.

.
.

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Γιαγιά Αντιγόνη!!!




Ένα πανέμορφο στρουμπουλό μωράκι έκανε αληθινή Γιαγιά την αγαπημένη μας Αντιγόνη που πλέει σε πελάγη ευτυχίας! Απέκτησε ένα ακόμα αντράκι στην οικογένειά της! 
Να ζήσει γερό, ευτυχισμένο και καλότυχο! 

Αντιγονάκι γλυκό πολλά πολλά φιλάκια, αγκαλιά μεγάλη και χίλιες ευχές για τον παίδαρο!!! 





Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Τα τριάντα, τα σαράντα κι η Μιράντα!



- Και δε μου λέτε αγαπητή μου δεσποινίς, τελικά είναι η καλύτερη κρέμα που έχετε;
- Από τις καλύτερες κυρία μου! Μειώνει τα σημάδια γήρανσης, σβήνει τις ρυτίδες...
- Της γήρανσης; Μα για μένα πρόκειται, όχι για καμιά γριά!
- Αλίμονο! Εσείς έχετε ωραίο δέρμα και νεανικό, προληπτικά χρησιμοποιείται για σας! 
 Με χαμόγελο ικανοποίησης η Μιράντα χαιρέτισε την υπάλληλο του καταστήματος καλλυντικών που επισκεπτόταν τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα.

- Μα πάλι κρέμα πήρες βρε αδερφή; Ήθελα να 'ξερα, τις τρως σαν το γιαούρτι και δεν τις προλαβαίνεις;

- Μμμμμ.... Αυτή είναι καινούργια, έχει μέσα κι ένα συστατικό που εξαφανίζει τις ρυτίδες! Άσε με κι έχω πολλά νεύρα, δες εδώ στα μάτια μου που βγήκαν κι άλλες...

- Ε! Μετά τα σαράντα, γερνάει το δέρμα, κακά τα ψέματα...
- Όχι να μου πεις τώρα ότι έχω και δέρμα γερασμένο! Εσύ είσαι τόσα χρόνια μεγαλύτερη από μένα!

- Ψιτ, μαζί μιλάμε τώρα! Και ξέρουμε καλά κι οι δυο ότι δεν πάτησες απλά τα σαράντα, τα ξενύχιασες!
 - Σουτ! Αυτά δε θα τα λες ούτε από μέσα σου, ακούς; Πολύ μικρότερη όλοι με κάνουν, ξέρεις πόσοι νεαροί μου κολλάνε;
- Δεν αφήνεις τους νεαρούς και να βρεις έναν άντρα της ηλικίας σου λέω εγώ; 

- Τον βρήκα! Βέβαια, είναι της ηλικίας που δείχνω...
- Α! Και πόσο περίπου είπες ότι είσαι;

- Τριάντα!
Η Λίνα ένιωσε το ποτήρι να γλιστράει από τα χέρια της.
- Τρελάθηκες βρε Μιράντα;
- Καθόλου! Σιγά μη μπλεχτώ με κάνα μεσόκοπο όπως μου λες! Άλλη δουλειά δε θα κάνω από το να σαπίζω μπροστά στην τηλεόραση και να μη μπορώ να κοιμηθώ τις νύχτες από τα αχ το πόδι μου και ουχ η πλάτη μου σε λίγα χρόνια! Δεν είμαστε καλά! Εγώ θέλω τον άντρα νέο και λεβέντη κι ένα τέτοιο θα πάρω! 

- Μα είναι πράγματα αυτά; Και σε λίγα χρόνια που εσύ θα είσαι εξήντα κι αυτός σαρανταπέντε;
- Σιγά μη σκάσω από τώρα! Εδώ δεν ξέρουμε αν θα ζούμε αύριο, θα υπολογίσω δεκαπέντε χρόνια μετά; Άσε μας βρε Λίνα! 
Η αδερφή της ξεφύσηξε παραδίδοντας τα όπλα. Έτσι κι αλλιώς άκρη δε θα έβγαζε με την ξεροκέφαλη Μιράντα... 

- Δε θα με ρωτήσεις για τον άντρα που μ' αρέσει; Καθόλου δε σε νοιάζει η ευτυχία μου;
- Ασφαλώς και με νοιάζει! Αλλά σοκαρίστηκα και δεν πρόλαβα να ρωτήσω, για ν' ακούσω λοιπόν...
Η Μιράντα άπλωσε προσεκτικά στο πρόσωπό της ένα παχύ στρώμα θρεπτικής κρέμας κι αναστέναξε εκστασιασμένη.

- Είναι πολύ ωραίος άντρας! Ψηλός, γοητευτικός, με θέση καλή σε γραφείο, σπίτι δικό του...
- Α! Ο τέλειος άντρας δηλαδή! Και πού μένει;

- Στη Νέα Ερυθραία.
- Μάλιστα! Μήπως ξέρεις και καταγωγή;

- Μικρασιάτης...
- Και γιατί το λες έτσι σα να είναι καταζητούμενος;
- Γιατί αυτό είναι το μόνο πρόβλημα βρε αδερφή! Έχει μια μάνα φτυστή η Λωξάντρα, καλοφαγάς όσο δε φαντάζεσαι! 
- Ε, και;
  - Μα δεν καταλαβαίνεις τίποτα; Μαθημένος από μικρό παιδί στα μεζεδάκια και στα ωραία φαγητά, φαντάζεσαι να μάθει ότι εγώ δεν έχω ιδέα από κουζίνα;
- Χμμμ... Αυτό είναι ένα ακόμα πρόβλημα...

- Το μεγαλύτερο! Και να σου πω, αναγκάστηκα να του πω ένα...μικρό ψεματάκι... Ότι είμαι πολύ καλή μαγείρισσα κι ότι έχουμε κι εμείς καταγωγή από την Πόλη...

- Παλάβωσες εντελώς; Γιατί τα είπες αυτά;
- Ε... Για να τον κερδίσω, αλλά υπάρχει κι άλλο πρόβλημα... Την Κυριακή τον κάλεσα να δοκιμάσει τη μαγειρική μου...

- Αχού! Πάει, τρελάθηκες εντελώς εσύ! Και θα μαγειρέψεις παστουρμαδόπιτα τρομάρα σου;
- Δεν την ξέρω αυτή την πίτα...
- Φυσικά και δε την ξέρεις, δεν είσαι από την Πόλη! Μόνο με τις κρέπες έχεις καλές σχέσεις όταν δεν κάνεις δίαιτα!
- Λίνα μου, σε παρακαλώ... Θα μαγειρέψεις εσύ για την Κυριακή να βγω ασπροπρόσωπη;
- Μα δε μου λες, είσαι στα καλά σου; Κι αν προχωρήσει η σχέση σας θα πρέπει να μαγειρεύω κάθε μέρα εγώ κι εσύ να τον δουλεύεις τον άνθρωπο;

- Αν προχωρήσει και με ερωτευτεί, δε θα μου κακιώσει! Έλα αδελφούλα μου, κάνε μου τη χάρη κι από μένα ό,τι θες! 


Το τραπέζι στρώθηκε κι η Λίνα αφού βεβαιώθηκε ότι το γαλακτομπούρεκο διατηρούσε τη σωστή θερμοκρασία, έβαλε το τηγάνι να κάψει.
  Βανίλια, ζάχαρη και γάλα μοσχοβόλησε όλο το σπίτι και λίγο πριν χτυπήσει ο νέος άντρας το κουδούνι ανέβηκε βιαστικά στο σπίτι της με το μείγμα που είχε αφήσει τη μυρωδιά του. Το πέταξε κι έπλυνε το τηγάνι εξηγώντας στον άντρα της το κόλπο που σκαρφίστηκε.

- Πήραμε το γαλακτομπούρεκο ζεστό, μόλις είχε βγει από το φούρνο και το βάλαμε σε χαμηλό βαθμό ίσα για να μη κρυώσει. Ιδέα της αδερφούλας μου ήταν αυτή!

Αλλά για να μυρίσει το σπίτι κάψαμε αυτά, να τον ξεγελάσει ότι πριν λίγο τελείωσε το ψήσιμο! Χα χα χα! Για δέσιμο είναι, εντελώς τρελή σου λέω! Άκου ψέματα που είπε στον άνθρωπο, ο νους μου δεν τα χωράει! 

- Το ξύλο θα το φάτε μαζί ή μόνη της;
- Χα! Αυτό μας έλειπε! Ας κάνει ό,τι θέλει, δεν ανακατεύομαι! Άσε που τρεις μέρες τώρα έχει ξεσκονίσει όλη την ιστορία της Κωνσταντινούπολης!

- Μα κι αυτό πάλι... Και να 'ξερε η μάνα σας η Αθηναία κι από προγόνους ότι έβγαλε τη γιαγιά σας Πολίτισσα...
- Θα της έπεφτε το βούτημα από το τσάι της Πέμπτης στο μπεζ ταγέρ! Να παρακαλάς να μην έχει συνέχεια αυτή η ιστορία με το μικρό, τον έχει φλομώσει στα ψέματα!
Μισή μέρα στη μπανιέρα μούλιαζε κι έριχνε αφρόλουτρα με το κιλό! Άντε μετά δυο ώρες στο κομμωτήριο, πήρε κι αυτό τον παλιό ναργιλέ από το Μοναστηράκι, ότι ήταν τάχα του παππού, βρήκε κι ένα μύλο του καφέ μπρούντζινο και κάτι άλλα τζάτζαλα, πως ήταν της γιαγιάς... Από τη μια νευρίασα κι απ' την άλλη με έπιασε τέτοιο γέλιο...

- Βρε την άτιμη! Τις προάλλες που είχαμε πάει στη βάφτιση, της είπε αυθόρμητα η θεία σου ότι είναι συνομήλικη με την κόρη της και την έβγαλε τρελή τη γυναίκα! Τώρα πάτησα τα σαράντα εγώ της είπε! Χα χα χα! Επέμενε εκείνη ότι πήγαιναν μαζί στο σχολείο οι δυο ξαδέρφες κι άλλαξε την κουβέντα η αδερφή σου!

- Αν ήταν αλλού, τριάντα θα έλεγε, αλλά στο σόι δε μπορεί να πει τέτοιο πράγμα! Για τους συγγενείς είναι σαράντα κι αν τολμάς πες το αντίθετο! Χα χα χα!


Ο Τάκης έφαγε και την τελευταία μπουκιά από το πεντανόστιμο κοκκινιστό με τον πουρέ μελιτζάνας.
- Γεια στα χέρια σου! Πολύ ωραίο το χουνκιάρ μπεγεντί, είσαι άξια απόγονος της γιαγιάς σου της Πολίτισσας!
Η Μιράντα χαμογέλασε ικανοποιημένη. Πρώτη φορά έφτιαξε η Λίνα το μπελαλίδικο φαγητό κι εντυπωσίασε τον άντρα που ήθελε! Ώρες πέρασε στην κουζίνα ασχολούμενη με τη μπεσαμέλ και τις μελιτζάνες που έπρεπε πρώτα να καπνιστούν και να ξεφλουδιστούν για τον πουρέ.
- Λογικά θα πρέπει να το πετύχω, ακριβώς έτσι είναι η συνταγή! Παραδοσιακό φαγητό το χουνκιάρ...
- Άκου όνομα που βρήκανε! Χουνκιάρ μπεγεντί, σαν τούρκικη βρισιά μου ακούγεται...χα χα χα!
Τα τρυφερά κομμάτια του μοσχαριού τσιγαρίστηκαν στο λάδι. Η Λίνα τα έβγαλε προσεκτικά κι έριξε τα ψιλοκομμένα κρεμμύδια, ένα μεγάλο ξύλο κανέλας και μπαχάρι, να βγάλουν το άρωμά τους. Όταν μέλωσαν πρόσθεσε το κρέας, τριμμένη ντομάτα με μια μεγάλη κουταλιά ζάχαρη για να γλυκάνει η σάλτσα, δυο φύλλα δάφνη, μαϊντανό κι αλατοπίπερο.
Όσο σιγόβραζε το κοκκινιστό, άναψε τα άλλα μεγάλα μάτια της κουζίνας κι ακούμπησε τις  μελιτζάνες. Η Μιράντα την κοιτούσε απορημένη.
- Βρε αδερφή είσαι καλά;
- Εγώ καλά είμαι, εσύ είσαι για δέσιμο! Φουφού θα έπρεπε να έχω τώρα για να τις καπνίσω αλλά υπάρχει κι αυτός ο τρόπος!
Όταν μαλάκωσαν και μύρισαν αρκετά, τις έβγαλε κι όταν κρύωσαν λίγο τις ξεφλούδισε και τις έκοψε σε πολύ μικρά κομματάκια. Σειρά είχε η μπεσαμέλ.
Στη μια κατσαρόλα έβαλε το γάλα να ζεσταθεί καλά και στην άλλη το βούτυρο να λιώσει και μετά το αλεύρι. Το ανακάτευε με γρήγορες κινήσεις κι όταν έριξε το καυτό γάλα το σύρμα πήρε φωτιά. Δεν έπρεπε να έχει σβόλους η σάλτσα. Αλάτι, πιπέρι και οι μελιτζάνες μέσα. Λίγο ακόμα ανακάτεμα και ήταν έτοιμο.
Στη μεγάλη στρογγυλή πιατέλα το κρέας μπήκε στη μέση και τριγύρω ο πρωτότυπος πουρές.
- Θα το ζεστάνεις λιγάκι, πρόσεχε μη το βάλεις σε δυνατό φούρνο και γίνει ένα με τα γυαλιά! 
Τα τυροπιτάκια με το λεπτό φύλλο τηγανίστηκαν κι αναπαύθηκαν σε απορροφητικό χαρτί. Όλες οι μερακλούδες Μικρασιάτισσες τα τύλιγαν σε μικρά τρίγωνα και τα ροδόψηναν στο λάδι. Η σαλάτα με λάχανο, καρότο, αγγούρι, σέλινο και φρέσκο κρεμμυδάκι, τρίφτηκε κάμποση ώρα με το αλάτι και το λεμόνι κι αφού έβγαλε τα υγρά της έπεσε το αρωματισμένο με σκόρδο λάδι. Τυριά, σαλάμια, παστουρμάς, όλα σε σειρά πλάι στα σφιχτοβρασμένα και κομμένα αυγά.
- Αυτό εδώ βρομάει και ζέχνει! Από καμήλα είναι όπως λένε;
- Από βόδι είναι και το λένε παστουρμά, όχι αυτό εδώ! 
Ο άντρας της Λίνας κατέβασε τα σκουπίδια και μέχρι να επιστρέψει είδε τα φώτα στο σπίτι της κουνιάδας του να χαμηλώνουν κι η φλόγα των κεριών να τρεμοπαίζει.
- Κοίτα να δεις την άτιμη που τον κατάφερε το λεβέντη! Τώρα, καλά ξεμπερδέματα!





Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

Πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι...




Ο ιερέας μοίρασε το αντίδωρο στους πιστούς κι επανέλαβε την έκκληση για βοήθεια των αναξιοπαθούντων ενοριτών.
- Ρούχα, τρόφιμα και χρήματα, για τις πέντε φτωχές οικογένειες που ζουν κοντά μας. Ό,τι μπορείτε να προσφέρετε, θα τα συγκεντρώσουμε εδώ και θα τα μοιράσουμε! 

Η Νάνσυ φίλησε το χέρι του και βγαίνοντας έριξε πενήντα δραχμές στο δίσκο που κρατούσε μια κυρία.
Δεν κρατάω πάνω μου περισσότερα, δεν ήξερα. Θα σας δώσω είκοσι χιλιάδες και δυο τσάντες γεμάτες με όλα τα καλά! 
- Είκοσι χιλιάδες; Είναι πολλά λεφτά!

- Πολλά είναι για όσους δεν έχουν! Εμένα ο άντρας μου μ' έχει και κολυμπάω στο χρήμα, έχουμε τόσα πολλά που δεν ξέρουμε πια πως να τα ξοδέψουμε! Θα σας έδινα και δολάρια, αλλά δε θέλω να κάνετε τον κόπο να τρέχετε στην τράπεζα για να τ' αλλάξετε! 

Η γυναίκα την κοίταζε αποσβολωμένη. Το σούσουρο όταν έφυγε ήταν αναμενόμενο. 

Με τα λεγόμενά της εδώ κι εκεί, οι κλέφτες δεν άργησαν να μπουν στο σπίτι της βαθύπλουτης κυρίας του Φαλήρου με τα πολλά εκατομμύρια. Στάθηκε τυχερή που είχε πιάσει κουβέντα με μια γειτόνισσα και δεν ήταν μέσα, γιατί θα μαρτυρούσε στα χέρια τους προκειμένου να τους αποκαλύψει την κρυψώνα. Το σπίτι αναστάτωσαν αλλά εκτός από δυο κατοστάρικα και κάτι κέρματα, δε βρήκαν τίποτα άλλο..

- Πολλά λεφτά μου πήρανε και πράγματα αξίας! Ευτυχώς και κάτι άλλα κοσμήματα πανάκριβα που είχα, πρόλαβα να τα βάλω σε θυρίδα, χάρισα κι ένα σωρό στη νύφη μου! Άμα δείτε ένα κολιέ τρεις σειρές μαργαριτάρια που φοράει, με σκουλαρίκια και βραχιόλι, είναι δικά μου κι αυτά! Και περιδέραια πολλά και δαχτυλίδια ασήκωτα! Δεν τα φορούσα συνέχεια γιατί είμαι απλή, στις δεξιώσεις όμως και στα καλά σπίτια που πηγαίναμε όλοι εμένα κοιτάζανε! Πήρανε όμως πέντε δαχτυλίδια με διαμάντια, ένα σταυρό μεγάλο με ρουμπίνια και καδένα ένα δάχτυλο χοντρή, κάτι βέργες σκαλιστές στο χέρι, μια καρφίτσα μεγάλη... Πω πω όσο σκέφτομαι τι θα πάθαινα αν ήμουν μέσα! Ευτυχώς που κι ο άντρας μου ήταν στο γραφείο του, θα μας είχαν σκοτώσει καλέ! Για τα λεφτά και τα χρυσά δε με νοιάζει, δεν τα υπολογίζω! ! Μεγάλη περιουσία, δεν ξέρουμε τι έχουμε!

Στην εκκλησία έκανε πολύ καιρό να πάει. Όταν το αποφάσισε, δήλωσε περήφανα ότι επισκέφτηκε όλους τους φτωχούς και γέμισε τα σπίτια και τις τσέπες τους...

- Μπρε τη λωλή! Τσ' ήφεξε τσοι κλέφτιδοι, τσάμπα ο κόπος τους! Χα χα χα! Τώρα λέει σε ούλοι που την ηπήρανε κοτζάμ περιουσία, σκέβου βλαστήμια που θα τσ' ηρίξανε άμα ήβρανε τα φραγκοδίφραγκα! Χα χα χα! Μπρε Αννίκα, πόσα μαλαματικά την ήκλεψαν είπε;

Η Αννίκα κι η Σασώ γελούσαν με τα σχέδια που έκανε η Λούλα κοροϊδεύοντας τη Νάνσυ. Την παρέα συμπλήρωσε η Ασπασία που έδωσε κι άλλες πληροφορίες.
 - Όλο το Φάληρο συζητάει την κλοπή κι αυτή γλώσσα μέσα δε βάζει! Ήτανε που ήτανε, απόγινε τώρα! Άσε και το άλλο, χρυσώνει λέει τις νύφες! Όλο καδένες τους κρεμάει, παντατίφ μεγάλα και σταυρούς, βαριά κομμάτια, γεμάτα... 
Η Σασώ τη διέκοψε πνιγμένη στα γέλια.
- Άμα τότενες ούλες οι νύφες θα παγαίνουνε στην εκκλησία γερμένες απ' τα μαλαματένια βάρυτα! Μπρε σεις, έτσι καμπούρες άμα τσ' ιδούνε δεν τσι απαρατάνε οι γαμπροί; Χα χα χα! 



Η Νάνσυ κοίταξε περιφρονητικά την ανιψιά της, δίνοντάς της το δώρο για το γάμο της αγορασμένο από κάποιο παζάρι.
- Να ζήσετε! Αυτό που σου δίνω είναι μεγάλης αξίας, το έκανα παραγγελία στο εξωτερικό και πήγε ο γιος μου και το πήρε!
- Ευχαριστώ πολύ θεία! Θα χαρώ να σας δω και στην εκκλησία με το θείο! Πάω τώρα και στου ξαδέρφου μου να δώσω το προσκλητήριο...
- Όχι, δεν είναι εκεί, μη κάμεις τον κόπο! Άστο σε μένα και θα του το δώσω εγώ!

- Μα η γυναίκα του είπε ότι θα είναι σπίτι, με περιμένουν να πάω...
- Τους έτυχε κάτι, ξέρω τι σου λέω! Άντε στο καλό τώρα και η ώρα η καλή! Στο γάμο δε θα έρθουμε, μας έχει καλέσει ο εφοπλιστής στη βίλα του που έχει μεγάλη δεξίωση!

- Κρίμα... Θα σας περιμένω στο σπίτι τότε, χαρά μας θα είναι!
Αφού της έκλεισε την πόρτα πριν καλά καλά προλάβει να βγει, έστειλε και δυο φάσκελα να τη συνοδεύουν.

- Άμε στα τσακίδια βρε που θα καταδεχτώ να έρθω στο γάμο σου! Και το καλό δώρο που σου έκαμα, πολύ σου είναι! Τσιγγαναριό, ουστ από δω! Σιγά μη σε έμπαζα και μέσα που μου χτύπησες το κουδούνι για τα καλέσματα! Θα μαζευτεί όλο σόι του Βουρβούλου και θα κουτσομπολεύουνε... Μωρέ σιγά μη σε άφηνα να πας και στου γιου μου το σπίτι, στην εκκλησία άμα θέλουνε να έρθουνε και θα του πω να πάρει το καλύτερο δώρο ή να δώσει λεφτά για να σκάσουνε όλοι! 

- Το γιο μου θέλω!
- Στάθη, η μαμά σου σε ζητάει...
- Ήρθε από δω η ξαδέρφη σου και της είπα ότι λείπετε, άφησε το προσκλητήριο.
- Τι λες τώρα καλέ μάνα; Εδώ είμαστε και την περιμέναμε, γιατί το έκανες αυτό;

- Δεν είναι άξια να πατήσει το ποδάρι της στη σπιταρόνα σου! Σιγά να μη την άφηνα! Άμα πας στο γάμο, λεφτά να δώσεις! 

Η Αννίκα φόρεσε το μακρύ μεταξωτό της φόρεμα κι ο Στάθης της κούμπωσε το μαργαριταρένιο κολιέ. Τα ψηλοτάκουνα πέδιλα με τα χρυσαφί λουράκια που έδεναν στους αστραγάλους, συμπλήρωναν τη φίνα της εμφάνιση. 

- Με τις παλαβομάρες της μάνας σου πάλι ρεζίλι γίναμε! Γέρασε και μυαλό δεν έβαλε! Με τα μούτρα μου πεσμένα πήγα στο σπίτι της θείας σου κι έδωσα το δώρο... Δεν ήξερα πως να δικαιολογήσω αυτό που έκανε... Μαγκωμένη ήταν η ξαδέρφη σου και μου είπε ότι δεν ήθελε να μας ενοχλήσει αλλά έπρεπε να δώσει το προσκλητήριο προσωπικά όπως είναι το πρέπον και είχε δίκιο η κοπέλα! Μπερδεύτηκε η πεθερά μου είπα, θα φεύγαμε το βράδυ, τι να έλεγα; Άνοιξαν το κουτί και ξετρελάθηκαν με το σερβίτσιο, έδωσα και πέντε χιλιάδες να τα ρίξει στο νυφικό κρεβάτι, που θα μας καλούσε κι εκεί. Αλλά αφού με τα λεγόμενα της μάνας σου σα να μη τη θέλαμε, πότε να μας το έλεγε;

- Ό,τι και να πεις έχεις δίκιο... 
- Το ξέρω! Άλλη φορά όμως αν ανακατευτεί ξανά, μαύρο φίδι θα τη φάει, στο λέω! Α! Σε δεξίωση του εφοπλιστή είναι καλεσμένοι της είπε και δε θα πάνε με τον πατέρα σου!

Μεγάλη φασαρία θα έκανε πάλι στο φουκαρά... Άσε που της έδωσε ένα βάζο σε μια τσάντα και της είπε ότι το έφερες από το εξωτερικό, παραγγελία της!
- Μια ζωή ίδια είναι...
Το καρδιακό επεισόδιο βρήκε το Μάνθο στο σπίτι, την ώρα που το ζευγάρι χαιρετούσε τους νεόνυμφους. Η Νάνσυ αφού τηλεφώνησε αρκετές φορές στου Στάθη, χτύπησε το κουδούνι του διπλανού διαμερίσματος και οι άνθρωποι κάλεσαν ασθενοφόρο. Βλαστημούσε συνέχεια το ζευγάρι που λόγω του γάμου είχαν κρατήσει το γιο της μακριά από το σπίτι του... 

- Ο άντρας μου δεν είναι τυχαίος, να τον προσέξετε καλά κι εγώ θα σας πληρώσω με το παραπάνω! Λεφτά έχουμε πολλά! 
Ξημερώματα επέστρεψαν από το γλέντι του γάμου όταν το τηλέφωνο που χτυπούσε τους τρόμαξε πολύ. Η Νάνσυ αφού τους έβρισε από την άλλη γραμμή, συνέχισε κι όταν πήγαν στο νοσοκομείο.
- Ο πατέρας σου πεθαίνει κι εσείς γλεντάγατε με τα τσιγγαναριά! Δώσε λεφτά σε όλους, να σε δω να τους μοιράζεις χιλιάρικα! 
- Άσε τα χιλιάρικα και πες μου οι γιατροί τι λένε;

- Τα λεφτά πρώτα, όλοι εμάς κοιτάζουνε! Ο πατέρας σου είναι κύριος από τους λίγους! 
Η Αννίκα έτρεξε στο γιατρό που βγήκε από την εντατική. Ευτυχώς ο πεθερός της είχε ξεπεράσει τον κίνδυνο.

- Ο μπαμπάς είναι καλύτερα, δόξα τω Θεώ! Θα τον κρατήσουν εδώ και μετά σε θάλαμο... Στάθη μου, θα ζήσει! 
- Γιατρέ! Από δω ο γιος μου, έχει βαπόρια δικά του! Να σας ευχαριστήσει θέλει!
Η Αννίκα κρατήθηκε με το ζόρι. Ο άντρας της είχε φτάσει στην πόρτα του χάρου κι εκείνη το χαβά της με τα μεγαλεία της...

Ο Στάθης θεώρησε καλό να τηλεφωνήσει στους στενούς συγγενείς για να τους ενημερώσει. Όλοι έτρεξαν ανήσυχοι αλλά από τη Νάνσυ δε μπόρεσαν να μάθουν τίποτα.

- Τους φόρτωσε λεφτά ο γιος μου! Μπροστά πήγαινε εκείνος κι από πίσω του τρέχανε γιατροί και νοσοκόμες! Τα πετούσε δεξιά κι αριστερά κι αυτοί τα μαζεύανε!

- Τι λένε οι γιατροί, πως είναι;
- Σκύβουνε όλοι το κεφάλι άμα περνάμε με το γιο μου! Τους έκαμα δώρα καλά, ακριβά, όλα από την Αμερική! Οι τσέπες τους φουσκώσανε από τις πολλές χιλιάδες! 

 Οι μέρες κύλησαν κι ο Μάνθος συνερχόταν. Ο Στάθης έδινε τα πρέποντα χρήματα στο προσωπικό κι ένα φάκελο με σεβαστό ποσό στο γιατρό. Τα κατοστάρικα των νοσοκόμων τα έβλεπε πεντοχίλιαρα γιατί έτσι ήθελε, όπως πάντα... 


Τυπικά δέχτηκε την Αννίκα που πήγε να δει τον πεθερό της στο σπίτι. Ο Στάθης της έδωσε χρήματα για τους γιατρούς που θα τον παρακολουθούσαν. Με τις φαντασίες και τις σπατάλες της, η σύνταξή του εξαφανιζόταν σε λίγες μέρες και με τη δουλειά που έκανε πλήρωναν τις υποχρεώσεις τους. Η Αννίκα χάιδευε το κεφάλι του στοργικά.

- Μπαμπά, πες μας τι θέλεις να σου φέρουμε! Ό,τι ζητήσεις θα το έχεις, ή εγώ ή ο Στάθης θα τρέξουμε, μη σε νοιάζει τίποτα!
Η πεθερά την άκουσε και γύρισε το μάτι της! 
- Τα πάντα έχουμε, δε χρειαζόμαστε τίποτα! Και κρέατα και φρούτα και τα καλύτερα να τρώμε και να πίνουμε!
- Δεν είπα ότι δεν έχετε, απλά τον ρωτάω αν κάτι λαχταράει...
- Οι πεινασμένοι λαχταράνε, όχι ο άντρας μου ο χορτασμένος κι εγώ! Αυτό δα έλειπε!

 Η Αννίκα κατάπιε τα λόγια της, σεβόμενη την κατάσταση του πεθερού της. Ξέροντας ότι αν έφευγε από τη ζωή, η πεθερά της δε θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα, μίλησε στον άντρα της αυστηρά. Και χρήματα να δώσει και τα πάντα να κάνει για την υγεία του πατέρα του, αλλά να είναι σίγουρος ότι πάνε εκεί που πρέπει.

Την ιατρική φροντίδα του πατέρα του την πλήρωνε στο τριπλάσιο κάθε φορά. Η Νάνσυ εξακολουθούσε να σπαταλάει τα χρήματα εδώ κι εκεί, πότε αγοράζοντας παραπανίσιο κρέας, πότε τενεκέδες λάδι, πότε βούτυρο, όλα για να τα μοιράζει. Η Αννίκα τον όρκισε να μη ξαναδώσει δραχμή στη μάνα του.

- Εγώ θα πηγαίνω το μπαμπά σου στους γιατρούς και θα τα πληρώνω, ακόμα κι όταν μπαρκάρεις
Ο Στάθης έφυγε για λιμάνια μακρινά κι η γυναίκα του δεν πήγε ξανά στο σπίτι μόνη. Τα παιδιά πήγαιναν τακτικά κι όταν ο Μάνθος στάθηκε στα πόδια του έκανε επισκέψεις να δει τη νύφη του. Η Αννίκα κάλυπτε τις ανάγκες του πάντα κρυφά.  Η Νάνσυ μόλις είδε ότι ανάρρωσε ο άντρας της, τον έστειλε με το ζόρι στο μεροκάματο.

- Δεν έχω κουράγια βρε γυναίκα... Με τη σύνταξή μου θα περάσουμε, ας βρούμε κι ένα σπιτάκι πιο οικονομικό...
- Τρελάθηκες; Η σύνταξη δε μας φτάνει κι από δω δεν το κουνάω ρούπι! Και πολύ να μην ακούς τους γιατρούς, καλά είσαι! Άμε να μιλήσεις και να τους πεις να σε πάρουνε πάλι στη δουλειά! Με την αρρώστια σου ξόδεψα κι εγώ πολλά λεφτά! Ο Στάθης είχε πει ότι θα μας στέλνει, αλλά σιγά μη τόνε αφήσει αυτή! Τώρα θα τήνε πάρω τηλέφωνο και θα τση κάμω μια ταραχή μεγάλη για να μάθει! 

Μάταια προσπάθησε να την εμποδίσει. Η Αννίκα προετοιμασμένη τη στόλισε για τα καλά. Και η πεθερά της όμως είχε γλώσσα μεγάλη!
- Ο γιος σου δεν τα βρίσκει στο δρόμο τα λεφτά! Δε θα θαλασσοπνίγεται για να τον μασάς και να κάνεις τις φαντασίες σου!
- Και τόσα χρόνια που θαλασσοπνίγεται και τόνε μασάς εσύ είναι καλύτερα; Σε έκαμε κυρία και ζητάς τα ρέστα!

Δεν πρόλαβε να κλείσει δυο χρόνια ο ταλαιπωρημένος Μάνθος και η καρδιά του τον πρόδωσε οριστικά την ώρα που τραβούσε εξουθενωμένος ένα μεγάλο κιβώτιο...
Ξεκούραση και ηρεμία είχαν διατάξει οι γιατροί κι εκείνος δεν είχε τίποτα από τα δύο... 
- Αριστοκρατική κηδεία να κάμουμε παιδί μου στον πατέρα σου! 

- Τα νοικοκυρεμένα μάνα, άσε τις φαντασίες σου! Άκου κηδεία αριστοκρατική! Το μυαλό σου εκεί εσένα, δεν κοιτάς που τον χάσαμε!
Ο Μάνθος αναπαύτηκε με συνοδεία λίγων συγγενών και γειτόνων. Η Νάνσυ είχε μαλώσει και με τα δυο σόγια και δεν ήθελε κανέναν. Μόνο οι συμπέθεροι πήγαν και κάποιοι παλιοί γείτονες. Κηδειόσημο δεν ήθελε να κολληθεί για να μη μαζευτούν "οι περίεργοι" όπως είπε. Από τη στιγμή που επέστρεψε στο σπίτι, άρχισε να λέει τα δικά της...

- Στους παπάδες δώσαμε πενήντα χιλιάδες και η εκκλησία ήταν στολισμένη με τριαντάφυλλα και τουλίπες από την Ολλανδία, ειδική παραγγελία! Όλοι οι εφοπλιστές με κουστούμια μαύρα τόνε συνοδέψανε τον άντρα μου! Πολλά μεγαλεία, δεν έχει ξαναγίνει τέτοια κηδεία! Αχ Μάνθο μου, καλό ταξίδι να έχεις... Έφυγες και μ' άφησες με τόση περιουσία μονάχη μου....  
Μετά το θάνατό του πήρε κάποια χρήματα μαζεμένα και δεν της πολυφάνηκε το ζόρι. Αγόρασε ρούχα και τα δώρισε, γέμισε ντουλάπια με διάφορα πράγματα για μοίρασμα και σύντομα εξαντλήθηκαν. Με τη σύνταξη που πήρε σαν χήρα, ίσα που πλήρωνε το ενοίκιο και τους λογαριασμούς, περίσσευαν και κάποια χρήματα για να τρώει. Η μεγαλομανία της όμως δεν σταματούσε με τίποτα! Διέδωσε παντού ότι ο συχωρεμένος της είχε αφήσει φουσκωμένο λογαριασμό κι εξακολουθούσε να κόβει από το φαγητό της για να μοιράζει εδώ κι εκεί.

Η ιδιοκτήτρια του σπιτιού έκανε αύξηση χωρίς τύψεις, αφού η χήρα νοικάρα της ήταν πλούσια και δεν ήξερε πως να ξοδέψει τόσα λεφτά.
  - Αμάν κι αυτή η γυναίκα, πάλι παραπάνω ζητάει από τη μάνα μου! Πού θα τα βρει να τα δώσει, δεν το σκέφτεται; Αλλά θα μου πεις σιγά μη τη νοιάζει, λεφτά θέλει! 
Τσοντάριζε ο Στάθης για να τα βγάζει πέρα η μάνα του, χωρίς να ξέρει τα καμώματά της. Αφού στριμώχτηκε οικονομικά, δε φαντάστηκε ότι θα έκανε τα ίδια και χειρότερα.

Φορτωνόταν τσάντες και πήγαινε κάθε εβδομάδα για να μη στερηθεί το φαγητό. Τηλεφώνησε και στην ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος και διαμαρτυρήθηκε για την αύξηση, λέγοντας ότι η μητέρα του δυσκολευόταν πολύ και δεν έπρεπε να ζητάει τόσα μετά από είκοσι σχεδόν χρόνια που έμενε εκεί. Η γυναίκα τα έχασε και του είπε για τα εκατομμύρια που διέδιδε ότι έχει και τα καλούδια που χάριζε.

- Αν ήξερα παλικάρι μου την αλήθεια, όχι αύξηση δε θα της έκανα αλλά θα το μείωνα πολύ το ενοίκιο!
Ο Στάθης ντράπηκε πολύ και δεν είχε τρόπο να τα μπαλώσει. Η Ασπασία που είχε από χρόνια μετακομίσει κοντά της, μάθαινε τις κινήσεις της και τα έλεγε στην ξαδέρφη της. Η Αννίκα έξαλλη μίλησε πολύ αυστηρά στο Στάθη κι αυτός συμφώνησε μαζί της.

- Φράγκο δε θα ξαναδείς μάνα κι ούτε ξεροκόμματο παραπάνω από μένα! Άδικο έχω; Μ' αρέσει που φώναζες για την αύξηση με τόσα ψέματα στη γυναίκα! Τα ψάρια τα μοίρασες, τον κιμά το ίδιο, τα τυριά, τα μακαρόνια! Όλο τηλέφωνο με παίρνεις και ζητάς να με δεις, ξέροντας ότι θα σου φέρω πράγματα και θα σου δώσω και λεφτά! Μια τσάντα κάθε δέκα μέρες με τα απαραίτητα, αυτά θα είναι! Να τα βγάλεις πέρα μόνη σου, τέρμα! 




Η πείνα έζωσε τη Νάνσυ που έβλεπε πλέον σπάνια το γιο της. Ο Μάνθος, ο μεγάλος της εγγονός, είχε ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα και ταξίδευε. Ο Χαρίτος ήταν λογιστής με γραφείο δικό του και περνούσε κάθε δίμηνο περίπου να δει τη γιαγιά του. Της πήγαινε γλυκά και καφέ, τη ρωτούσε πάντα αν χρειάζεται κάτι και κάποιες φορές της άφηνε χρήματα για να πάρει ό,τι θέλει. Η Νάνσυ μοίραζε τα γλυκά με καμάρι και χαμόγελο ως τα αυτιά.

- Ο εγγονός μου ήρθε και μου τα έφερε από το καλύτερο ζαχαροπλαστείο! Πόσα πράματα μου έφερε το παιδάκι μου! Πάρτε και καφέ φρεσκοκομμένο!
  Όταν παντρεύτηκε μια κοπέλα από τη Θεσσαλονίκη και μετακόμισε μόνιμα στη συμπρωτεύουσα ανοίγοντας γραφείο εκεί, έχασε η γιαγιά τα τυχερά της... 
Βολόδερνε όλη μέρα στο σπίτι κι έψαχνε τρόπους να χορτάσει το άδειο στομάχι της. Με τη διπλανή της κυρία που έπιναν δυο φορές την εβδομάδα καφέ και ποτέ δεν καταδέχτηκε να πάρει έστω κι ένα μπισκοτάκι, άρχισε πιο στενές επαφές και δεν άφηνε ούτε ψίχουλο στο πιατάκι. Πότε έλεγε ότι ήταν κακοδιάθετη και δεν είχε κουράγιο να μαγειρέψει, πότε ότι ζαλίστηκε και έμεινε ξαπλωμένη μισή μέρα κι εκείνη της πήγαινε φαγητό. Λίγο πολύ κατάλαβαν οι συγκάτοικοι ότι περνούσε μαύρες μέρες και για να μη την προσβάλλουν της έλεγαν να μη μαγειρεύει και κουράζεται, θα τη φρόντιζαν εκείνοι. Όταν όμως μετά την επίσκεψη του Στάθη βγήκε στη γύρα κι άρχισε πάλι να μοιράζει τρόφιμα, οι περισσότεροι την εγκατέλειψαν.

Το διακριτικό χτύπημα στην πόρτα της από την κυρία του ισογείου, ήταν η αιτία να συγκρουστεί με όλους.
- Ορίστε, γιατί μου χτυπήσατε;
- Να, μαγείρεψα φασολάκια φρέσκα κι είπα να φέρω και σε σας...
- Και για ποια με πέρασες κυρά μου; Έψησα το φιλέτο μου κι έφαγα, ανάγκη τα φασολάκια σου έχω; Εγώ είμαι η μαντάμ Νάνσυ κι έχω τόσα, να ταΐσω την πολυκατοικία  ολόκληρη! Πάρε το φαΐ σου κι άμε στο σπίτι σου! Κι εσείς μη και χάσετε,  βγήκατε στις πόρτες σας, μεγάλη σας ντροπή είναι! 

- Δεν κοιτάς τα χάλια σου κυρά Νάνσυ, ζητάς και τα ρέστα τώρα; Εμείς φταίμε που δε σ' αφήσαμε να πεθάνεις από την πείνα φαντασμένη!
- Καθυστερούμενα λεφτά περίμενα, έχουμε καταθέσεις στο εξωτερικό!


 Στο κρατικό νοσοκομείο που τη μετέφεραν ο Στάθης κι η Αννίκα μετά το τηλεφώνημα της διπλανής κυρίας, γιατροί και νοσηλευτές αγανάκτησαν γιατί δεν ήταν συνεργάσιμη. 
- Εδώ πέρα να βάλεις τη μάνα σου γιατρέ, ακούς; Εγώ είμαι η μαντάμ Νάνσυ και θέλω δωμάτιο λουξ και μόνη μου! 
- Δεν υπάρχουν τέτοια δωμάτια εδώ γιαγιά!
- Γιαγιά με λένε τα εγγόνια μου και μόνο! Μαντάμ λένε οι κύριοι! Το γιο μου θέλω να με πάρει από δω γρήγορα!

- Μαμά, γιατί μιλάς έτσι στους γιατρούς;
- Καλά τους κάμω, πέτα τους στα μούτρα μερικά χιλιάρικα και να φύγουμε που δεν ξέρουνε να ξεχωρίζουνε τσι αριστοκράτισσες! Κι άμα πει καμιά γνωστή μου να έρθει να με δει, θα με κουτσομπολέψει μετά!
- Γιατί να σε κουτσομπολέψει βρε μάνα; Όλος ο κόσμος εδώ έρχεται όταν πάθει κάτι, η μόνη είσαι;
- Αριστοκράτισσα και κυρία ναι, η μόνη είμαι! 
 Έφυγε από τη ζωή στα ενενήντα της χρόνια στο σπίτι της, με την Αννίκα και τη Λούλα στο προσκεφάλι της. Τελευταία της εντολή ήταν να θαφτεί με μεγαλοπρεπή τελετή και  να δοθούν στις γειτόνισσες για να σκάσουν  από το κακό τους τα πανάκριβα πράγματα και τα κοσμήματά της. Αυτά που πάντα είχε στη φαντασία της μια ζωή...
- Ο Θεός να σχωρέσει τσ' αμαρτίες τση... Αχ μπρε παιδιά μου... Καλά λένε πως βγαίνει πρώτα η ψυχή και μετά το χούι... 

Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

Ο χαλβάς της Νάνσυ




- Αλήθεια άλλαξε τόσο πολύ ο Στάθης;
- Αγνώριστος σε λέγω ηγίνηκε! Τα μαλλιά του ασπρίσανε, ίσια με δέκα χρόνια πιο μεγάλος δείχνει για! Αν πεις το μούτρο του...α πα πα πα! Μέσα στη χλομάδα είναι και τα δόντια του κατακίτρινα απέ το φουμάρισμα... Έτσι δα με ήρτε να υπάγω κοντά και τον ρωτήξω άμα είναι καλά...
Καθημερινά κάποιος πήγαινε στο σχολείο των παιδιών να ελέγξει αν πλησίαζε η Νάνσυ. Από τη μέρα που το σχολικό αυτοκίνητο έφερε μόνο το Χαρίτο, λέγοντας η συνοδός ότι το Μάνθο τον παρέλαβε η γιαγιά του, δυσκόλεψε ακόμα πιο πολύ η ζωή τους. Με τα γοερά κλάματα του παιδιού που άκουγε τη μητέρα του να το φωνάζει έξω από την πόρτα της, αναγκάστηκε η Νάνσυ να το δώσει. Ακολούθησε μεγάλος καβγάς κι ευτυχώς οι γειτόνισσες που είχε τόσο πολύ προσβάλλει η μεγαλομανής πεθερά της μεσολάβησαν και βρήκαν το δίκιο τους Αννίκα και Λούλα.
- Απαγωγή το ήκαμες το παιδί, μέσα θα σε κλείσω! Έτσι και τολμήσεις να το πλησιάσεις ξανά, τα ποδάρια θα σε κόψω!
Ο Μάνθος δεν είχε εμφανιστεί καθόλου. Μάταια είχε προσπαθήσει να φρενάρει τη Νάνσυ που έστειλε το ζευγάρι στο δικαστήριο, πληρώνοντας χρυσό το δικηγόρο.
Ανέβαινε κι αυτός το δικό του Γολγοθά με την αρρώστια της Φραγκούλας που την είχε ρίξει στο κρεβάτι σχεδόν κατάκοιτη. Κάπου κάπου περνούσε από το σχολείο κι έβλεπε τα εγγόνια του, πάντα με τα χέρια γεμάτα λιχουδιές και δωράκια. Έπαιζε μαζί τους όσο κρατούσαν τα διαλείμματα κι έστελνε χαιρετισμούς στη μαμά, τον παππού και τις γιαγιάδες τους.
Ο Στάθης όταν έπιανε το καράβι στεριά, έπαιρνε τα παιδιά μέσω της Σασώς, η Αννίκα δεν ήθελε να τον δει καθόλου.
- Σηκώθηκε κι έφυγε και άφησε τη μάνα του να αλωνίζει! Αυτή μας χώρισε αλλά κι εκείνος έχει το μεγαλύτερο φταίξιμο! Να μη τον δω στα μάτια μου το μαμάκια!
 Για το διαζύγιο δεν υπέγραψε, όπως την είχε συμβουλέψει η Ασπασία. Μια ακόμα υπογραφή έπρεπε να βάλει ο Στάθης, όμως την ανέβαλλε, πιστεύοντας ότι η εκκρεμότητα αυτή θα ήταν τρόπος εκδίκησης της συζύγου του. Η μάνα του συνέχεια φώναζε και του έλεγε ότι έπρεπε να τελειώνει για να φτιάξει ξανά τη ζωή του.
Τέσσερα χρόνια έμεινε χώρια το ζευγάρι. Ο Στάθης προσπάθησε δυο τρεις φορές να επικοινωνήσει με την Αννίκα μέσω της Ασπασίας, όμως η γυναίκα του ήταν ανένδοτη.
- Όσο είναι εξαρτημένος από τη μάνα του δεν τον θέλω! 
- Μαζί σου κι εγώ είμαι, όμως το διαζύγιο θα βγει τελικά είτε το θέλεις είτε όχι. Και να σου πω, στη μάνα του δεν πατάει πια όταν είναι εδώ. Σ' αγαπάει και θέλει να σμίξετε, αυτό θα είναι το καλύτερο για σένα και τα παιδιά βέβαια. Σε παρακολουθεί από μακριά όλα αυτά τα χρόνια βρε ξαδέρφη, ακόμα κι όταν ταξιδεύει υπάρχει άνθρωπος που τον ενημερώνει για τις κινήσεις σου. Η άψογη διαγωγή σου, διέψευσε την τρελή την πεθερά σου που του έλεγε συνέχεια ότι έφυγες για να κάνεις τη ζωή σου...
- Τι λες βρε Ασπασία; Πέφτω από τα σύννεφα!
- Ούτε θέλει επαφές μαζί της σου λέω! Αν δεν του τηλεφωνήσει αυτή, καμία κίνηση δεν κάνει! Και ξέρεις, είδα και τον πεθερό σου, έναν ύπνο κάνει μόνο στο σπίτι και φεύγει. Μου είπε ότι η γιαγιά Ρήνη είναι πολύ άρρωστη και θέλει να σας δει μαζί πριν κλείσει τα μάτια της. Πρέπει να πας στο νησί Αννίκα με τα παιδιά και το Στάθη, αμαρτία είναι... 
- Αυτό δε γίνεται! Η γιαγιά ξέρει ότι έχουμε χωρίσει...
- Και μάλωσε με την κόρη της άσχημα επειδή τη θεωρεί υπεύθυνη! Η τρελή καταριέται τη μάνα της και χαίρεται που αρρώστησε επειδή της πήγε κόντρα! Λοιπόν, αύριο το απόγευμα θα φέρεις τα παιδιά σε μένα και θα τον συναντήσεις. Αφού μιλήσετε ελάτε να τα πάρετε, να τα δει σαν πατέρας τους κι αυτός...
Άνοιξε η ψυχή της Ρήνης όταν τους είδε μαζί. Με τη νύφη της πάντα να τη γιατροπορεύει, άνοιξε την αγκαλιά της όπως ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι και τους έσφιξε πάνω της με λαχτάρα. Τα δισεγγονάκια της φορτωμένα λουλούδια, γλυκά και δώρα, της χάρισαν ευτυχία και χαρά.
- Λεβέντες μου! Να σας χαιρόμαστε κι εγώ κι οι γονιοί σας! Πάτενε να δείτε τσι κοτούλες και το γαδουράκι, η θεία θα σας φέρει να φάτενε!
Τρέχοντας βγήκαν στην αυλή και στο διπλανό χωραφάκι που ο γαϊδαράκος μασουλούσε αμέριμνος χορταρικά. 
- Αννίκα μου, Σταθούλη μου, τα παιδιά θέλουνε και τον πατέρα και τη μάνα για να μεγαλώσουνε σωστά. Καμό μεγάλονε έχω τόσα χρόνια με σας... Αγόρι μου, αμαρτία είναι, άκου κι εμένανε που σου μιλώ... Κακό μεγάλο έκαμε η μάνα σου και χάλασε το σπιτικό σας, παλαβή ήτουνε μια ζωή και το λέγω, ας είναι κόρη μου. Τον ίδιο τον πατέρα σου απόδιωξε με τσοι τρόποι τση, που 'ναι άθρωπος άγιος... Πιάστε σπίτι αλλού και κάμετε νέα αρχή, να μην έχετε απ' εκεί τσι κακές αναμνήσεις και ποδάρι η κόρη μου να μη πατήσει Θεέ μου σχώρα με... Τόσα χρόνια, μήτε εσύ, μήτε εκείνη εκάματε άλλο ταίρι, πάει να πει που αγαπιόσαστε πολύ και όχι μη πείτε!
Η Αννίκα ένιωσε σα να άκουγε τη γιαγιά Διονυσία. Όταν ανέφερε για την αλλαγή του σπιτιού βεβαιώθηκε ότι είχαν μιλήσει οι δυο τους. Κοίταξε λοξά το Στάθη που είχε κατεβασμένο το κεφάλι και δάγκωνε το κάτω χείλος του. Η συζήτηση που έκαναν μεταξύ τους πριν δυο μέρες μετά την επιμονή της Ασπασίας να συναντηθούν, ήταν καταλυτική... 



- Τι κάνεις γιαγιά;
 - Καλά! 
- Πως τα περνάς;
- Διαβάζω! 
- Μπράβο! Τί διαβάζεις;
- Βιβλία!
Ο Μάνθος με το Χαρίτο κοιτάχτηκαν αμήχανοι. Η γιαγιά τους απαντούσε μονολεκτικά και τα δυο αγόρια ήρθαν σε δύσκολη θέση.
- Γιαγιά, μήπως δεν ήρθαμε σε καλή ώρα; Λέμε να φύγουμε, μη σε ενοχλούμε, μπορεί να θέλεις να ξαπλώσεις...
- Δεν είμαι άρρωστη για να ξαπλώσω, έχω τα νεύρα μου με τον πατέρα σας! Τόσα που έκανα για να τον μεγαλώσω κι αυτός ούτε πατάει να με δει! Όλο δουλειές λέει πως έχει και δεν προλαβαίνει. Αλλά εγώ ξέρω ότι είναι δουλειές τση μάνας σας, όχι δικές του, έτσι να του πείτε! Αυτό ήθελε να κάμει, να με χωρίσει από το γιο μου!
- Όχι γιαγιά, λάθος κάνεις και μη τα βάζεις με τη μαμά! Ποτέ δε λέει για σένα κακή κουβέντα...
- Εμ βέβαια, τη μάνα σου υποστηρίζεις εσύ! Μανθούλη, πάμε μέσα μια στιγμή που σε θέλω!
Ο Χαρίτος κατάπιε τα λόγια που ήθελε να της πει και βγήκε στο μπαλκόνι εκνευρισμένος. Η φωνή της Νάνσυ που κατηγορούσε τους γονείς τους ακουγόταν ως το δρόμο, κάνοντας τους περαστικούς να κοιτάζουν περίεργα προς τα πάνω.
- Έλα μέσα κι εσύ Χαρίτο, έφτιαξα χαλβά!
 Οι εγγονοί προσπάθησαν να καταπιούν λίγες κουταλιές από τη σχεδόν άχρωμη και άγλυκη λασπωμένη μάζα που σερβίρισε η γιαγιά τους με καμάρι. Καμία σχέση δεν είχε με το καβουρδισμένο καλά σιμιγδάλι, τα αμύγδαλα και το κουκουνάρι, το θεσπέσιο χαλβά της μητέρας και των άλλων γιαγιάδων τους.
 Μικρούλα ήταν η Αννίκα, όταν η γιαγιά της την ανέβαζε στο σκαμνάκι για να τη βοηθήσει τάχα στο μαγείρεμα και τα γλυκά. Σαν παλιά καλονοικοκυρά, ήθελε η εγγονή της να μάθει στην κουζίνα και μεγαλώνοντας να τα ξέρει όλα. Η μεγαλύτερη χαρά της ήταν το χαλβαδάκι που έτρωγε λαίμαργα, πριν σχεδόν κρυώσει.
Με τα χεράκια της ξεφλούδιζε τα ζεματισμένα αμύγδαλα και τα άπλωνε στην καθαρή πετσέτα τρίβοντάς τα απαλά για να στεγνώσουν.
Η γιαγιά Διονυσία τα καβούρδιζε με λίγο κουκουνάρι στο βούτυρο, κρατούσε λίγα στην άκρη και μετά έριχνε το σιμιγδάλι. Εκεί αναλάμβανε πάλι η εγγονή το ανακάτεμα με την ξύλινη κουτάλα.
- Πρόσεχε γιαβρί μου να μη σ' αρπάξει και καεί!
Στο μικρό τσουκαλάκι έβραζε το νερό με τη ζάχαρη, λίγο μέλι, ένα ξύλο κανέλα και τρία μοσχοκάρφια. Όταν έδενε λίγο το σιρόπι και το σιμιγδάλι είχε πάρει χρυσοκάστανο χρώμα, αναλάμβανε η γιαγιά.
- Μακριά παιδάκι μου μη σ΄ ηκάψει τώρα!
Η Αννίκα από την άκρη της μικρής κουζινούλας πια, φώναζε και γελούσε με το θορυβώδες σμίξιμο. Όταν ηρεμούσε ο γλυκός, παχύρρευστος χυλός και έδενε, η Διονυσία τον έβαζε στο μεγάλο μπολ που λίγο αργότερα αναποδογύριζε στη στρογγυλή πιατέλα. Πασπάλιζε με τριμμένη κανέλα κι η μικρή τον στόλιζε με κουκουνάρια και αμύγδαλα. Το πρώτο μεγάλο κομμάτι ήταν δικό της κι ακολουθούσαν ακόμα πολλά.
- Γιατί δεν τρώτε, δε σας αρέσει ο χαλβάς μου; 
- Πολύ ωραίος είναι γιαγιά, αλλά έχουμε φάει διάφορα από το πρωί κι έχουμε φουσκώσει...
- Μμμμμμ.... Άμα τον ψήνει η μάνα σας ή οι άλλες σας γιαγιάδες οι Σμυρνιές, τον κάμετε να! Για τον δικό μου που έχουν όλοι να λένε πως είναι ο καλύτερος, χορτασμένοι είσαστε! 


Η Αννίκα καμάρωσε το νέο της χτένισμα στο μεγάλο καθρέφτη. Είχε κόψει τα μαλλιά της και η φράντζα που έπεφτε με χάρη στο μέτωπο, την κολάκευε πολύ.
 Μισή μέρα σχεδόν είχε περάσει για την περιποίησή της. Κάθε Σάββατο πήγαινε στο κομμωτήριο για χτένισμα και μετά στη Σαπφώ για μανικιούρ και πεντικιούρ.
 Η Σαπφώ ήταν μια εύσωμη και καλόκαρδη γυναίκα. Γνώριζε την Αννίκα από μωρό, πριν γεννηθούν τα αδέρφια της, όταν πήγαινε στο σπίτι τους κι έπινε καφεδάκι με τη μητέρα και τη γιαγιά της. Αυτή έμαθε στη Λούλα πολλά μυστικά ομορφιάς. Στο ισόγειο σπίτι που έμενε στην Αμφιάλη, είχε στριμώξει τα πράγματα στη μια κάμαρα που κοιμόταν με τον άντρα της και στην κουζίνα που ήταν ευρύχωρη κοίμιζε τα δυο κορίτσια της σ' ένα διπλό ντιβάνι. Τη σάλα εκτός από τις καλές μέρες που δεχόταν συγγενείς και φίλους για τραπέζωμα, την είχε για τις πελάτισσες. Στη μεγάλη αναπαυτική πολυθρόνα τις κάθιζε κι έφερνε τη λεκάνη με το ζεστό νερό για το ποδόλουτρο.
Το μπαουλοντίβανο στρωμένο με άσπρο λινό σεντόνι και μαλακό μαξιλάρι, ήταν για το μασάζ με τα αρωματικά λάδια και τις πομάδες για το πρόσωπο. Από τα μέσα της εβδομάδας δεν προλάβαινε τις κυρίες που πήγαιναν για τις ομορφάδες τους. Στην κουζίνα έβραζαν καθημερινά βότανα και το γουδοχέρι δε σταματούσε να χτυπάει μυρωδικά και σπόρους διάφορους. Κανένα βαζάκι ή μπουκάλι δεν πήγαινε χαμένο. Το έπλενε καλά με ζεστό νερό και ξίδι κι όταν στέγνωνε το στόλιζε με κορδελάκια χρωματιστά. Με πολλή προσοχή έγραφε το περιεχόμενο και τα φύλαγε στο μπουφέ. Τα περισσότερα τα πουλούσε στις πιο εύπορες κυρίες που δεν είχαν τη διάθεση να φτιάξουν μόνες τους καλλυντικά.
Ήταν γνωστή η Σαπφώ και σε άλλες περιοχές, έτσι κάθε Κυριακή μετρούσε κάμποσα λεφτά που τα έκρυβε για τα προικιά των κοριτσιών της. Όσο φόρτωνε τους γιούκους με πετσέτες και ασπρόρουχα, τόσο περισσότερο κέφι είχε για δουλειά. Πριν χρόνια, την είχε επισκεφτεί και η Νάνσυ κι επειδή ήξερε ότι είχε καλές σχέσεις με τη Λούλα, της έδωσε γερό πουρμπουάρ για να κάνει το κομμάτι της στις γυναίκες της διπλανής αυλής.

- Τί γίνεται μπρε Αννίκα η πεθερά σου;
- Όπως την ήξερες πάντα κυρά-Σαπφώ μου, όλο γκρίνια και λόγια... Τα παιδιά μου αποφάσισαν να πάνε σήμερα να τη δούνε, επειδή όλο παράπονα έκανε του γιου της στο τηλέφωνο ότι την έχουν ξεχάσει. Τους πίεζε και η γιαγιά μου κι έτσι το αποφάσισαν... Στο μικρό δε δίνει και μεγάλη σημασία, λες και τον έκανα μόνη μου, κατάλαβες; Μα είναι τόσο καλό παιδί που δεν το υπολόγισε και πρώτος ετοιμάστηκε! Είμαι περίεργη να μάθω τι έγινε, πως τους μίλησε...
- Ακόμα εκεί στα Φάληρα μένει;
- Ναι. Έχει τρελάνει και τους γείτονες εκεί, άσε κι αυτός ο πεθερός μου, θα αγιάσει πια... Όλο ζητάει κι όλο δίνει εδώ κι εκεί για να κάνει την πλούσια, μια ζωή τα ίδια!
Και να σου πω, βλέπω να γειτονεύουν με την Ασπασία, κάπου εκεί κοντά παζαρεύει ένα διαμέρισμα. Πήγαμε μαζί και το είδαμε, πολύ ωραίο και μεγάλο είναι!
Η Σαπφώ έτριβε τα πόδια της Αννίκας με καλά κοπανισμένα κουκούτσια ροδάκινου, ανακατεμένα με ελάχιστο μελισσοκέρι. Τα νεκρά κύτταρα έφευγαν κι άφηναν το δέρμα λείο και απαλό στις φτέρνες και τα δάχτυλα. Τα τύλιξε με ζεστή πετσέτα κι ετοίμασε το νερό. Διέλυσε μισή κούπα σόδα, μια κουταλιά ξύδι, μια κούπα αλάτι χοντρό και λίγες σταγόνες λάδι από δεντρολίβανο.
 - Ωσότου τα πετσάκια να μαλακώσουνε, θα σ' ηκάμω την ομορφάδα! 
Η μεγάλη και φαρδιά κορδέλα προστάτεψε τα φρεσκοχτενισμένα της μαλλιά από τη λιπαρή πομάδα που της άπλωσε στο καθαρισμένο με ροδόνερο πρόσωπο.
- Είναι τροφή για το δέρμα, κάθε βδομάδα πρέπει να την ηβάνεις για να είναι ελαστικό! Άμα βαστάει κομματάκι λίπος, ζάρες εύκολα δεν ηκάμει!
Κανείς δεν ήξερε τι έβαζε κι έκανε τη θαυματουργή κρέμα. Από τη βαριά, χαρακτηριστική μυρωδιά, η Λούλα είχε καταλάβει ότι η λανολίνη ήταν η βάση της, αλλά διέκρινε και κάποια βότανα που της έδιναν ένα χρώμα ελαφρά πρασινωπό. Όσες φορές προσπάθησε να της πάρει λόγια, εκείνη άλλαζε αμέσως την κουβέντα!
Το κόκκινο μανό είχε στεγνώσει στα νύχια της Αννίκας, όταν ξάπλωσε στο μπαουλοντίβανο. Δυο μεγάλα κομμάτια βαμβάκι τυλιγμένα σε γάζα και ποτισμένα με το βαρύ μαύρο τσάι έκλεισαν τα μάτια της για να τα ξεκουράσουν. Η Σαπφώ κοίταξε το φαΐ της και το δοκίμασε στο αλάτι του. Από το παραθυράκι είδε την Ασπασία να έρχεται, με τους δυο βαφτισιμιούς της.
- Αννίκα! Η Ασπασούλα με τα παιδιά σου ήρχεται μπρε!
Τα παιδιά συναντήθηκαν με τη νονά τους φεύγοντας από τη γιαγιά. Η Ασπασία τους πρότεινε να περάσουν να πάρουν τη μητέρα τους και να πάνε στο σπίτι της για φαγητό.
- Ακούς κυρά-Σαπφώ μου πράματα; Το Μάνθο ξεμονάχιασε για να μας τα σούρει! Ο παππούς σας δεν ήταν σπίτι;
- Όχι, δούλευε και θα γύριζε το απόγευμα.
- Μεγάλος άνθρωπος και δεν τον αφήνει να ξεκουραστεί κομμάτι; Μπρε την άτιμη, καθόλου πόνο δεν έχει για τον άντρα τση πια; Περασμένα τα εβδομήντα κι αναπαμό να μην έχει ο χριστιανός... Μα δεν ηπαίρνει τη σύνταξή του; Δυο ψυχές είναι...
Η Ασπασία γέλασε με την καρδιά της.
- Πού να τη φτάσει η σύνταξη κυρά-Σαπφώ μου; Κάθε βράδυ το ψυγείο και τα ντουλάπια της γεμίζουν και την άλλη μέρα ως το μεσημέρι έχουν σχεδόν αδειάσει! 
- Καλά, πόσο φαγί ητρώγουνε δυο νομάτοι;
- Χα χα χα! Ένα τσουκαλάκι βάζει στη φωτιά και τρώνε δυο μέρες, τα υπόλοιπα πάνε φίλεμα στη γειτονιά! Ακούτε και το άλλο να γελάσετε, τα αγόρια μόλις βγήκαν από το σπίτι της, έτρεξαν στο περίπτερο και ήπιαν μονορούφι από ένα μπουκάλι πορτοκαλάδα! Εγώ που είχα πάει στον εργολάβο να μιλήσουμε για το συμβόλαιο, τα βρήκα αηδιασμένα!
Πείτε βρε σεις για τον πολύ ωραίο χαλβά της γιαγιάς σας να μάθουν η κυρά-Σαπφώ κι η μάνα σας να φτιάχνουν τον ίδιο! Χα χα χα!