντίς να είσαι μέσα στη χαρά που σ' ηκάμουνε γιαγιά τα παιδιά, δε σταματάς να ητρώγεσαι με τα ρούχα σου; Συ άμα ήσουνε έγκυα, η μάνα σου δεν ήρθε να σε συμπαρασταθεί που είχες τον άντρα σου στην ξενιτιά; Πρόσεχε καλά, μην ηκάμεις καμιά ταραχή στο κορίτσι μου και πάθει τίποτις, κάηκες κακομοίρα μου!
- Κακομοίρα είσαι εσύ και η φαμίλια σου! 
- Τον κακό σου τον καιρό! Άμε ξεκουμπίσου μη σ΄ακούσει η κόρη μου!
- Από το σπίτι του παιδιού μου να ξεκουμπιστείς εσύ!
Η Σασώ είχε ξεχάσει και την οικογένειά της και το μαγείρεμα κι έκανε χάζι τις συμπεθέρες. Τραβήχτηκε στο πλάι μόλις γυάλισε το μάτι της Λούλας, φοβούμενη μην ορμήσει στη Νάνσυ και της έρθει πάλι καμιά αδέσποτη. Όταν μπήκε μέσα κλείνοντας την πόρτα και μουντζώνοντας τη Νάνσυ, έπιασε την κουβέντα μαζί της... 

- Τον εαυτό σου και το παιδί μας να προσέχεις εσύ κόρη μου! Μη γνοιάζεσαι για τη λωλή την πεθερά σου, σκάει απ΄τη ζούλια τση!
- Καλέ μαμά, ρεζίλι μας έχει κάμει σ' όλο τον κόσμο! Μέχρι και στους περαστικούς πιάνει την κουβέντα και κλαίγεται πως της πήραμε το γιο με πονηρία και τόνε αποκόψαμε από τη μάνα του! Όλη η πολυκατοικία την έμαθε, μούτρα δεν έχω να δω τον κόσμο!
- Μια χαρά είναι τα μούτρα σου! Καιρός είναι να μάθουνε αυτή ποια είναι, να ξεμπερδεύουμε μια και καλή από δαύτηνα! Θυμάσαι τι καλά που τήνε συγύρισα στη γειτονιά μας την ψευταρού και τα μάζωξε κι όπου φύγει φύγει; Άιντε τώρα, βάλε το φουστανάκι σου να πάμε περίπατο γιαβρί μου! Μπρε Αννίκα, θες να κοιμηθείς απόψε στο δικό μας το σπίτι με τη νενέ σου; Με τσι γειτόνισσες στην αυλή θα ξεφύγει το μυαλό σου κομμάτι! 
Η Διονυσία κεντούσε κι έπλεκε συνέχεια τα χρειαζούμενα για το μωρό. Τα σεντονάκια και τα μαξιλαράκια είχαν δαντελίτσα τριγύρω και τα άξια χέρια της κέντησαν παπάκια ακόμα και στις πετσετούλες. Η Σασώ είχε αναλάβει την κουνουπιέρα. Άσπρο τούλι με μοτίφ διάφορα και σατέν κίτρινη φάσα.
- Άμα λευτερωθείς με το καλό και ιδούμε τι θα είναι το μωρό, θα κάμουμε τα τελειώματα! Να ιδεις που θα βγει αγόρι, κούκλα είσαι κόρη μου! Κι ο γιος λένε πως θέλει τη μάνα έμορφη! Ούλες οι αγορομάνες ηπαίρνουνε μια γλύκα στο πρόσωπο! Μπρε σεις, θαλασσιά θα βάλουμε, ακούτε με τι σας ηλέγω!
- Μακάρι να κάμω γιο... Φοβούμαι το κορίτσι μη και πάρει απ΄την πεθερά μου...
- Χα χα χα! Σώπα κοκόνα μου κι άμα ηκάμεις κόρη δε θα την ημοιάξει! Σάματις θα έχει πολλά πολλά με τη γιαγιά του το μωρό; Μη σεκλετίζεσαι για τέτοια πράματα... Ο γαμπρός μας πότε θα έρτει με το καλό; Κοντεύεις να μπεις στο μήνα σου...

Είκοσι μέρες πριν έρθει στον κόσμο ο γιος του έφτασε ο Στάθης στο λιμάνι του Πειραιά. Ήθελε να κάνει έκπληξη στην Αννίκα και τα πεθερικά του. Η μάνα του τον περίμενε και με ύφος απαιτητικό τον τράβηξε αμέσως στο σπίτι της.
- Άμα πας στη γυναίκα σου, δεν πρόκειται να σε δω! Έτσι στα πεταχτά  ήρθες πριν φύγεις κι έκαμα μαύρα μάτια! Αλλά βέβαια, τώρα που σε δέσανε για τα καλά με το παιδί, θα με ξεχάσεις εντελώς! Αυτά περίμενα από σένα; Σε μεγάλωσα σαν πριγκιπόπουλο για να πας να μπλεχτείς με το παλιόσογο εκεί πέρα! Κι έχω να σου πω, ότι με έπιασε πολλές φορές η καρδιά μου... Νύχτα με τρέχανε στα νοσοκομεία κι οι γιατροί μου κάμανε ενέσεις και είπανε να μη συγχύζομαι...
Καταστεναχωρημένος ο Στάθης της άφησε χρήματα και της υποσχέθηκε ότι θα πηγαίνει να τη βλέπει τακτικά...
- Τι έχεις άντρα μου; Σαν κάτι να σε βασανίζει... Μήπως αρρώστησες και δε μου το λες;
- Τίποτα δεν έχω Αννίκα μου, καλά είμαι. Έλα, πάμε στο Τουρκολίμανο να φάμε ψαράκι κι ό,τι άλλο θέλεις! 
Ο Μάνθος έστηνε την κούνια τραγουδώντας. Η Αννίκα με το Στάθη συζητούσαν χαμηλόφωνα στην κουζίνα.
- Και είναι πολύ άσχημα η μαμά σου; Μήπως να τήνε πάτε με το μπαμπά σε κάνα άλλο γιατρό να τη δει;
- Αυτό σκέφτηκα κι εγώ... Ο πατέρας μου τίποτα δεν είπε, δε θα ήθελε να με στενοχωρήσει που ήμουν στο καράβι. Φυσικά ένα παραπάνω σε σένα δε θα έλεγε, δεν κάνει στην κατάστασή σου... Κοίτα, λέω να πάω να τη δω λιγάκι, είμαι δυο μέρες εδώ...
- Να πας! Περαστικά της να είναι...
Έψησε ένα καφεδάκι στον πεθερό της και κάθισε δίπλα του με την πορτοκαλάδα της.
- Μπαμπά...ξέρω για την πεθερά μου...
- Τι ξέρεις κορίτσι μου;
- Να...που είναι άρρωστη βαριά... Μου τα είπε όλα ο Στάθης...
- Η πεθερά σου άρρωστη και μάλιστα βαριά; Χα χα χα! Τι έπαθε βρε Αννίκα μου και δεν το ξέρω εγώ;
- Πως δεν το ξέρεις καλέ! Τόσες φορές πήγε στο νοσοκομείο!
Σάστισε ο Μάνθος! Η τρέλα της ήταν σίγουρα η μεγαλύτερη κι ανίατη ασθένεια από την οποία έπασχε!
- Δεν έχει τίποτες το σοβαρό, νεύρα είναι!
- Είπα στο Στάθη να την πάτε σ' άλλο γιατρό...
- Μη στεναχωριέσαι εσύ, όλα θα γίνουνε! Η πεθερά σου είναι σκληρό καρύδι! Ωραίο το καφεδάκι, γεια στα χεράκια σου! 

Η Νάνσυ αφού διέδωσε παντού ότι γύρισε ο γιος της, μαγείρεψε λαχανοντολμάδες για να τον τραπεζώσει.
- Έλα λεβέντη μου, έλα αγόρι μου και σου έφτιαξα το φαΐ που σ' αρέσει!
- Πέρασα να σε δω μαμά, όχι για να φάω... Με περιμένουν στο σπίτι η Αννίκα με το μπαμπά, θα έρθουνε και τα πεθερικά μου...
- Κι η μάνα σου δεν αξίζει; 
- Δεν είπα ότι δεν αξίζεις, είπα ότι έχουμε κανονίσει στο σπίτι...
- Η καρδιά μου!!! Αχ...νερό γρήγορα, σβήνω...
- Να φωνάξω το γιατρό αμέσως!
- Όχι! Τι να μου κάμει ο γιατρός, να μου λέει πάλι να μη συγχύζομαι; Αέρα, κάνε μου αέρα...
Για να συνέλθει από την κρίση, έφαγε δυο πιάτα ντολμάδες ο αφελής Στάθης. Μάταια τον περίμεναν στο σπίτι με το λεμονάτο μοσχαράκι να ζεσταίνεται ξανά και ξανά...
- Σ' αρέσουνε τα δώρα μαμά; Θα τα κρατήσεις ή θα τα χαρίσεις κι αυτά;
- Του παιδιού μου τα δώρα θα χαρίσω; Να είσαι καλά γιε μου, πολύ ωραία είναι! Μήπως έφερες και τσιγάρα;
- Από πότε καπνίζεις βρε μαμά και δεν το ξέρω;
- Έλα κι εσύ τώρα, λες και δεν ξέρεις ότι δε φουμάρω! Να, είναι ένα αντρόγυνο στον απάνω όροφο και με προσέχουνε άμα κάτι χρειάζομαι που είμαι με την καρδιά μου και θα πεθάνω χωρίς να πάρει κανένας χαμπάρι κι ήθελα να ευχαριστήσω τον άνθρωπο...
- Εντάξει, θα σου φέρω και τσιγάρα κι ό,τι θέλεις! Εσύ μόνο πρόσεχε για να είσαι καλά!
- Κι άμα γεννήσει η γυναίκα σου που θα ξεμυαλιστείς με το μωρό;
- Κι εσύ θα ξεμυαλιστείς μαμά με το εγγόνι σου!
- Το παιδί σου αγόρι μου, κορώνα στο κεφάλι μου! Αλλά με τη μάνα που έχει, το μισό θα είναι εγγόνι δικό μου και το άλλο τση Λούλας! 


Ο μικρός Μάνθος γεννήθηκε παχουλός και όμορφος, τρελαίνοντας τους γονείς και τους παππούδες του. Ο Στάθης με τον πατέρα του χρύσωσαν το μωρό και τη μάνα.
- Να μας ζήσει! Καλέ, ίδιος ο μπαμπάς του είναι!
Διονυσία και Λούλα με χρυσή ταυτότητα και λίρα για το παιδί και δαχτυλίδι με καδένα για την Αννίκα, έκλειναν συνωμοτικά το μάτι στη λεχώνα. Ο μπέμπης ήταν ολόιδιος με τη μαμά του, κάτι που παρατήρησαν γιατρός και μαία. 
- Εμείς θα λέμε ότι μοιάζει τον Σταθούλη, έτσι για να κάμνει πιο μεγάλη χαρά! Σιδερένια κόρη μου να είσαι και να το χαιρόμαστε το παιδί μας!
Η Σασώ βγήκε στην αγορά για τα γαλάζια συμπληρώματα στην προικούλα του. Σατέν υφάσματα, σιρίτια και δαντελίτσες, ματάκι με γαλάζια πέτρα για το ασήμωμα και φυσικά η ενημέρωση σ' όλη τη γειτονιά για τον απόγονο της μαντάμ Νάνσυ.
Η Ασπασία που θα το βάφτιζε σαν κουμπάρα τους, κρέμασε ένα κωνσταντινάτο στο μωρό και άφησε δίπλα του μια μεγάλη τσάντα με ρούχα από το καλύτερο μαγαζί.
- Μπρε συ! Πόσοι παράδες ήδωκες, τόσα πολλά πράματα;
- Χαλάλι του θεία! Να δεις στα βαφτίσια πόσα θα του κάνω!
Το δωμάτιο στολισμένο περίμενε το όμορφο μωράκι. Σαν άγγελος κοιμόταν στην κούνια του, δίπλα στο μαξιλάρι με τα ασημώματα. Η καλοδουλεμένη εικόνα της Παναγίας με το Χριστό που κρεμόταν στο προσκεφάλι του, ήταν από τη Λούλα που την είχε διαλέξει με πολλή προσοχή από το χρυσοχοείο.
Η Διονυσία το σταύρωσε κι έβαλε δίπλα του τα πρέποντα.
Ένα κομμάτι βαμβάκι.
- Να γεράσεις και να γίνουνε έτσι άσπρα τα μαλλάκια σου!
Ένα κομμάτι ψωμί.
- Να είσαι πάντα χορτάτο!
Μια κουταλίτσα ζάχαρη τυλιγμένη σ΄ένα πανάκι.
- Να είναι πάντα γλυκιά η ζωή σου ούλη! 
Λίγα σπυριά ρύζι.
- Να ριζώσεις και να έχεις αφθονία!
Μια σκελίδα σκόρδο τυλιγμένη σε τούλι.
- Μάτι να μη σ' ηπιάσει γιαβρί μου! 
Η Αννίκα της πήγε ένα πιατάκι με μέλι. Η γιαγιά αφού έπλυνε προσεχτικά τα χέρια της, βούτηξε το δάχτυλο κι άγγιξε τα ούλα και τη γλωσσίτσα του.
- Να είσαι πάντα με το γλυκό λόγο στο στόμα! 

Η Νάνσυ καμάρωνε το τυλιγμένο σε φανταχτερό χαρτί πακέτο με τις μπλε κορδέλες. Ασημένιο σερβίτσιο για τα πρώτα του γεύματα και πορσελάνινα πιατάκια και ποτηράκι. Μια χρυσή αλυσιδίτσα με μπλε χάντρα για το χεράκι του στο βελούδινο κουτάκι, συμπλήρωναν τα πρώτα του δώρα. 
- Θα σκάσουνε άμα τα δούνε! Από καλό μαγαζί και τόσα λεφτά!
Ο Στάθης της είχε γεμίσει την τσέπη χιλιάρικα για τους γιατρούς που υποτίθεται ότι πήγαινε κι ο Μάνθος της έδωσε αρκετά για να ψωνίσει στο εγγόνι τους. Ίσα που πρόλαβε να τα πάρει γιατί τα υπόλοιπα χρήματα κατασπαταλήθηκαν για να κάνει όπως πάντα στις γειτόνισσες την πλούσια... 
- Γιε μου να μας ζήσει το παιδί! Να το χαρείς αγόρι μου! Εδώ έχω τα δώρα του, καλά κι ακριβά όπως του πρέπουνε! Πότε θα μου το φέρεις να το δω;
- Να σαραντίσει πρώτα η Αννίκα και...
- Για το παιδί μας σε ρωτάω, όχι για τη γυναίκα σου! 
- Γιατί καλέ μαμά να μην έρθεις να το δεις στο σπίτι; Μέχρι και οι νοσοκόμες στην κλινική ρωτούσαν αν έχει κι άλλη γιαγιά το μωρό...
- Αντί να κοιτάνε τη δουλειά τους τσι έφαγε η περιέργεια; Άντε να χαθούνε οι σιχαμένες! Άκου Στάθη μου, εγώ στο σπίτι σου δεν έρχομαι και στο έχω πει χίλιες φορές! Εγκαταστάθηκε όλο τση το σόι και το κάνανε τσιφλίκι τους! Ποιο; Το σπίτι σου! 
- Καλέ μαμά, η πεθερά μου ερχόταν όσο έλειπα κι ήταν έγκυος η γυναίκα μου. Δε μένει κανείς μαζί μας, τόσες φορές στο έχω πει...
- Μμμμμ...ναι, αλλά έρχονται όλη την ώρα!
- Λογικό είναι, άστα όλα πίσω κι έλα κι εσύ!
- Εγώ να καταδεχτώ να έρθω και να ευχηθώ στη γυναίκα σου και στη Λούλα; Να το ξεχάσεις αυτό! Το παιδί θα μου το φέρνεις εδώ να το βλέπω, πάει και τέλειωσε!
- Δεν είναι σωστό αυτό μαμά...
- Σταμάτα βρε συ και δε μπορώ! Αχ! Η καρδιά μου! 
Η Αννίκα και η Λούλα πήραν τα δώρα με κρύα καρδιά. Η Διονυσία που πάντα προσπαθούσε να συμβιβάσει τα πράγματα, έκανε χαρά μεγάλη!
- Μπρε μπρε τι τον ήστειλε η άλλη του γιαγιά! Ιδέτε ωραία πράματα, καλορίζικα να είναι! 
- Δε μας παρατάς κι εσύ μπρε μάνα; Ούλοι εδώ ήρτανε με τα δώρα κι ευχηθήκανε, αυτά τση γρουσούζας δεν τα θέλω στο παιδί! Κι ευτυχώς που δεν ηπάτησε το ποδάρι τση να μας ηφέρει πάλι καμιά σύχυση μεγάλη! Θα τα ρίξουμε αγίασμα και θα τα καταχωνιάσουμε στο συρτάρι! 
- Ναι, αμά το αλυσιδάκι δεν είναι πρέπον να μπει στο μαξιλαράκι με τα άλλα μαλαματικά; Τι θα πει ο γαμπρός κι ο πατέρας του;
- Ωχ... Δίκιο έχεις... Φέρε αγιασμό μπόλικο να το βουτήξουμε κι ας κρεμαστεί με τ' άλλα, τι να ηκάμουμε... 

Η βάφτιση του μικρού ετοιμαζόταν τρεις εβδομάδες. Θα γινόταν το μυστήριο πριν κλείσει τους επτά μήνες. Η Ασπασία αγόρασε σταυρό εντυπωσιακό και ωραία ρούχα και παπουτσάκια. Ο Μάνθος καμάρωνε για το όνομα που θα έπαιρνε ο εγγονός του και που όλοι το φώναζαν μ' αυτό από βρέφος. 
- Μαμά, θα βαφτίσουμε το παιδί. Μεγαλώνει και βαραίνει, είναι και φαγανό...χα χα χα!
- Ίδιο εσύ είναι Σταθούλη μου!
- Μετά τη βάφτιση θα φύγω κι εγώ, αρκετά έκατσα...
- Βέβαια! Λεφτά θέλει η γυναίκα σου που γίνηκε κυρία!
- Δε σταματάς πια καλέ μαμά; Πες μου τώρα, θα έρθεις στη βάφτιση;
- Δεν ξέρω...μπορεί...
- Τι θα πει μπορεί; Δε θα γίνει στο σπίτι, στην εκκλησία θα έρθεις! Μετά θα κάνουμε και τραπέζι βέβαια!
- Στο Τουρκολίμανο; 
- Όχι καλέ, στην ταβέρνα του Παρασκευά!
- Και θα φύγετε από το Πασαλιμάνι με τον εγγονό μου για να τρέχετε στην Κοκκινιά; Από τόσα καλά μαγαζιά πάλι εκεί πέρα σε τρέχουνε; Τι άλλο πια θα ακούσω; Να, πάλι πόνος μ' έπιασε, η καρδιά μου!!!



Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2013

Άιντε, με το καλό!




Η Αννίκα ντυμένη με το εμπριμέ της φόρεμα και στολισμένη με όλα της τα χρυσαφικά, πήρε την κομψή της τσαντούλα και το μεγάλο, πλατύγυρο καπέλο και βγήκε στο δρόμο χαρούμενη και γελαστή. Στηριγμένη στο μπράτσο του Στάθη καμάρωνε, με τα μάτια και την ψυχή της γεμάτα ακόμα από τις ομορφιές της Ευρώπης.
Το γαμήλιο ταξίδι τους είχε τελειώσει και οι γονείς της τους είχαν καλέσει για φαγητό. Ο άντρας της κρατούσε τις βαριές τσάντες και τα πακέτα που τους είχαν φέρει από τις ωραίες πόλεις. Κρυστάλλινα μπιμπελό και καδράκια για το σπίτι, παιχνίδια για τα αδελφάκια της, κραγιόν και ρουζ σε φανταχτερές θήκες για τη μαμά, ζακέτες για το μπαμπά και τη γιαγιά Διονυσία. 

Η Νάνσυ είχε πιάσει φιλίες με τις δυο αδερφές του ρετιρέ. Η μία χήρα και η άλλη ανύπαντρη, έμεναν μαζί τα τελευταία πέντε χρόνια. Καλοστεκούμενες από εμφάνιση κι από χρήματα, περνούσαν τις ώρες τους κεντώντας και κουβεντιάζοντας μεταξύ τους ή και με λίγες και καλές γειτόνισσες που τις επισκέπτονταν για καφέ με τα απαραίτητα κουλουράκια. Τις Κυριακές πήγαιναν στην εκκλησία και μετά σε κοσμικό ζαχαροπλαστείο για γλυκό. Εκεί μαζεύονταν όλες οι γνωστές κυρίες δυο φορές την εβδομάδα και οι συναντήσεις τους αυτές είχαν καθιερωθεί. Το ρετιρέ παλιότερα είχε γνωρίσει μεγάλες δόξες! Η γυναίκα που έκανε την καθαριότητα ήταν κι εξαιρετική μαγείρισσα, έφτιαχνε πολλά φαγητά και γλυκίσματα στις εβδομαδιαίες συγκεντρώσεις. Τραπεζώματα κάθε Κυριακή βράδυ κι ευχές για καλή εβδομάδα. Ρεβεγιόν, αποκριάτικα γλέντια, ονομαστικές γιορτές, πάντα ήταν ανοιχτό το ευρύχωρο διαμέρισμα με όλα τα φώτα αναμμένα, για τις χαρούμενες μέρες του χρόνου.
Όταν πέθανε ο σύζυγος της μικρής αδερφής, όλα αυτά βέβαια σταμάτησαν. Το σπίτι βυθίστηκε στο πένθος κι η χήρα του περιφερόταν στα δωμάτια σαν χαμένη. Τα δυο παντρεμένα παιδιά της πρότειναν στη μοναχική θεία τους να μείνει μαζί της. Η μάνα δέχτηκε τη συγκατοίκηση με ανακούφιση... 

- Πολύ μεγάλο το διαμέρισμα που αγόρασε ο γιος μου, δυο φορές σαν το δικό σας είναι! Να πουλήσουμε κι εμείς το δικό μας λέω στον άντρα μου, τι να το κάμουμε εκεί πάνω που τον περισσότερο καιρό είμαι κι εγώ μόνη; Φοβάμαι... Όλη η Κηφισιά είναι έρημη τις νύχτες, μόνο τα σκυλιά ακούγονται! Ανάγκη από λεφτά δεν έχουμε, ας τα πάρει το παιδί μου, δώρο από εμάς! Αυτός ήταν ο λόγος που κατεβήκαμε στην Αθήνα! Καλύτερα στο ενοίκιο και να είμαι μέσα στον κόσμο, παρά τη βίλα και ν΄ αγριεύομαι μονάχη μου...
Ο εφοπλιστής δεν κάμει χωρίς το Μάνθο, αν δεν επιβλέπει ο άντρας μου τίποτα δε γίνεται! Έτσι έχει και τόσο μεγάλο μερτικό στα δυο καράβια! Πολλά εκατομμύρια έδωσε βέβαια, πάρα πολλά! Όταν θα σταματήσει, θα αναλάβει ο Σταθούλης μου! Αυτά είδανε και μου τον τυλίξανε, χρήμα με ουρά κι ένα λεβέντη ίσα με κει πάνω! Τήνε πήρε μαγεμένος, δεν ήξερε τι έκαμε σας λέω! Πόσες και πόσες τόνε θέλανε για άντρα τους... Ο εφοπλιστής της άλλης εταιρίας παρακάλαγε το Μάνθο να τόνε κάμει γαμπρό το γιο μας! Πήρε την κοπέλα της γειτονιάς και την έκαμε κυρία, μάλιστα! Όλη την Ευρώπη είδε, εκεί τήνε πήγε ταξίδι, μάλιστα! Την έντυσε με τα καλύτερα, τη στόλισε με του κόσμου τα χρυσαφικά, πήρε και το μεγάλο διαμέρισμα στο Πασαλιμάνι και την έκαμε αρχόντισσα! Σιγά μη πατήσω το ποδάρι μου εκεί! Το γιο μου θέλω να τόνε βλέπω, αυτήνε ούτε ζωγραφιστή!
Οι δυο αδερφές κούνησαν το κεφάλι συγκαταβατικά. Η κυρία Νάνσυ είχε περιγράψει με τα χειρότερα λόγια τη μικρή που ξελόγιασε το γιο της. Βρε, τι τραβάνε οι μάνες!
- Και πως γνωρίστηκαν οι δυο τους; Η Κηφισιά με την Κοκκινιά είναι πολύ μακριά... Από πού κι ως πού;
- Α! Είχε ο γιος μου ένα φίλο από τη σχολή πολύ καθώς πρέπει, στην Καστέλα μένουνε σ' ένα αρχοντικό! Αλλά επειδή του άρεσε το μπουζούκι, πήγαινε σ' ένα μαγαζί από εκείνα τα μέρη κι άκουγε ένα τραγουδιστή για το κέφι του. Πήρε και τον δικό μου μια μέρα και πήγανε για να γλεντήσουνε. Εκεί ήτανε αυτή με την οικογένειά της και τον έβαλαν στο μάτι γιατί ξεχώριζε απ' όλους εκεί μέσα! Κάτι του ρίξανε στο κρασί και ζαλίστηκε το παιδί μου! Κι από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε αρραβωνιασμένος με την κόρη τους, καταλάβατε;
- Πω πω πω! Τι λέτε κυρία Νάνσυ μου...
- Μάλιστα, όπως σας τα λέω είναι τα πράματα! Κι ο μπουζουκτσής στο κόλπο βέβαια, τόνε ποτίζανε συνέχεια το γιο μου! Καλύτερο γαμπρό θα βρίσκανε να τήνε κουκουλώσουνε; Μέχρι να προλάβουμε εγώ κι ο άντρας μου να το χαλάσουμε, είχανε κλείσει και την εκκλησία!
- Μεγάλο το δράμα σας μαντάμ... πολύ μεγάλο...
- Δυστυχώς έτσι γινήκαν όλα... Μέχρι και τον άντρα μου ποτίσανε για να μαλώσουμε και να φτάσουμε στα χωρίσματα! Εγώ στο τραπέζι δεν έφαγα τίποτα, μπουκιά κάτω δε μου πήγαινε. Όταν έφευγα, στα καλά καθούμενα ο Μάνθος με χτύπησε...
- Χριστός και Παναγία! Τι λέτε;
- Μάλιστα, όπως το ακούτε! Βγήκα πρώτη εγώ κατασυγχυσμένη και στεναχωρεμένη και με πήρε από πίσω... Αυτός δεν ήθελε να φύγει από το τραπέζι, εγώ όμως δεν άντεχα άλλο να τσι βλέπω να γλεντάνε και να καμαρώνουνε που τυλίξανε τον καλό γαμπρό...


Σκηνές απείρου κάλλους είχαν διαδραματιστεί έξω από το μαγαζί του Παρασκευά το βράδυ του γάμου. Όταν η Νάνσυ έφυγε μετά από την απαράδεκτη συμπεριφορά και τα φαρμακερά της λόγια, ο Μάνθος τη στρίμωξε άσχημα. Την απείλησε όταν είδε ότι δεν σκόπευε να σταματήσει κι εκείνη τον έβρισε άσχημα.
Το χέρι του έπεσε με ορμή πάνω της αρκετές φορές, βγάζοντας το άχτι τόσων χρόνων. 
- Θα σε τσακίσω και θα μου πούνε και μπράβο όλοι! Μακριά από τα παιδιά σου φώναζα τόσο καιρό! Τι πράματα είναι αυτά που έκαμες;
- Εγώ θα τους χωρίσω! 
- Κι εγώ θα σε θάψω ζωντανή! 


Η Λούλα είχε στρώσει το τραπέζι στην αυλή και ντυμένη με το κόκκινο φόρεμα μπαινόβγαινε
φέρνοντας πιάτα. Η Διονυσία κρατούσε σφιχτά τα χέρια των νεονύμφων καμαρώνοντας το ταιριαστό ζευγάρι. Στο ταρατσάκι - παρατηρητήριο της Σασώς οι γλάστρες είχαν γυμνωθεί από τα λουλουδάκια που στόλιζαν από το πρωί τα βάζα της μερακλούς Λούλας. Ήθελε να είναι όλα στην εντέλεια και να τους περιποιηθεί όσο καλύτερα μπορούσε. Τα δώρα είχαν ανοιχτεί με γέλια κι ενθουσιασμό όταν έφτασε ευτυχής και χαρούμενος κι ο Μάνθος που ήταν καλεσμένος, μ΄ένα μεγάλο παγωτό και λιχουδιές για τα μικρά. 
- Ιδές πόσα ωραία πράματα μας ήφεραν καλέ συμπέθερε! Μα ήτουνε ανάγκη να ξοδέψουνε τόσοι παράδες; 
- Χαλάλι σας τόσα κι άλλα τόσα! Καλά εκάμανε, πολύ καλά, να σας φχαριστήσουνε θέλανε! Εγώ έχω αναλάβει τα ποτά, ε συμπέθερε; 
Οι λαδερές ιμάμ μπαϊλντί μελιτζάνες, ήταν από τα αγαπημένα φαγητά του Στάθη. Η πεθερά του τις μαγείρευε τέλεια και δεν τις χόρταινε.
- Η συχωρεμένη η πεθερά μου που ήτουνε Πολίτισσα, ήβαζε κουκουνάρι και σταφίδα μέσα. Εμείς δεν το έχουμε αυτό, ηβάνουμε πολύ πράμα απ' όλα τα άλλα!
Έπαιρνε μελιτζάνες μακρουλές και χοντρές, διαλέγοντάς τες προσεχτικά για να είναι στο ίδιο πάχος, ομοιόμορφες.
Τις έπλενε, τις σκούπιζε και χάραζε ελαφρά τη σάρκα τους. Στο μεγάλο τηγάνι τις έριχνε και κολυμπούσαν στο λάδι που τις μαλάκωνε και τις ρόδιζε ελαφρά.
Έκοβε μπόλικα κρεμμύδια, σκορδάκι σε φετούλες και τα "φοβέριζε" στο τσουκαλάκι με λάδι και μια κουταλιά ζάχαρη. 
Όταν καραμέλωναν έριχνε το  μαϊντανό,  πολύ ψιλοκομμένη ντομάτα, αλάτι και πιπέρι. Έβραζαν μέχρι να σωθούν τα υγρά και να μείνει η γέμιση με το λαδάκι της.
Άνοιγε προσεχτικά τις μελιτζάνες και τις γέμιζε, κλείνοντας ελαφρά από τα πλάγια. Τις έστρωνε σε σειρά στο ταψί, έριχνε λίγη σάλτσα ντομάτας και λάδι κι έπαιρναν το δρόμο για το φούρνο σκεπασμένες με λαδόκολλα. Με τυρί φέτα και φρέσκο ψωμί, ήταν νοστιμότατες!
- Η πεθερά μου σας έστειλε κι απ' τις δικές μας στο νησί, ε;
- Βέβαια! Τι γεύση, τι νοστιμιά! Τηγανητές με το κουρκούτι τσι ήκαμα και πολύ τσ' ηφχαριστηθήκαμε! Και ντομάτες μας ήστειλε και φάβα και κρασί και ζαρζαβάτια κι απ' ούλα τα καλά! Χρυσή πεθερά έχεις συμπέθερε, κρίμας που δεν την ηβλέπουμε πιο ταχτικά... Αμά κι η δικιά σου είναι πάρα πολύ καλός άθρωπος, το ίδιο κι ο μπαμπάς σου! Μακάρι να τύχει να τσοι γνωρίσουμε καλύτερα, στη φασαρία του γάμου πόσα να ειπείς; Τους ηφέρατε δωράκια παιδιά, ε;
- Ναι καλέ μαμά, στις άλλες γιαγιάδες και τους παππούδες στο νησί δε θα φέρναμε; 
Ο Μάνθος τους κοίταξε με στοργή. Κανείς ευτυχώς δε ρώτησε, δεν ανέφερε τίποτα για τη Νάνσυ... 
Η Σασώ κατέβηκε στην αυλή όταν είχαν σχεδόν αποφάει. Ήπιε μαζί τους ένα ποτηράκι, πήρε κι ένα μεζέ από τους πολλούς που είχε το τραπέζι κι ευχήθηκε στα παιδιά να αποκτήσουν γρήγορα μωρό. Η Αννίκα της έδωσε το κόκκινο πακέτο με το μεταξωτό μαντίλι. Δεν το περίμενε κι ενθουσιάστηκε.
- Μέλι και ζάχαρη η ζωή σας ούλη να είναι! Πολύ σας ευχαριστώ παιδιά μου, πάρα πολύ!

Κόντευε να νυχτώσει όταν έφυγαν, χορτασμένοι κι ευχαριστημένοι. Η Σασώ κατέβασε κρύα λεμονάδα για όλους.
- Σωστή κυρία ηγίνηκε η κόρη σου μπρε Λούλα! Τι ωραία ντυμένη, στολισμένη, όμορφη σαν την κούκλα! Είδες που σε τα ήλεγα για το γαμπρό; Στα μάτια την κοιτάζει και λιώνει σαν το κεράκι για χάρη τση! Δε με λες, κάνα νέο απ' τη μάνα του ήμαθες;
- Καλά υπάγουν ως τα τώρα, ευτυχισμένη είναι η Αννίκα όπως τα ήλεγες, ναι... Τώρα όμως που γυρίσανε, πολύ φοβούμαι μπρε Σασώ μου, τι να σε πω...
Δεν είδες το κακό που ήκαμε στο γάμο η γρουσούζα; Και τση Μαγδαληνής οι γονιοί δεν ήθελαν τον Παρασκευά κι η μάνα τση του ήσουρνε τόσα λόγια, αμά το ηπήρανε απόφαση για το γάμο. Μιλιά δεν ήβγαλε κανένας, κιχ δεν ηκούστηκε! Η δικιά μας ήριξε τόσο δηλητήριο που κακό χρόνο να έχει! Μήτε τη μέρα ησεβάστηκε, μήτε τίποτις! Αλλά κι εγώ την ηστόλισα καλά, ε;
- Μωρέ πήρες το αίμα σου πίσω! Τσ' ηχρειαζούτανε τση λωλής το ρεζιλίκι! Κι άμα μας είπε ο μπάρμπας του Μάνθου πως την ηκαταχέρισε όξω απ' το μαγαζί, χαρά μεγάλη ούλοι ηπήραμε! Θυμάσαι τσι γειτόνισσες που είπανε ν' αγιάσει το χέρι σου; Χα χα χα!
- Και πολύ άργησε να την ηπεριλάβει ο χριστιανός... Θα ηκάμει ακόμα κάμποσα μπάρκα και θα ιδεί μπας κι ηκάμει κάτι στη στεριά...
- Ο γαμπρός σου;
- Σε δυο τρεις μήνες θα μπαρκάρει... Να, αυτά είναι τα άσχημα με τσοι ναυτικοί, με τα ρύζια στο κεφάλι ακόμα που λέει ο λόγος και να φύει...
- Τι να πεις... Ε, θα πρέπει παγαίνεις κι εσύ ταχτικά στο κορίτσι σου, μην είναι μοναχό του...
- Όσο μπορώ μπρε Σασώ μου... Σάματις μποράω να τσοι αφήνω συνέχεια πατέρα και γιοι; Αυτά τα μικρά, την ψυχή τση μάνας μου ηβγάνουνε! Κι εδώ που τα λέμε, αυτό είναι που φοβούμαι πολύ, την κόρη μου μοναχιά τση... Όσο είναι οι άντριδοι εδώ, μαζώχτηκε η πεθερά, άμα φύουνε δε θα ηκάμει πάλι τα δικά τση;
Μακάρι να ηρχούτανε εδώ που λέει ο λόγος, αμά τέτοιο πράμα δε λέγεται... Νιόπαντρη, με το σπίτι τση το ωραίο, να εύρη τη βολή τση σα νέα νοικοκερά, έτσι είναι... Να σ' ηρωτήξω και κάτι άλλο, τι λες να τήνε στείλουμε τη συμπεθέρα στο νησί; Νυχτικιά και παντούφλες ήλεγα και πιτζάμες τον παππού...
Πολύ μας έχει υποχρεώσει, πάρα πολύ! Κι εμείς πρέπει να ηκάμουμε το ανάλογο, έτσι δεν είναι; 

Η Ρήνη τους καλοδέχτηκε με δάκρυα χαράς. Αγκαλιά τους συνόδευσε από το λιμάνι ως το σπίτι, που είχε τον κατάκοιτο πλέον άντρα της.
- Επειδή ξέρουμε την κατάσταση γιαγιά, είπαμε να μείνουμε στο ξενοδοχείο, μη μας παρεξηγείς σε παρακαλώ... Και δεν έπρεπε να ετοιμάσεις τίποτα, ολόκληρο τραπέζι γέμισες! Πότε πρόλαβες να τα κάνεις, ε; Σίγουρα θα ξενύχτισες και θα σε μαλώσω!
- Την ευχή μου να έχεις γιόκα μου κι εσύ κόρη μου! Εσείς με το έμπα σας γεμώσατε το σπίτι καλέ! Και του κόσμου τα πράματα φέρατε... Να πάτε νε και στην άλλη σου γιαγιά, ναι; Αννίκα μου, πολύ έμορφη είσαι παιδάτσι μου! Με τα ωραία σου τα άσπρα, σαν τη νεράιδα είσαι!
Ψαράκια, καλαμαράκια, μύδια αχνιστά, χόρτα, σαλάτες, τυριά και τηγανητές πατάτες, φαγώθηκαν με όρεξη.
Η Ρήνη σκέφτηκε να μη μαγειρέψει κρέας κι έστειλε το γιο της νωρίς το πρωί να τα φέρει από τις τράτες. Η πίτα με το τυρί και τα φρέσκα αυγά στη γέμιση, μπήκε στο φούρνο πρώτα, πριν καταπιαστεί με τα θαλασσινά που θέλουν ώρα για να καθαριστούν.
- Πολύ πεθύμησα τσοι δικοί σου κόρη μου! Και να πεις πάρα πολλά ευχαριστώ για τα ωραία πράματα που με στείλανε, ανάγκη δεν ήτουνε να κάμουνε τόσα έξοδα όμως... Κι εσείς στο ταξίδι σας πολλά λεφτά ξοδέψατε για να φέρετε δώρα! Τα αγαθά ούλα στο σπίτι σας να έχετε πάντα, μονοιασμένοι κι αγαπημένοι ως να γεράσετε!
- Κι εμείς σας ευχαριστούμε γιαγιά! 

Η εβδομάδα στη Σαντορίνη πέρασε γρήγορα. Ο Μάνθος τους περίμενε με αυτοκίνητο για να φορτώσει τα καλούδια των παππούδων.
Το ένα καλάθι ήταν για τη Λούλα και σε μια τσάντα λίγα πράγματα είχε βάλει η Ρήνη για την αχάριστη κόρη της. Μπορεί κάτι να κρατούσε για το σπίτι της πριν τα μοιράσει εδώ κι εκεί.
Ο Στάθης είχε αποφύγει να επισκεφθεί τη μάνα του, σύμφωνα πάντα με τη συμβουλή του πατέρα του.
- Άσε να περάσουνε λίγες μέρες αγόρι μου, αμαρτία είναι να σε φαρμακώσει... Θα πάω εγώ τα πράματά της, να της πω και δυο κουβέντες πάλι... Θα το χωνέψει με τον καιρό... Πάμε τε να σας αφήκω στο σπίτι σας να ξεκουραστείτε...
Η Αννίκα σηκώθηκε νωρίς, ιδρωμένη και κακοδιάθετη. Τα τελευταία βράδια δεν κοιμόταν καλά κι ένιωθε γενικά άρρωστη. Κουραζόταν εύκολα, ζαλιζόταν, ήταν ανόρεχτη.
- Οι μεγάλες ζέστες φαίνεται πως με πείραξαν Στάθη μου! Τα πόδια μου δε μπορώ να πάρω, με το ζόρι θα έρθω για να πάμε στη μάνα μου...
Η μυρωδιά από τα συκωτάκια πουλιών που τηγάνιζε για τα παιδιά της η Σασώ, ανακάτεψαν το στομάχι της και ίσα που πρόλαβε να πάει ως τον κουβά στην άκρη της αυλής. Κατάχλομη, κάθισε στην καρέκλα κι ο Στάθης της έκανε αέρα συγχυσμένος.
- Καλά μαντάτα είναι αυτά γιε μου! Άιντε, με το καλό! Μπρε κόρη μου, έβγα όξω γλήγορα!
Η Λούλα βγήκε σκουπίζοντας τα χέρια στην ποδιά της. Με τη φασαρία που έκαναν οι γιοι της δεν άκουσε το ζευγάρι που ήρθε.
- Καλώς τα μου! Αννίκα μου, τι ήπαθες παιδί μου;
Φέρε τα κεράσματα, γιαγιά θα γένεις κι εσύ κόρη μου! Αντίς να τρέξει στη Σασώ για μεζέ που τρελαίνεται για τα συκώτια, ιδές τι ήβγαλε στον κουβά με τη μυρουδιά!
- Αχού! Θα τρελαθώ! Η Αννίκα μου έγκυα; 
Αγκάλιασε και φίλησε την κόρη της και τον ακόμα απορημένο Στάθη.
- Καλέ, θέση είναι αυτή για σένανε στην παλιοκαρέκλα; Έλα μέσα να ξαπλώσεις γιαβρί μου!