.

.
.

Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

Εγκατάλειψη συζυγικής στέγης...



Οι μέρες περνούσαν αργά και μαρτυρικά για το Στάθη και το Μάνθο.

Η Αννίκα είχε πεισμώσει και δεν ήθελε να γυρίσει στο σπίτι τους, αν ο άντρας της δεν ξεκαθάριζε την κατάσταση με τη μητέρα του.
- Μπαμπά, τι λες να γίνει; Μήπως ζητήσει διαζύγιο;
- Σώπα βρε γιε μου, σ' αγαπάει η γυναίκα σου! Τη μάνα σου πρέπει να διώξουμε, να πάει πιο μακριά! Τώρα θα μου πεις και με το δίκιο σου, όπου και να είναι τα δικά της θα τα κάμει... 

Ένας μήνας είχε περάσει από την ημέρα του μεγάλου καβγά. Ο Μάνθος έπαιρνε τα παιδιά στο σπίτι για να τα δει ο πατέρας τους, ήταν μικρά ακόμα και δεν καταλάβαιναν.

Η Νάνσυ είχε ήδη μιλήσει με δικηγόρο, κατηγορώντας τη νύφη της ότι εγκατέλειψε τον άντρα της κι απαγόρευε να δει τα παιδιά του...
- Πάει και τέλειωσε γιε μου, να την ξεχάσεις! Γυναίκα είναι αυτή που παρατάει το σπίτι της; 
Η διχόνοια ανάμεσα στο ζευγάρι θέριεψε. Βλέποντας ο Στάθης την άρνηση της Αννίκας κι έχοντας τη μάνα του να τριβελίζει το μυαλό του συνέχεια, αποφάσισε να παίξει το τελευταίο του χαρτί. Ή θα επέστρεφε στο σπίτι τους με τα παιδιά ή θα χώριζαν! 
- H γειτονιά ηξεύρει αυτά που είπαμε, η Αννίκα με τα παιδιά είναι εδώ επειδής κάμνουνε γκρεμίσματα τσοι τοίχοι στο σπίτι!
- Και ίσα με πότε θα μερεμετίζουνε μπρε Σασώ; Αυτά τα πράματα σκέπτουμαι, ρεζίλι θα γένουμε άμα πάρουνε χαμπάρι... Εντροπής πράματα είναι αυτά... 
- Θα σιάξουνε όλα, θα ιδείς... Ηπήρε το μάθημά του ο γαμπρός και θα φερθεί κατά πως πρέπει. Αμά κι αυτή η Νάνσυ, την ψυχή τση κόρης σου ήβγαλε, άδικο δεν έχει το παιδί...
- Τι να κάμω δεν ηξεύρω... Δεν είναι κι άθρωπος να τη μιλήσεις, αυτή χαρές έχει που τσι ήφερε τον ένα εκεί και την άλληνα εδώ, άλλο που δεν ήθελε... Αμά κι ο συμπέθερος κομμάτι αλλιώτικος με φαίνεται, σάμπως και να μη δικιολογεί τη νύφη του πια... Δίκιο έχει, το παρατράβηξε η κόρη μου... Κι εκεί στο Πασαλιμάνι δε θα βουίζει ο τόπος που τον άφηκε η γυναίκα του το Στάθη;
- Μπρε Λούλα μου, όποτε πάγαινα για να ποτίσω τσι γλάστρες τόση κουβέντα ήπιανα με τσι γειτόνισσες! Μια κακιά λέξη δεν ήκουσα για την Αννίκα απέ τσι άλλες των διαμερισμάτων τση πολυκατοικίας! Και την ψιλικατζού στη θέση τση ήβαλα που ήβγαινε στην πόρτα κι ούλο ήλεγε ο στόμας τση! Αφού η πεθερά την κλάφτηκε, την ηλυπήθηκε για, το ίδιο θα ήκαμες κι εσύ κι εγώ! Το θέμα είναι να σμίξει το αντρόγυνο και η μάνα του να μην ανακατώνεται στη ζωή τσους... 

Το τηλέφωνο που χτυπούσε επίμονα ξύπνησε το Στάθη. Η μητέρα του κοφτά τον κάλεσε στο σπίτι της.
- Πλύσου, ντύσου κι έλα αμέσως εδώ! 
Στην πόρτα τον περίμενε και με τον καφέ έτοιμο στο τραπέζι.
- Ο δικηγόρος μας περιμένει, του μίλησα εγώ! Εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη η προκομμένη σου και το διαζύγιο θα βγει σε βάρος της! Το Μανθούλη θα τον πάρουμε εμείς και θα τον αναλάβω εγώ και ο μικρός ας μείνει μαζί της, να κόψουνε το λαιμό τους να τον μεγαλώσουνε! Θα σου πει για τη διατροφή, μη και στα φάει όλα το παλιόσογο
- Τι λες καλέ μαμά τώρα;
- Πάει και τέλειωσε! Βασίλισσα την έκαμες με όλα τα καλά και είδες πως σου φέρθηκε! Άμα σ' αγαπούσε βρε χαζέ, θα το έκαμε αυτό; Εγώ γιατί δε χώρισα τον πατέρα σου που τσιλημπούρδιζε κι έκαμα υπομονή τόσα χρόνια, ε; Επειδής ήτανε ο άντρας μου και τον αγαπούσα, ούτε και σε σένα ήθελα να στερήσω το μπαμπά σου! Θα της τα πάρω όλα και θα τήνε αφήσω με τα ρούχα που φοράει, αν κι αυτά εσύ της τα πήρες! Να μείνει στην αυλή με τις γυναικούλες και να πλένεται στη σκάφη πάλι για να μάθει! Να το κάμει αυτό σε σένανε και να τήνε ξαναπάρεις στο σπίτι; Αν είναι δυνατόν! Θα πλερώσω όσο όσο για να τήνε ξεφορτωθείς μια και καλή την κατσιβέλα! Δε σε μεγάλωσα εγώ για να κακοπέσεις και να γελάει ο κόσμος με σένανε! Θα λένε πως έχεις και κάνα κουσούρι και σε εγκατέλειψε! Άστα πίσω σου όλα, ανάγκη δεν έχεις. Μόνο την υπογραφή σου θα βάλεις κι άλλο τίποτες δε χρειάζεται! Να φύγεις ήσυχος στο ταξίδι σου γιε μου και μη σε νοιάζει τίποτα, εγώ κι ο πατέρας σου να είμαστε καλά!

Η Διονυσία μελαγχολική όπως πάντα τους τελευταίους μήνες, έψησε καφεδάκια και κάθισε στο τραπεζάκι της κουζίνας. Κόρη κι εγγονή μιλούσαν όπως κάθε μέρα στην κάμαρα ψιθυριστά, για να μην ακούσουν τα παιδιά που έπαιζαν αμέριμνα. 
- Μαμά, τσ' είπα να μηνύσει τον άντρα τση να έρτει για να μιλήσουνε! Καλύτερα να τα πούνε κάπου μακριά από δω, μόνοι να είναι...
- Ναι κόρη μου, πολύ σωστά τα λες! Άιντε και θα με φάει κι εμένα ο καημός... Ό,τι ηγίνηκε, ηγίνηκε, θα πάνε ούλα καλά από δω και πέρα! Ηπήρανε το μάθημά τσους πια και θα προσέχει τη μάνα του ο άντρας τση! Ιδές που δεν ήρχεται μήτε για τα παιδιά και τα παγαίνει ο παππούς στο μπαμπά τσους... Να τόνε καλοπιάσει το Σταθούλη, ζωή μπροστά τσους έχουνε και δυο αγόρια να μεγαλώσουνε... Έτσι δεν είναι Αννίκα μου; Έλα κοκόνα μου, άκουε τη μαμά σου κι εμένανε... Με τον άντρα σου θα ζήσεις, όχι και με τη μάνα του!
- Αγανάκτησα νενέ μου με τα ρεζιλίκια που έκαμε η πεθερά μου! Θα του πω να αλλάξουμε και σπίτι, μήτε τη γειτονιά εκεί δε θέλω πια, ντρέπομαι πολύ...
- Ναι, αυτό να κάμετε! Να μην έχεις τσι κουτσομπόλες που μίλησε η πεθερά σου μες στα μούτρα σου και συχίζεσαι! Να βγω με τη Σασώ στοις δρόμοι να ιδούμε για άλλο σπίτι, ηξεύρεις πόσες πολυκατοικίες χαζεύουμε; Με τσι ωραίες βεράντες σαν και τη δικιά σας κι ηβλέπουνε κι αυτές στη θάλασσα!
Το χτύπημα στην πόρτα τους διέκοψε τη Λούλα. Ένας κύριος με κουστούμι και τσάντα στο χέρι, ακολουθούσε τη Νάνσυ που κουβαλούσε μια βαλίτσα.
- Ήρθα να πάρω τα πράματα του γιου μου και τα παιδιά να δουν το μπαμπά τους πριν φύγει! Εσύ πάρε το χαρτί από τον κύριο κι αύριο πρωί πρωί στο δικηγόρο, βάλαμε μπρος το διαζύγιο! Τα ρούχα σου θα τα μοιράσω στις φτωχούλες, να βάλουνε πάνω τους και τίποτες καλό, βγάλε και τα χρυσαφικά από το λαιμό και τα χέρια σου τώρα! Φταίει ο γιος μου που σε στόλισε και σε έκαμε κυρία, αλλά δε σου άξιζε ούτε πράμα ψεύτικο!
Η γειτονιά σηκώθηκε στο πόδι από τις φωνές της Λούλας που τη φώναζε αντροχωρίστρα και παλιογυναίκα. Τα παιδιά έκλαιγαν στην αγκαλιά της Αννίκας και δεν ήθελαν να τα πάρει η γιαγιά τους. Η Νάνσυ έβγαλε τρία χιλιάρικα και τα πέταξε στο τραπέζι.
- Αυτά είναι δώρο από μένα! Και να ξέρεις ότι το ένα παιδί θα το πάρουμε εμείς, να το μεγαλώσουμε όπως πρέπει! Ο Μανθούλης θα γίνει σαν τον πατέρα του! Για το μικρό θα σου στέλνει κάποια λεφτά κι εσύ κάμε τα κουμάντα σου! 
Το βαρύ χέρι της νταρντάνας Λούλας έπεσε στο κεφάλι της μικροκαμωμένης συμπεθέρας και οι βρισιές που ακολούθησαν την έκαναν να φύγει τρέχοντας. Κατέφυγε στο πατρικό της Μαγδαληνής κι η μητέρα της την περιέθαλψε.
- Μήνυση θα κάμω μαντάμ τση Λούλας! Δέκα χιλιάδες άφηκα για τη μάνα και  τα παιδιά να καλοπερνάνε κι αυτές με βρίσανε και με χτύπησε στο κεφάλι η τρελή!

Η Ασπασία πλήρωσε τα γλυκά που κέρασε στην Αννίκα και τα παιδιά. Απόγευμα Κυριακής, μια μέρα πριν το δικαστήριο, βγήκαν για να μιλήσουν.
- Φοβάμαι για το Μανθούλη μας, θέλει να τον πάρει...
- Μη βάζεις αυτές τις σκέψεις στο μυαλό σου βρε Αννίκα! Τα παιδιά μένουν με τη μάνα τους, έτσι θα σου πάρει το παιδί; Άστη να λέει, να δούμε αν τολμήσει να ξεστομίσει τέτοιο πράγμα αύριο! Τον άντρα σου θα τον εκπροσωπήσει ο δικηγόρος, ε;
- Ναι, αφού λείπει έτσι θα γίνει... Το περίμενες αυτό από το Στάθη βρε ξαδέρφη;
- Δε με άκουσες Αννίκα! Το μάθημα έπρεπε να το πάρει πριν φύγει, στο έλεγα! Όταν μπαρκάρισε, ήταν λογικό να τον κάνει η μάνα του ό,τι ήθελε! Όσο κι αν αγαπάει ένας άντρας τη γυναίκα του και να την εμπιστεύεται, όταν ταξιδεύει και μάθει άσχημα πράγματα αλλάζει το μυαλό του... Η πεθερά σου χαμπάρι δε θα έπαιρνε, δικαιώματα σου έδινε πάντα για να βρεις πάτημα! Το κακό κόβεται από τη ρίζα, αν το αφήσεις κι απλωθεί δεν το μαζεύεις εύκολα! Έτσι την έπαθες κι εσύ δυστυχώς... Αλλά διαζύγιο δε θα δούνε, όπως είπαμε θα κάνεις! Ο δικηγόρος είναι από τους καλύτερους και θα σε υποστηρίξει, αυτό είναι σίγουρο! Κατηγορούμενη η Θανασούλα είναι κι όχι εσύ που ήσουν υπόδειγμα καλής συζύγου! Άστη να λυσσάει και πρόσεχε να μη κάνει καμιά σκηνή η μάνα σου στο δικαστήριο, δε μας συμφέρει!
- Της είπα να μην έρθει αλλά δεν αλλάζει γνώμη. Με σέρνουνε στα δικαστήρια λέει κι αυτή θα κάθεται στο σπίτι; Φοβούμαι και τη νενέ μου μη πάθει τίποτα από τη στεναχώρια της, δε θέλει να πιστέψει πως ο γάμος μας χάλασε...
- Με τον καιρό δεν ξέρεις πως έρχονται τα πράγματα... Να γίνει ό,τι είναι καλύτερο για σένα και τα παιδιά...
Άξιος και ικανός ο δικηγόρος που της σύστησε η Ασπασία, έβγαλε πολλές φορές την Αννίκα από τη δύσκολη θέση της. Η άλλη πλευρά έχοντας το ατού της συζύγου και μητέρας που εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη, χρησιμοποίησε κι ένα σωρό ακόμα κατηγορίες σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα της γιαγιάς.
Χαμός έγινε όταν η Λούλα άκουσε να λένε ότι η κόρη της ήταν ξελογιασμένη κι ανίκανη να αναθρέψει τα παιδιά της...

Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2013

Τσοκαρίες...


- Όλες τους τσοκαρίες είναι! Καλά τα λέει η Σουσού! Ακούς εκεί να μου γυρίσουνε τα μούτρα! Εκατό χρόνια θέλουνε για να φτάσουνε το μικρό μου νυχάκι!
Μια τούμπα πήρε η Νάνσυ στο δρόμο κι έτρεξαν δυο γυναίκες να τη βοηθήσουν. Τα γόνατά της γδάρθηκαν κι έτσουξαν πολύ όταν της έβαλαν οξυζενέ.
- Πονάς κυρία Νάνσυ μου, αλλά θα σου περάσει γρήγορα, ευτυχώς δεν είναι τίποτα σοβαρό! 
- Αχ! Μέχρι την καρδιά με χτύπησε ο πόνος!
- Δίκιο έχεις καημενούλα μου, όμως θα στο απολυμάνει...
- Καημενούλα είσαι και φαίνεσαι κυρά μου! Εγώ είμαι μαντάμ κι αριστοκράτισσα, όχι σαν ελόγου σου!
- Δε φταίει κανένας άλλος, εγώ η χαζή που σε είδα από τη βεράντα κι έτρεξα να σε βοηθήσω με τη φίλη μου! 

Η έχθρα με τις γειτόνισσες ξεκίνησε από εκείνη την ημέρα. Η συμπεριφορά της μαθεύτηκε και την κοιτούσαν με μισό μάτι.
Είχε από καιρό μετακομίσει σ' ένα διαμερισματάκι στο Φάληρο. Έκανε τα πάντα για να είναι κοντά στο γιο της, μόνο και μόνο για να ταράζει τη νύφη της. Πολλές φορές η Αννίκα δεν της άνοιγε την πόρτα, προσποιούμενη ότι δεν ήταν στο σπίτι. Η Νάνσυ όμως παραμόνευε την ώρα που επέστρεφαν τα παιδιά από το σχολείο και τα δηλητηρίαζε κατηγορώντας τη μητέρα και τη γιαγιά τους. Γνήσιο εγγόνι της θεωρούσε ότι ήταν ο Μάνθος και του έδινε πάντα περισσότερα, για να αναγκάσει τους συμπεθέρους να αγοράζουν παραπάνω πράγματα για να μη ζηλεύει ο Χαρίτος. Δε μπορούσε να ανεχτεί ότι ο μικρός είχε δικό τους όνομα...
- Μανθούλη μου, στα καλύτερα σχολεία θα πας και θα γίνεις επιστήμονας! Μη σε νοιάζει τίποτα, η γιαγιά σου είναι εδώ! Εσύ μικρέ μου, πες στην άλλη σου γιαγιά και στον παππού σου να βάλουνε κι εσένα! Δύο τους έχεις κι εσύ, άμα σ' αγαπάνε κι αυτοί να πληρώσουνε! Άμα δε θέλουνε δεν πειράζει, θα δούμε τι θα γίνει και με σένανε... 
Καλά που έχετε τον πατέρα σας και ζείτε καλά, άμα περιμένατε από τη μάνα σας μόνο σουτζουκάκια θα σας τάιζε κι άλλο τίποτα!
Κακός χαμός γινόταν στο σπίτι από τα κλάματα και τα παράπονα του Χαρίτου. Η Αννίκα προσπαθούσε να τα συμβιβάσει αλλά στο μυαλουδάκι του μικρού είχε καρφωθεί η ιδέα πως ο μεγαλύτερος αδερφός του θα είχε όλα τα καλά κι εκείνος θα ήταν παραπεταμένος... 
- Στάθη, μάζεψε τη μάνα σου γιατί κι εγώ δεν ξέρω τι θα γίνει! Αν δε σταματήσει αυτά που κάνει θα πάρω τα παιδιά και θα πάω στη μάνα μου να μείνω!
Τρελή και ψεύτρα έβγαζε η Νάνσυ τη νύφη της! Από όσα έκανε, παραδεχόταν τα μισά.
- Εσύ γιε μου ταξιδεύεις συνέχεια και δεν είσαι εδώ να βλέπεις! Ό,τι σου λέει πιστεύεις λοιπόν! Δε με χωνεύουνε και σου βάζουνε λόγια!
- Έλα τώρα καλέ μάνα, λες και δε σε ξέρω! Πετάς κι εσύ τις σπόντες σου μια ζωή...
- Να κόψουνε το λαιμό τους και τα πεθερικά σου! Εγώ γιατί κάνω σχέδια για το Μανθούλη μας, ε; Το όνομα μόνο ξέρουνε να καμαρώνουνε;
- Τι λες; Λίγα πράγματα κάνουν στα παιδιά; Και ρούχα και παιχνίδια και πάντα με τα χέρια γεμάτα έρχονται! Τα παιδιά μου δεν τα αδικούν μάνα κι εσύ λέγε ό,τι θες! 

Το ζευγάρι μάλωνε τακτικά. Όταν στο επόμενο πολύμηνο ταξίδι του Στάθη η Νάνσυ έπιασε για μια ολόκληρη ώρα την κουβέντα με την κουτσομπόλα ψιλικατζού της γειτονιάς τους κι άκουσε η Αννίκα τις μπηχτές της, μάζεψε λίγα ρούχα, πήρε και τα παιδιά και πήγε στο πατρικό της.
- Ακούς εκεί να μου πει ότι είναι αμαρτία να μην αφήνω τη γιαγιά να βλέπει τα εγγόνια της και την έχω μόνο για να πληρώνει! Λύσσαξε πια η λωλή! Είχαμε κομμάτι την ησυχία μας όταν έμενε στην Αθήνα κι όταν φαγώθηκε να έρθει πιο κοντά μας τα είπα στο γιο της ότι θα έχουμε προβλήματα! Αλλά δε φταίει αυτός, εγώ που τα ανέχτηκα τόσα χρόνια και δεν τον έστειλα πακέτο στη μάνα του! Το παίζει παραλού κι αριστοκράτισσα μια ζωή τρομάρα της, άφραγκο άφησε τον πεθερό μου για να κάνει τα μεγαλεία της!
- Σύχασε μπρε παιδάκι μου τώρα, κατακόκκινη ηγίνηκες! Κάτσε να περάσει η μπόρα, να ιδούμε τι θα πει κι ο Στάθης κι ο πατέρας του... 
- Αννίκα μου, δεν είναι πρέπον να παρατάς την κόχη σου! Η γυναίκα να φεύγει απέ το σπίτι τση πράμα σωστό δεν είναι...
- Καλά ήκαμε! Κι ο Άγιος φοβέρα θέλει, δε λένε; Με το καλό τον μιλάει τόσα χρόνια, αμά δε λέει να τήνε βάλει στη θέση τση! Στο σπίτι τση το πατρικό ήρθε, όχι στοις δικηγόροι!
- Παναγιά μου! Αυτό δα ήλειπε
Η Ασπασία που είχε μπει στην αυλή, συμφώνησε με τη Σασώ.
- Δε τον χώρισε, μη κάνετε έτσι! Είναι ο μόνος τρόπος για να καταλάβει ότι η μάνα του θα χαλάσει την οικογένειά του! 
Οι ξαδέρφες και κουμπάρες μιλούσαν καθημερινά στο τηλέφωνο και κάθε δεύτερη εβδομάδα πήγαινε η νονά να τους δει. Ήξερε η Ασπασία όλα όσα συνέβαιναν στο σπίτι τους και την είχε συμβουλέψει να το κάνει από καιρό.
- Καλύτερα αγανακτισμένη στη μάνα σου, παρά κλαμένη στα δικαστήρια! Γιατί η πεθερά σου θέλει να σας χωρίσει! 


Η τηλεόραση που έφερε ο Στάθης στη μάνα του, κρατούσε λίγες ώρες απασχολημένη τη Νάνσυ, κάνοντάς την να ονειρεύεται περισσότερα. Η Μαντάμ Σουσού ήταν η αγαπημένη της σειρά.
- Ίδια εγώ είναι! Το ύφος της, τα λόγια της, η μεγαλομανία της! Ξεχωρίζει από όλες τις τσοκαρίες στη γειτονιά! Και η άλλη εδώ πέρα παραξηγήθηκε, επειδής της είπα να έρχεται να κάμει τσι δουλειές μου! Πολύ το φχαριστήθηκα! Όχι που θα την άφηνα να το παίζει ανώτερη!
Μια αξιοπρεπέστατη κυρία είχε συναντήσει στο φαρμακείο, καλοντυμένη κι ευγενική. Όταν την είδε να μιλάει με τις δυο γειτόνισσες που είχε αρπαχτεί, προσπάθησε να την προσεγγίσει. Η γυναίκα ενημερωμένη δεν είχε διάθεση να πιάσει φιλία μαζί της και όποτε τη συναντούσε ή έκανε ότι δεν την έβλεπε ή τη χαιρετούσε τυπικά.
Η Νάνσυ ρωτούσε τους πάντες αν ξέρουν μια παραδουλεύτρα, όχι επειδή πραγματικά τη χρειαζόταν αφού δεν είχε περισσευούμενα λεφτά, αλλά για να δείξει ότι σαν καλομαθημένη και  πλούσια δεν καταδεχόταν να κάνει τις χοντρές δουλειές στο σπίτι.
Της είπαν για μια καλή και πολύ καθαρή γυναίκα που αναλάμβανε σπίτια και είπε ότι θα το σκεφτεί. Όταν λοιπόν είδε ότι η μεγαλοκυρία την απέφυγε, πήρε ύφος και όρμησε!
- Μαντάμ, να σας πω κάτι! Εσείς δεν είσαστε που καθαρίζετε σπίτια; Θέλω μια γυναίκα ξέρετε, γιατί έτσι είμαι μαθημένη και νομίζω ότι μου σύστησαν εσάς! Θα σε πληρώνω με το παραπάνω και θα τρως τα καλύτερα στο σπίτι μου!

Η κυρία ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι της απειλητικά...
- Τι λες χριστιανή μου, εγώ παραδουλεύτρα; Δυο γυναίκες έχω για το σπίτι μου, σου φαίνομαι για άνθρωπος της ανάγκης;
- Άμα εσύ έχεις δυο για το σπίτι σου, εγώ είχα τις διπλές και προσωπική καμαριέρα στο δικό μου! Αλλά για να ρωτήσω και να μου πούνε για σένα, μάλλον αυτή την εντύπωση τους έχεις δώσει! Άντε στο καλό τώρα, να πάω κι εγώ που με περιμένουνε στην Κηφισιά!
Εμβρόντητη η γυναίκα άκουσε τα λόγια της και πριν προλάβει να της απαντήσει η Νάνσυ έφυγε. Σύζυγος καθηγητού, μορφωμένη και μεγαλωμένη στο αρχοντικό των γονιών της που κληρονόμησε, ήταν πρόσωπο σεβαστό και δαχτυλοδεικτούμενο.
- Αυτή είναι εντελώς τρελή! Αν είναι δυνατόν άνθρωπος να με σύστησε για οικιακή βοηθό! 

Ο Στάθης θα επέστρεφε το συντομότερο στον Πειραιά. Οι κατηγορίες της μητέρας του για την Αννίκα, τον είχαν ανάψει για τα καλά.
- Δεν πρόλαβες να μπαρκάρεις γιε μου και η γυναίκα σου πήρε τα παιδιά κι έφυγε από το σπίτι! Ένας Θεός ξέρει που τα έχει πάει και τι σχέδια κάνει! Γι αυτό κανένα δε βρίσκεις στο σπίτι σου αγόρι μου! Θα σου πάρει γερή διατροφή και θα βρει άλλονε από τη φάρα τους! Αυτό που ήθελε το πέτυχε, βρήκε μεγαλεία, λούσα, σπίτι λουξ και λεφτά πολλά και τώρα άντε βρες τηνα! Δεν έκαμε για σένανε, από την αρχή στα έλεγα και δεν άκουσες τη μαμά σου! Πήγες κι έμπλεξες με τις τσοκαρίες τση Κοκκινιάς!
- Ο μπαμπάς;
- Πήγε να δει τον πατέρα του, δεν είναι και τόσο καλά, θα πεθάνει μάλλον, δεν ξέρω τι έχει...
- Καλά, ο παππούς άρρωστος και δε ρώτησες; Πότε θα γυρίσει;
- Δεν ασχολούμαι με αρρώστιες, οι γιατροί λένε να μη συχύζουμαι! Θα γυρίσει σε δυο τρεις μέρες ο πατέρας σου και θα πάει να φέρει τα παιδιά. Εσύ να προσέχεις και να τρως καλά, η άλλη ανάγκη δεν έχει και να μη στεναχωριέσαι! 
Ο ταξιτζής που τον παρέλαβε από το αεροδρόμιο, τον ρώτησε αν αισθάνεται καλά. Κατάχλομος, με μάτια κόκκινα από την αϋπνία, ίσα που ψιθύρισε τη διεύθυνση.
Το σπίτι τον υποδέχτηκε βουβό και ψυχρό. Χωρίς την παρουσία της γυναίκας του και τα χαρούμενα γέλια των παιδιώνένιωσε την απελπισία να τον πνίγει. Δεν άνοιξε τα παντζούρια για να μπει στο σπίτι φως και δεν είδε τις φρεσκοποτισμένες γλάστρες στο μπαλκόνι... 
- Μάνα! Η γυναίκα και τα παιδιά μου είναι εδώ, έτσι; 
- Στάθη! Καλωσόρισες αγόρι μου! 
- Κακώς όρισα! Τι συμβαίνει κι η γυναίκα μου έφυγε από το σπίτι; Τι πράγματα είναι αυτά; Μέσα είναι;
- Σύχασε παιδί μου, εδώ είναι σε μας, πού αλλού θα ήτουνε; Κι όσο για τα νεύρα σου μάζωξέ τα γιατί θα σηκωθεί ο μαχαλάς στο ποδάρι! Πόσο να άντεχε, με λες; Τα παιδιά κοντεύουνε να τήνε μισήσουνε με το γρι γρι τση μάνας σου! Εμάς τσι γιαγιάδες μας λέει τσοκαρίες! Η μάνα μου που ήντουνε αρχοντοκυρά κι εδώ τήνε σέβουνται ούλοι είναι τσοκαρία; Εγώ που με ηγάπησε ούλος ο κόσμος από βρέφος και μέχρι τώρα ηβγαίνουνε στσι πόρτες για να με χαιρετίσουνε και να με μιλήσουνε οι γειτόνοι είμαι τσοκαρία; Η μάνα σου απ' όταν ήρτε εδώ, με τον κόσμο ούλο μάλωσε και οι αθρώποι ούλοι τον κόρφο τσους φτύνουνε! Να με συμπαθάς, αμά τα πράματα έτσι είναι, στον στόμα τση για μας ηπιάσει πρέπει να το πλύνει πρώτα! Την ηξινίσαμε απ΄ την αρχή και μας λογαριάζει για οχτρούς, κατάλαβες; Θαρρείς που μας αρέσει να γυρίσει η κόρη μας πίσω με τα μικρά; Πλερώνουνε κι αυτά τσι αμαρτίες σας τα πουλάκια μου... Χώρια που το Χαρίτο τόνε βλέπει σαν αποπαίδι! Γιαγιά και μάνα είναι αυτή; 
Του κόσμου τα λόγια ηβάνει στο μυαλουδάκι τσους, δεν τα ήξευρες κι αυτά; Πόσες φορές η Αννίκα σε είπε που αγανάχτησε πια και δεν αντέχει; Μια μέρα ήσυχια δεν ηπέρασε το παιδί μου στο σπίτι σας Στάθη! Μέχρι και τσι γειτόνισσές σας ηπιάνει και μας κατηγοράει κι η γυναίκα σου μούτρα δεν έχει να ιδεί άθρωπο...
- Τι λες τώρα μάνα; Εγώ ξέρω άλλα πράγματα! Ότι ερχόταν στο σπίτι να δει τα παιδιά και η κόρη σου της έκλεινε την πόρτα! Στα σκαλιά καθόταν κι έκλαιγε από τη στεναχώρια της! Δε μπορεί να το χωρέσει ο νους μου ότι η γυναίκα μου έφυγε! Εγώ σε τι έφταιξα, μου λες;
- Τόσες φορές σου μίλησα εγώ και τόση ώρα σου μιλάει η μαμά μου κι ακόμα ρωτάς σε τι έφταιξες;
Η Αννίκα σχεδόν αγνώριστη από τη στεναχώρια και το κλάμα βγήκε από το δωμάτιο και τον κοιτούσε στα μάτια προκλητικά, έτοιμη να τον κατασπαράξει...

Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

Αμυγδαλωτά και μπομπονιέρες... αριστοκρατικά



Η Αννίκα περίμενε χαρούμενη κι ανυπόμονη από μέρα σε μέρα τη γέννηση του δεύτερου παιδιού της. 

- Έτοιμη η βαλίτσα σου κορίτσι μου! Τήνε σταύρωσε η νενέ σου ξανά και ξανά! Έλα να σε βοηθήσω να λουστείς που δεν ημπορείς να σκύβεις με την κοιλιά στον στόμα!
- Πάμε μαμά... Η πεθερά μου πάλι λογαριάζει να έρθει αύριο, πριν λίγο μίλησε με το Στάθη...

- Ναι, ε;  Εσύ τα πρέποντα τα κάμεις, κυρία είσαι, άστηνα να ήρχεται αφού θέλει, όχι να πεις το γιο τση δε γένεται!
- Δεν έρχεσαι κι εσύ αύριο πάλι;
- Όχι κοκόνα μου, δε θα έρτω... Απέ τη μια δεν έχω όρεξη να ιδώ τα μούτρα τση κι απέ την άλλη πάλι δεν είναι σωστό ούλη την ώρα να είμαι στα πόδια σας! Ο άντρας σου εδώ είναι, δε μνήσκεις μοναχιά σου όπως άμα ταξιδεύει...
Η Νάνσυ κατέφθασε με ένα κουτί σοκολάτες για το μικρό Μάνθο. Κάθισε στην άκρη του καναπέ κι έπαιξε λίγο με τον εγγονό της. Ούτε καφέ δεν πήρε από τα χέρια της νύφης της, επειδή δεν ήθελε να την κουράσει, αυτή ήταν η δικαιολογία της. Αν και την κοιτούσε με μισό μάτι, η Αννίκα φερόταν ευγενικά και τυπικά.
- Για πότε τα γεννητούρια;
- Περιμένουμε μαμά, έτοιμα όλα τα έχουμε.
- Θα μεγαλώσουνε γιόκα μου τα βάσανά σου... Μη κάμεις τα μυαλά της, θα φας τη ζωή σου! 

- Μαμά! Η γυναίκα μου δεν κάνει τα παιδιά μόνη της! Κι αν θες να ξέρεις, δεν ήθελε τόσο γρήγορα κι άλλο παιδί, αλλά αφού έτυχε...

- Έτσι σου είπε βρε χαζέ, έτυχε; Καλά, έτσι που σ' έχουνε αποβλακώσει, ό,τι σου λένε πιστεύεις! Μωρέ αυτές κάμουνε το δικό τους, γιαγιά, μάνα και κόρη κι εσύ χαμπάρι δεν παίρνεις! 'Αντε, φεύγω τώρα, μη νυχτώσει κι είμαι στους δρόμους... 

Το δεύτερο αγοράκι γεννήθηκε σε δυο μέρες. 

- Να μας ζήσει ο Χαρίτος μας!
Τρελαμένοι η Λούλα και ο άντρας της άκουσαν το Στάθη να φωνάζει με χαρά το όνομα. Ο Στάθης τηλεφώνησε στη Νάνσυ όταν έπιασαν οι πόνοι τη νύφη τους αλλά εκείνη αφού έστειλε το Μάνθο, πήγε αρκετή ώρα μετά τον τοκετό.
- Δεν τόνε γλυτώσαμε τον Πολίτη, ε; 
- Το λογικό γίνηκε βρε γυναίκα! Δυο αγόρια κάμανε, τσοι δυο παππούδες βγάνουνε
- Μμμμμμμ.... Να ήτουνε αθρώποι καθώς πρέπει, να σου πω μάλιστα!

- Παραπάνω καλοί απ' όσο περίμενα είναι! Άμε να ευχηθείς κι εσύ!
Ψυχρά και τυπικά χαιρέτισε την οικογένεια κι η Λούλα έφτυνε τον κόρφο της και σταύρωνε τον άντρα της και την πόρτα του χειρουργείου που ακόμα ήταν μέσα η κόρη της.

- Τη φοβούμαι μπρε μάνα, ιδές το μάτι τση!
- Σους μπρε Λούλα! Ηλευτερώθηκε το κορίτσι μας καλά μ' ένα γερό παιδί κι αυτό μας γνοιάζει
Η στρυφνή γιαγιά δεν πλησίασε τη λεχώνα. Από την πόρτα του δωματίου ευχήθηκε μέσα απ' τα δόντια της και τραβούσε από το μανίκι τον άντρα της για να φύγουν.

- Το είδαμε το μωρό, πάμε τώρα! Άμα θέλει το σόι να κάτσει να καμαρώνει το όνομα, δε με νοιάζει! 

Οι μήνες πέρασαν και η βάφτιση ετοιμαζόταν αυτή τη φορά στη γειτονική τους εκκλησία, στην Κοκκινιά.

- Τρελάθηκες γιε μου; 
- Όχι, δεν τρελάθηκα! Αφού θα βγει το όνομα του πεθερού μου, σκεφτήκαμε να βαφτίσουμε εκεί το παιδί, μεγαλύτερη χαρά στη γειτονιά τους είναι!
- Ποιοι σκεφτήκατε βρε συ; Η πεθερά σου που ψοφάει για τζερτζελέδες τα έκαμε πλακάκια με την κόρη τση και στα σερβίρανε στο πιάτο!

- Λάθος κάνεις! Εγώ με τη γυναίκα μου το αποφασίσαμε κι εκείνοι το έμαθαν μετά!
- Αν έβγαζες το δικό μου όνομα, στη Μητρόπολη θα κάμαμε το βαφτίσι, αλλά...αλλά...

- Ε... Τι να κάνουμε, αγοράκι πάλι...
- Θα μπορούσατε να το βγάλετε Αθανάσιο όμως, να με τιμήσεις...

- Ναι και θα το φωνάζαμε Νάνσο... Χα χα χα! Το σωστό κάναμε μαμά και το ξέρεις!
Ο Παρασκευάς έστειλε τα όργανα στην αυλή λίγο πριν ξεκινήσουν για την εκκλησία. Όλοι στη γειτονιά είχαν χαρεί γιατί ο Χαρίτος ήταν αξιαγάπητος άνθρωπος. 

- Μπρε τον τρελοπαππού! Παραγγελιές κι άλλα τόσα τραγούδια μ' ήδωκε! Χα χα χα! Μπρε κορίτσι μου, ψήσε με μια μαντζουράνα ν' ανοίξουνε τα λαιμά μου...

Η Μαγδαληνή έκοψε λίγα φυλλαράκια από τη γλάστρα και τα έβαλε στο μπρίκι μ' ένα φλιτζάνι νερό.
Αφού πήρε κάμποσες βράσεις το σούρωσε στην κούπα κι έβαλε μια μεγάλη κουταλιά μέλι.

- Φάρμακο είναι για τη φωνή! Άιντε και του χρόνου στο δικό μας!
Χάιδεψε την κοιλιά της γυναίκας του που δεν είχε ακόμα φουσκώσει.

- Απόψε να το πεις τση μάνας σου, ε; Το καλό πράμα αργεί να γένει και το δικό μας το παιδί θα είναι το καλύτερο! Πάμε τώρα, να κάμουμε πλάκα το Χαρίτο
Καλύτερη νονά από την Ασπασία δε θα έβρισκαν! Όταν ζήτησε να βαφτίσει και το δεύτερο δέχτηκαν με χαρά!

- Εμ! Να μη λαδώσω και το δικό μας όνομα; 
Σαν πασάς στολίστηκε και ο δεύτερος γιος! Έγινε το μυστήριο στην ολόλαμπρη εκκλησία και μοιράστηκαν μπομπονιέρες πλεχτές, χειροποίητες, από τα χέρια της Διονυσίας και της Σασώς, που πάντα πρόθυμη βοηθούσε σε όλα. 
- Διπλές και τρίδιπλες θα ηκάμουμε! Τέτοιο πράμα να στολίζουνε πετσετάκι μονό αποκλείεται, θα ζητούνε κι άλλη για το ταίρι του! Τσι κορδέλες διπλές, ε Λούλα;
- Ναι μπρε, να φαντάξουνε! Σκέβου να μη τσ' ηπιάναμε άμα σαράντισε το μωρό... Πόσοι μήνες μας ηπήρανε αλλά χαλάλι του παιδιού μας! Πάντως, με το άσπρο ιδές πως δείχνει η θαλασσιά η κορδέλα! Πρώτα όμως θα τσ' ηκολλάρουμε για να στέκουνται ωραία! Θα μπούνε και τα πούλουδα* και θα τσοι δώκουνε κι άλλον αέρα!
Τα μικρά να έχουνε καλά τα χέρια τως πλυμένα, μη και τσι λερώσουνε! Δέκα κουφέτα στο τούλι καλά δεν είναι; 
- Μπόλικα και καλά! Τα γλυκά πότε θα τα κάμουμε;
- Μεθαύριο με το καλό! Ηπαρήγγειλα τα μύγδαλα και θα με τα φέρει το βράδυ ο άντρας μου. Θα τα ζοματίσω κι έλα για τα ξεφλουδίσματα, ίσα με το πρωί στεγνά θα είναι!

Έργα τέχνης τα κάτασπρα αμυγδαλωτά! 

Η Διονυσία έβαλε τόση ζάχαρη, όσο ζύγιζαν τα αμύγδαλα.
Τρία γουδοχέρια τα χτύπησαν να γίνουν σκόνη και το ανθόνερο που έπεφτε λίγο λίγο έκανε μια ζύμη απαλή κι αρωματική.
Τα επιδέξια χέρια τους την έπλαθαν και σχημάτιζαν λουλουδάκια και περίτεχνα στεφάνια. 

Απλώθηκαν στο καθαρό τραπεζομάντιλο και σκεπάστηκαν με τουλπάνι για να στεγνώσουν καλά. 
- Κοίτα μπρε, σαν τα μπιμπελουδάκια ηγινήκανε! Νόστιμα είναι και τα νησιώτικα τ' αχλαδάκια με το μοσχοκάρφι και την άχνη απέ πάνου, αμά τα δικά μας άλλο πράμα!

 Πρωτού βγει ο ήγιος* στο ποδάρι θα είμαι! Να κάτσω απάνου απέ το το φούρνο μη και τα αφήκει κι αρπάξουνε ο ζεβζέκης! 





Τα δυο μεγάλα πανέρια ντύθηκαν με τα ίδια κάτασπρα κεντημένα καρέ.
Η φαρδιά δαντέλα κρεμόταν με χάρη, επιδεικνύοντας την αξιοσύνη της Διονυσίας. 
 Μπομπονιέρες και γλυκά απλώθηκαν με προσοχή. Ανάμεσά τους είχαν σκορπίσει γαρδένιες και γιασεμιά κι η εκκλησία μοσχοβόλισε. Στο τραπέζι στρωμένα τα λαδόπανα, τα βαφτιστικά ρούχα, ο σταυρός και η λαμπάδα δίπλα που περίμενε να φωτίσει τη νέα ζωή του μικρού Χαρίτου στο δρόμο του Θεού.
Η Νάνσυ δεν έπαιρνε τα μάτια της από τα πανέρια.
- Μπράβο μεγαλεία η Λούλα για τον εγγονό! Ο άντρας μου φταίει που ήθελε να κεράσει παστάκια στο Μανθούλη... Ε... και για να μη πούνε ότι ο άλλος παππούς δεν έκαμε τίποτα για τη βάφτιση, τα πήρε έτοιμα... Γλυκά και μπουμπουνιέρες είναι αριστούργημα! Μα πως στα κομμάτια τα φτιάξανε έτσι, σαν κεντημένα είναι! Να τα δούνε οι γειτόνισσές μου και να μείνει το μάτι τους απάνω!  Αποκλείεται να τα έχουνε δει αλλού! Κι η νουνά πάλι έκαμε πολύ ωραία πράματα! Μα για την Κοκκινιά είναι αυτά; Χάθηκε ο κόσμος να πηγαίναμε σε μια περιοχή αριστοκρατική να γίνει το μυστήριο; Αχ... Ό,τι θέλουνε τον κάμουνε αυτό το γιο μου... Μεγάλος βλάκας είναι τελικά... 
Πλησίασε το Στάθη που ήταν δίπλα στην Ασπασία.
- Πάντα άξια να είσαι! Γιε μου, να μας ζήσει! Ήθελα να καλέσω τσι φιλενάδες μου, αμά εδώ που ήρθαμε όλο βόλτες θα κάμανε και δε θα βρίσκανε την εκκλησία παιδί μου... 
- Από το εξωτερικό θα ερχόντουσαν μαντάμ;
- Όχι, από την Αθήνα! Από τις καλύτερες περιοχές παρακαλώ!
- Και δεν ξέρουν την Κοκκινιά; Μάλλον κάποιο λάθος κάνετε... Στου Παρασκευά το μαγαζί έρχονται από παντού, όλος ο κόσμος το ξέρει και είναι στο πίσω στενό!
- Οι δικοί μου οι φίλοι δεν καταδέχονται κυρία μου! Πάνε σε μαγαζιά ακριβά στο Κολωνάκι και στην Κηφισιά!
- Πολλοί από κει έρχονται στο μαγαζί! Και μάλιστα γεννημένοι στα μεταξωτά, αληθινοί αριστοκράτες μαντάμ!
Πήρε το μήνυμα της ετοιμόλογης κουμπάρας κι άλλαξε κουβέντα απευθυνόμενη στο γιο της... 

Οι κυρίες του ρετιρέ ενθουσιάστηκαν!
- Αμυγδαλωτά και μπομπονιέρες σκέτα στολίδια! Πολύ άξιες γυναίκες οι συμπεθέρες σας μαντάμ Νάνσυ! Να σας ζήσει! 
Το σχόλιο για την αξιοσύνη τους το άφησε να περάσει...
- Είδατε τι ωραία που είναι; Πολύ αριστοκρατικά! Μα κι αυτή η βάφτιση ήταν καταπληκτική! Γίνηκε στον Άγιο Νικόλαο, επειδής το έταξε ο γιος μου ένεκα της μεγάλης φουρτούνας που είχε στο τελευταίο ταξίδι.
Όλοι οι αξιωματικοί τόνε χαιρετούσανε κι άμα βαφτίστηκε το μωρό σφυρίζανε όλα τα βαπόρια!
- Τι λέτε; Αυτό δεν έχει ξαναγίνει!
- Το ξέρω! Ο γιος μου έχει μεγάλη αξία και τόνε τιμήσανε όπως του πρέπει! Κι άφησε κι εκεί λεφτά πολλά για την εκκλησία, έτσι δα πετούσε τα χιλιάρικα! Οι ψαλτάδες φορτώσανε τις τσέπες τους!
Τα πετσετάκια από τις μπομπονιέρες στρώθηκαν στο μπουφέ και οι δυο γυναίκες έμειναν με ανοιχτό το στόμα όταν είδαν ότι ήταν κολλαρισμένα.
- Μα τι λεπτομέρεια, τι νοικοκυροσύνη! Λεπτοδουλεμένα με νήμα καλό, δεν ξεχωρίζει η καλή απ΄την ανάποδη! 
- Λυπάμαι να φάω το γλυκό! Σαν ψεύτικα είναι, τι ομορφιά!
Η Νάνσυ τα χάζευε στο τραπέζι της κουζίνας και φανταζόταν όλα όσα τους είχε πει. Έτσι θα έμενε στη μνήμη της κι αυτή η βάφτιση του δεύτερου εγγονού της, μεγαλοπρεπής! 
Αυτό της συνέβαινε πάντα! Από μικρή ζούσε ευτυχισμένη με τις φαντασιώσεις της... 






Πούλουδα - Λουλούδια

Ήγιος - Ήλιος