.

.
.

Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Κάτι δε με κολνάει στην υπόθεση...



 Τι είναι αυτά που με λέγεις μπρε Σουλτάνα; Η Δέσπω η κουμπάρα σου; Τρέλα μ' έρχεται!
- Ναι Άνθω μου! Συφόρεση κόντεψα να πάθω, είπα που θα μ' έρτει ταμπλάς, το τέλος μου με βρήκε... Με το ζόρι σούρθηκα ως το σπετσέρη* η ζάβαλη... Δεκαοχτώ με ανέβηκε η πίεση και κόκκινο πολύ γένηκε το μούτρο μου, ηρεμιστικό μ' έδωκε! Τίποτις δε λογάριασε, μήτε το λάδι που ήβαλα στο γιο της και τόνε είχα μια ζωή σαν δικό μου παιδί... Άμα έκλαιγε και χτυπιούτανε που δεν έμεισκε έγκυος και μετά που έχανε τα παιδιά, εγώ δεν την έτρεχα στοις γιατροί; Στο κρεβάτι τόσοι μήνες που έμεικε για να το κρατήσει, έφυγα μια μέρα απέ το κεφάλι της; Πίκρες και χαρές μαζί τις περνάγαμε τόσα χρόνια, κοπέλες ήμαστανε και γεράσαμε μαζί! Ζωή ολάκερη, όχι αστεία! Τοις άντριδοί μας σχετικά κοντά τοις χάσαμε, η μια παρηγορούσε την άλλη. Εδώ άμα ήρτανε τοις κράτησα στο σπίτι μου τόσοι μήνες ως να ταχτοποιηθούνε, τα θυμάσαι; Και να με κατηγοράει στο ίδιο της το παιδί, εμένα τη νουνά του; Φοβούμαι πολύ για τα παιδιά, μη και τα πιάσει το κακό της το μάτι... Αλλιώς θα σ' έλεγα εγώ, πέντε παράδες θα την έκαμνα τη ναμκιόρα
Έκλεισε το τηλέφωνο κι έριξε κρύο νερό στο πρόσωπό της. Σκέφτηκε λίγο και σχημάτισε τον αριθμό του γιου της.
Η Αγλαΐα η νύφη της, την άκουσε ανήσυχη.
- Έχεις κάτι μαμά; Σάμπως και σ΄ακούω κομμάτι σεκλετισμένη... Καλά είμαστε κι ο Ιάκωβος και τα παιδιά! 
Τίποτες δεν έχω κοκόνα μου, αμά ένα κακό όνειρο είδα και με τρόμαξε, μήτε να σε το πω δε θέλω...
- Καλό κι ευλογημένο μαμά μου, μη στεναχωριέσαι! Δε με λες, την Κυριακή που θα έρτεις, τι τραβάει η όρεξή σου να σε ψήσω; 
- Ό,τι θέλεις παιδάκι μου! Όλα σου τα φαγάκια νόστιμα είναι και πολύ τα φχαριστιέμαι! Θα σας κάμω και μια ωραία πίτα που σε αρέσει με το σπανάκι και τυράκι μπόλικο, ναι; 
Ακολούθησε τηλεφώνημα στη Δόμνα, την κόρη της.
- Γιατί είσαι τόσο ανήσυχη καλέ μαμά; Καλά, όλοι καλά είμαστε! Παπά να φέρουμε στα σπίτια μας ν' αγιάσει; Γιατί στα καλά καθούμενα, τι σε ήρτε;
- Κακό όνειρο είδα και πολύ φοβήθηκα...
- Καλά, καλά... Έρχομαι σε λίγο σπίτι σου να με πεις... Γιατί σίγουρα κάτι συμβαίνει, δε με γελάς εμένα! 

Η Δέσπω έβγαλε το δαχτυλίδι της και το κρέμασε στην εικόνα της Παναγίας. Προσευχόταν πολλή ώρα γονατιστή στη Χάρη της, στην εκκλησία του Ευαγγελισμού, με τα δάκρυα να τρέχουν ασταμάτητα. 
Σχώρα με Βαγγελίστρα μου, νουνά του είναι και τήνε καταριέμαι... Το Σατανά μέσα στο σπίτι μου έμπαζα, δυο πρόσωπα είχε και πού να ήξευρα η δύστυχη... Βοήθα να γλυτώσουμε απέ τα βάσανα που μας βρήκανε... Σε σένανε στηρίζουμαι... 
Βγήκε κλαμένη σέρνοντας τα πόδια της με το ζόρι. Ο Τάκης δεν της πολυμιλούσε κι εκείνη υποψιαζόταν ότι μετά τη δουλειά γλεντούσαν με τη νονά τη νίκη τους. Κρατήθηκε με το ζόρι, αν και ήθελε να βρίσει το γιο της και την κουμπάρα της.
- Άτιμη Σουλτάνα! Οχιά διμούτσουνη είσαι! Μήτε να σε ξαναδιώ στα μάτια μου δε θέλω παλιογυναίκα! Θεέ μου σχώρα με, δεν το θέλω αμά με ξεφεύγουνε τα λόγια... Τόσοι παράδες τον έδωκε το παιδί, άμα ανοίξω τον στόμα μου της τρελής θα γένει... Το μαχαίρι στο λαιμό άμα τον βάλει, πού θα τα βρει να τα δώκει μαζωμένα; Γιατί τον έχει στο χέρι εδώ που τα λέμε, κακά τα ψέματα... Κι αυτή τη μαμά του, που να 'χει χίλια χρόνια η γυναίκα, τα μάτια με άνοιξε! Μπα... Δε μποράω να πω κουβέντα, δεμένη είναι η γλώσσα μου... Άμα όμως παραμονέψω και τοις τσακώσω, τότες θα διούνε ούλοι τους! Και πιο πολύ αυτή που τοις κάμνει πλάτες! Τρίχα τρίχα θα τη μαδήσω το μαλλί τη σπιούνα! 

Η Μιράντα ένιωθε ικανοποιημένη. Το κόλπο του μαντιλιού στο ακουστικό που άλλαζε εντελώς τη φωνή, απεδείχθη αλάνθαστο! 
- Καλά να πάθετε κι οι δυο σας! Πέσατε να με φάτε, ε; Φαγωθείτε τώρα για να μάθετε! 
Ο Τάκης δεν είχε δώσει σημεία ζωής. Του είχε στείλει μηνύματα και δεν απάντησε. Η επίσκεψη στη μητέρα της δεν ήταν ανώδυνη μετά τις αποκαλύψεις, κατάφερε όμως να κλέψει λίγα από τα χαπάκια που της είχε δώσει ο γιατρός για να κοιμάται. Πήγε στο κομμωτήριο και στην αισθητικό της, αρωματίστηκε και πήρε τη μεγάλη απόφαση...
- Εσύ εδώ; Τολμάς να με δεις μετά από όλα αυτά;
- Τα ποια Τάκη μου; Σου έκανα κάτι και δεν το ξέρω; Εγώ πρέπει να σου ζητήσω ευθύνες που έδωσες δικαιώματα κι άφησες τη μάνα σου να πάει στη δική μου κι έγινε χαμός!
- Είσαι ψεύτρα! Δε θέλω ούτε να σε ξέρω! Σε παρακαλώ να φύγεις, τελειώσαμε εμείς οι δύο!
- Πρώτα θα ξεκαθαρίσουμε και μετά θα φύγω! Αν νομίζεις ότι ήρθα να σε παρακαλέσω κάνεις μεγάλο λάθος! 
Το τηλέφωνο που χτύπησε ήταν η ευκαιρία που περίμενε για να ρίξει δυο χαπάκια στον καφέ του. Όσο ο Τάκης ένιωθε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν, σηκώθηκε και τον αγκάλιασε κολλώντας το σώμα της πάνω του.
- Πάμε σπίτι να μιλήσουμε πρώτα κι ύστερα φύγε... Δε θέλω να έχεις άσχημες αναμνήσεις από μένα που τόσο σ' αγάπησα... Άσε το αυτοκίνητό σου εδώ, πάμε με το δικό μου.
Χαλαρός εκείνος δεν έφερε αντίρρηση. Ήταν κι αυτό το άρωμα που τον τρέλαινε και τον έκανε να σκέφτεται διάφορα... 
Αποκοιμήθηκε στον καναπέ εξαντλημένος. Άυπνος τόσες μέρες και με τη διπλή δόση ηρεμιστικού, βυθίστηκε σ' έναν ύπνο γλυκό βλέποντας όνειρα ερωτικά. Έτσι τουλάχιστον ένιωθε όσο εκείνη εκμεταλλευόταν την αδυναμία του... Συνήλθε μετά από ώρες, έχοντας δίπλα του τη Μιράντα θελκτική, ερωτική, πανέμορφη...
- Η μητέρα μου κρύβει την καταγωγή μας. Όλοι ξέρουν ότι είναι Αθηναία στα μεγάλα σαλόνια, ούτε κι εμείς λέμε τίποτα. Δε θα έλεγε την αλήθεια στη μητέρα σου σε καμία περίπτωση! Η γιαγιά έχει χρόνια που πέθανε κι όσες φορές μιλάει για αυτή δεν αναφέρει για Κωνσταντινούπολη και προσφυγιά... Μα θα είχα λόγο να στο πω αν δε σε είχα ερωτευθεί με την πρώτη ματιά; Ο έρωτας δεν κοιτάζει ούτε χρόνια, ούτε κοινωνική θέση... Έλα, πάρε με στην αγκαλιά σου για τελευταία φορά... Δε θέλω να γίνω η αιτία που θα τα χαλάσεις μαζί της...
Ο Τάκης βρήκε λογική την εξήγησή της. Μεθυσμένος από το δυνατό ποτό και το τρίτο χαπάκι κοιμήθηκε ως το επόμενο πρωί... 

- Μαμά είσαι με τα καλά σου; Δε μπορώ να πιστέψω αυτό το πράμα! 
- Και είχε ανάγκη η ξένη γυναίκα να με τελεφωνήσει και να με τα πει αυτά; Μήτε που την ξεύρω, μήτε που με ξεύρει! Και δε με λες, άμα δεν ήτουνε αλήθεια όλα αυτά, θα εξαφανιζούτανε η Δέσπω, ε; Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση που λένε, αυτή που μ' έπαιρνε κάθε μέρα και με μιλούσε! Και τώρα με το καζίκι του γιου της ένα παραπάνω! 
- Τώρα σ' αυτό έχεις δίκιο... Δεν ξέρω τι να σε πω κι εγώ που ξέκοψε αμέσως έτσι... 
Διες Δομνίτσα μου χάλια... Να φωνάξουμε τον παπά να κάμει αγιασμό στα σπίτια σας και να πούμε στα παιδιά να φορούνε το σταυρό τους συνέχεια. Θυμιάτιζε καλά ούλο το σπίτι μέσα κι όξω, κάψε και κομματάκι φασκόμηλο που διώχνει το κακό... Σκέπτουμαι και πως να τα πω στον αδερφό σου και τη νύφη μας, να προσέχουνε...
Τίποτις δε θα πεις τον Ιάκωβο, ακούς; Θα μιλήσω με τρόπο την Αγλαΐα να πάρει τα μέτρα της κι άλλο τίποτες! Μαλλιά κουβάρια ούλοι θα γενούμε μαμά, φοβούμαι μη και πιαστούνε οι άντρες στο τέλος...
- Παναγία μου! Αυτό μας έλειπε τώρα! Μπρε κόρη μου, κουράγια δεν έχω να πάω την Κυριακή στο τραπέζωμα και δεν ξεύρω τι να κάμω... 
- Θα πας μαμά! Κάλεσαν κι εμάς, θα είναι κι η συμπεθέρα. Και η Μαρίκα ξεύρεις που είναι γυναίκα με κατανόηση. Άμα την πούμε τα καθέκαστα θα ξαλαφρώσεις κομμάτι κι εσύ... Σύχασε τώρα και το κακό πάνω της θα πέσει, έγνοια σου! 
Το γεμιστό με ρύζι, τυρί, κρεμμυδάκι, μπόλικο σκόρδο και συκωτάκια αρνάκι έκανε τη θεαματική του εμφάνιση στο Κυριακάτικο τραπέζι. Τυρόπιτα με όλων σχεδόν των ειδών άσπρα και κίτρινα τυριά, πηχτή μπεσαμέλ κι αυγά τυλιγμένη σε ρολό, κόπηκε σε φέτες σκορπίζοντας τη λαχταριστή ευωδιά της. Τα ντολμαδάκια μικρές μπουκίτσες τυλιγμένα επιδέξια χωρίς ίχνος ρυζιού να φαίνεται, άφηναν στο στόμα τη γεύση του καβουρδισμένου κιμά με μπόλικο δυόσμο. Το στιφάδο από τα χέρια της Μαρίκας με το τρυφερό χοιρινό, τα μικρά ολόκληρα κρεμμυδάκια και τα μπαχαρικά σε γενναίες δόσεις με τη σαλτσούλα του, έκανε την ψωμιέρα ν' αδειάσει τρεις φορές. Οι μικρές στρογγυλές πατατούλες, αφού πήραν λίγες βράσεις σε αλατισμένο νερό, τηγανίστηκαν στο φρέσκο βούτυρο και σερβιρίστηκαν με μπόλικο τριμμένο τυρί.
- Γεια στα χέρια σου Αγλαΐα! Και στα δικά σου συμπεθέρα, άφταστες κι οι δυο είσαστε! Δίκιο δεν έχω καλέ μαμά; 
- Δίκιο έχεις κι εσύ και όλοι μας! Τέτοια φαγάκια άλλη καμιά δεν τα κάμνει! Χίλια χρόνια να ζήσετε! 
- Αμά κι η δικιά σου η σπανακόπιτα, πίσω πάει; Μια νοστιμιά είναι για!
Ο Ιάκωβος παρατηρούσε με τρόπο τη μητέρα του. Ίσα που άγγιξε το πιάτο της, κάτι είχε σίγουρα...
- Γιατί δεν τρως μάνα, συμβαίνει κάτι; Μήπως δε νιώθεις καλά;
- Καλά είμαι γιόκα μου, τίποτις δεν έχω...
- Μα πρώτη φορά σε βλέπω ανόρεχτη! Και το γέλιο σου σα να βγαίνει με το ζόρι...
- Είναι που δεν εκοιμήθηκα καλά παιδάκι μου... Οι γειτόνοι από πάνω κάμνανε τόση φασαρία ούλη τη νύχτα και δε μ' αφήκανε να κλείσω μάτι...
- Ε! Φάε πρώτα κι ύστερα άντε να ξαπλώσεις μέσα να ξεκουραστείς! Έφτιαξε κι ένα γλυκό η νύφη σου, που δε θα το χορταίνεις
Οι άντρες κάθισαν στο σαλόνι παρακολουθώντας το ματς στην τηλεόραση. Η Σουλτάνα έκανε νόημα στη Μαρίκα και σε λίγο μισοξαπλωμένες στο κρεβάτι συζητούσαν.
Η Δόμνα βοήθησε τη νύφη της στο συμμάζεμα και σε λίγη ώρα η κρεβατοκάμαρα έγινε γυναικωνίτης. 
- Κάτι συμβαίνει και δε σ' ηβλέπω καλά συμπεθέρα μου... 
- Και μη με πεις πάλι μαμά πως είδες κακό όνειρο...
- Θα σας τα πω, ούλα θα σας τα πω... Οι άντριδοι μόνο να μη πάρουνε χαμπάρι, δε θέλω... 
Η Αγλαΐα έκλεισε με τα χέρια το στόμα της για να μη φωνάξει. 
- Τι λες καλέ μαμά; 
- Αυτά που ακούτε... Το μυαλό μου θα φύγει, ησυχία δεν έχω απέ κείνη τη μέρα... 
Η Μαρίκα σιωπηλή σκεφτόταν. Κάτι μέσα της την εμπόδιζε να πιστέψει όλα όσα άκουγε. 
- Δε με λες συμπεθέρα μου... Από το βράδυ που ήφυγε η κουμπάρα σου, άλλο δε μιλήσατε είπες; 
- Όχι! Σεκλετισμένες κι οι δυο ημαστάνε με το ζήτημα του Τάκη... Περίμενα τα νέα, με πήρε το πρωί και μιλήσαμε και μετά που έμαθα τα κακά μαντάτα άλλο τίποτις... 
- Ναι... Αυτό με φαίνεται πολύ παράξενο... Άμα η Δέσπω ζουλεύει και σε κατηγοράει, παρέα σε κάμνει τόσον καιρό. Μετά το τελεφώνημα που σ' ήκαμε η άγνωστη γυναίκα όμως, γιατί ηξέκοψε κι αυτή; Κάτι δε με κολνάει στην υπόθεση... Εσύ σα να λέμε ηξεύρειςαμά η κουμπάρα δεν ηξεύρει πως τα ήμαθες, άρα θα ήπρεπε να συνέχιζε τσι επαφές μαζί σου, σαν μη συμβαίνει τίποτες... Έτσι απέ τη μια μέρα στην άλλη και μετά που τα ήμαθες από μια γυναίκα που σ' ηπήρε και στα είπε, χάνεται η Δέσπω;
Οι άλλες τρεις γυναίκες κοιτάχτηκαν με νόημα. 
- Σάμπως να ΄χει δίκιο... 
- Και σε είπε να μη την ειπείς τίποτες για να μην αγριέψει και κάμει κακό στα παιδιά, ε; Και ποια είναι αυτή η γυναίκα που ήβρε το τελέφωνό σου και σε πήρε τάχα να σ' ηνοίξει τα μάτια; Και πες που εσύ μιλήσεις την κουμπάρα σου κι αυτή τα πει φυσικά το γιο της, δε θα γενούνε άνω κάτω τα δυο παλικάρια στη δουλειά; Κι ο γιος τση δε θα ήπιανε στσι βρισιές τη μάνα του που ανακατώθηκε; Κι ο Τάκης ο,τι τον ηλέγει η μάνα του για τη νουνά του κάθεται και τα μιλάει με το συνάδελφο; Κομμάτι ψεύτικο μ΄ ηφαίνεται ούλο αυτό το πράμα... Μπρε συμπεθέρα μου, μπα κι είναι καμιά γνωστή για συγγένισσά σου αυτή και θέλει να σ΄ ηκάμει ταραχή; 
- Μπα! Δεν έχω αλλάξει πικρή λέξη με κανένανε! Ούλος ο κόσμος μ' αγαπάει, γειτόνοι, συγγενείς, φίλοι... Ποιος να θέλει να με κάμει ταραχή, κανένανε δεν έχω πειράξει... 
Η Αγλαΐα έδωσε μια λύση κι οι άλλες συμφώνησαν.
- Να την πάρεις εσύ μαμά στο τηλέφωνο σα να μην τρέχει τίποτα! Θα δεις πως θα σε μιλήσει η Δέσπω κι ύστερα βλέπουμε... 
Η τηλεόραση στη διαπασών με τους ποδοσφαιρόφιλους  άντρες να φωνάζουν, βόλεψε πολύ. Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας έκλεισε κι η Σουλτάνα σήκωσε αποφασισμένη το ακουστικό. 
- Έλα κουμπάρα, καλά είσαι; Με το παιδί τι γίνηκε;
- Τον κακό σου τον καιρό που πήρες να με κοροϊδέψεις σπιούνα! Απ΄το Θεό να το 'βρεις το κακό που μ' έκαμες
Ο βαρύς και γλυκός καφές κατέβαινε σαν δηλητήριο. Η Σουλτάνα έκλαιγε και σταύρωνε παιδιά κι εγγόνια.
- Αυτό ήτουνε... Τ΄ άκουσα κι απέ πάνου... Εγώ σπιούνα; Γιατί; Να κι οι κατάρες της... 
Η Μαρίκα της έπιασε στοργικά το χέρι.
- Αυτή που σ΄ητελεφώνησε τα φταίει κοκόνα μου... Να ιδείς που ήβαλε λόγια και τη Δέσπω, αλλιώς δεν ηξηγείται! Και να σε πω, είχε δίκιο η κόρη μου που σε είπε να τη μιλήσεις, έτσι ηβγαίνει κάπως άκρη... 
- Και ποια να είναι αυτή, με λες; Μια εμένα να ταράξει και μια την κουμπάρα; Μήτε κι αυτή έχει οχτρούς, μια ζωή ήσυχια ήτουνε με τον κόσμο... Έκαμε τον Τάκη με κόπους και βάσανα που δε στέριωνε παιδί κι ούλο αποβολές έκαμνε, τον μεγάλωσε, καλή δουλειά έχει, παράδες βγάνει... Αυτό με την αρσίζα που έμπλεξε την τάραξε πολύ κι έφερε τα πάνω κάτου στη ζωή της. Κι εκεί πάλι την στάθηκα και να το φχαριστώ... 
Το μυαλό της Μαρίκας δούλευε πυρετωδώς. 
- Με το βαφτισιμιό σου να μιλήσεις συμπεθέρα! Δε νομίζω να έχεις άλλη λύση! Θα τον ειπείς για τσοι τρόποι τση μάνας του και θα ιδείς πως θα σε αντιμετωπίσει. Κάτι θα πρέπει να ηξεύρει το παιδί, να ιδούμε τι θα ηγίνει μ' αυτό το ζήτημα.
- Δεν ξεύρω πια τι να πω... Παρά να τρώγουμαι βέβαια, καλύτερα να τον πάρω... Μπρε Αγλαΐα, έχεις το κινητό του; 




Η Μιράντα χάιδευε τρυφερά τα μαλλιά του Τάκη που χουζούρευε στο κρεβάτι. Κάπου μέσα της πίστευε ότι αυτή η σχέση δεν θα είχε τελικά το αίσιο τέλος που περίμενε.
< Αν είναι να τρωγόμαστε συνέχεια με το σόι του, καλύτερα να βρισκόμαστε όποτε μου κάνει κέφι... Θα τον σέρνω από τη μύτη τον κανακάρη σου κυρά-Δέσπω, μέχρι να μαραζώσει! Και τότε εσύ θα πέσεις στα πόδια μου και θα με παρακαλάς για να μη σου πάθει!>
Το κινητό του που χτυπούσε τον έβγαλε από το λήθαργο.
- Καλά είμαι νονά, εσύ τι κάνεις; Τόσο μεγάλη ανάγκη είναι; Καλά, θα έρθω σε μια ώρα περίπου... 
Άστραψαν τα μάτια της Μιράντας! Συγχυσμένη σηκώθηκε απότομα και φόρεσε τη ρόμπα της.
- Τι δουλειά έχεις να τραβιέσαι στης νονάς σου ολόκληρος άντρας, ε; Μόλις σου τηλεφώνησε, εσύ αμέσως έρχομαι; 
- Μα δεν την άκουσα καλά και δε με παίρνει ποτέ σχεδόν στο κινητό αν δεν είναι ανάγκη! Ξένη είναι; 
- Εγώ είμαι ξένη για σένα τελικά! Παιδιά έχει να τρέξουν στις ανάγκες της, όχι να φωνάζει εσένα!
- Κι εγώ παιδί της είμαι, πνευματικό... Την αγαπώ και μ' αγαπάει κι εκείνη πολύ... 
- Ναι, τέτοια να λες εσύ! Στο χαλκά της θα σε κρεμάσει στο τέλος! Κι επειδή φοράει δύο, εγώ να ξέρεις ότι δεν έχω καμία διάθεση να κρεμαστώ στον άλλον!
- Είχα την εντύπωση ότι τη συμπαθούσες...
- Γιατί, μήπως με συμπάθησε αυτή η χοντρέλα; 
Ο Τάκης απογοητεύτηκε και δεν απάντησε. Ντύθηκε βιαστικά κι έφυγε. Ταυτόχρονα η Μιράντα ένιωσε να τη ζώνουν φίδια.
< Κοίτα να δεις που θα θέλει να του μιλήσει για τη μάνα του... Καλού κακού θα φύγω μέχρι να μάθω...>
Η Λίνα κατέβηκε αμέσως μόλις της τηλεφώνησε.
- Τι έγινε πάλι; Μη μου πεις ότι τον έφερες εδώ! Λέγε πριν αρχίσω να ουρλιάζω, έτοιμη είμαι! Πού τηλεφωνείς
- Στις εννέα το πρωί, ε; Κρατήστε μου μια θέση! 
- Θέση; Πού θα πας; Συγκεντρώσου και πες μου γιατί θα γίνει χαμός! 
- Απόψε θα έρθω να κοιμηθώ σε σένα και το πρωί θα φύγω για λίγες μέρες. Μαλώσαμε πάλι με τον Τάκη κι έφυγε νευριασμένος... Αυτός με πήρε και παρακαλούσε να με δει, να μιλήσουμε... Του είπα ότι τελειώσαμε αλλά φοβάμαι μήπως επιστρέψει ξανά και δε θέλω... 

Ο Τάκης άκουγε τη νονά του αποσβολωμένος. 
Η μαμά μου ποτέ δε μου είπε κακό για σένα, ίσα ίσα που πάντα μου έλεγε να έρχομαι να σε βλέπω! Πως τα λες αυτά νονά, ποιος σου είπε τέτοια λόγια ότι ζηλεύει;
- Και χοντρή με τοις χαλκάδες, ακούς; Σάματις εκείνη είναι αδύνατη;
Τα λόγια της Μιράντας που πέρασαν απ' τη σκέψη του, τον  έφεραν σε κατάσταση πανικού! Χαλκάδες, χοντρέλα... Πριν προλάβει να μιλήσει, το κουδούνι χτύπησε επίμονα και μπήκε η Δέσπω έξαλλη! 
- Το ήξευρα που εδώ θα είσαι! Δε ντρέπεσαι μπρε παλιογυναίκα, τσίπα καθόλου δεν έχεις; Φτου σου! 
- Φτου στα μούτρα σου! Εσύ να ντραπείς για όσα με σούρνεις πίσω απέ την πλάτη μου! Επειδής μιλάω με το βαφτισιμιό μου ζουλεύεις; Κακιά αρρώστια είχα απάνω μου τόσα χρόνια με σένανε! Ποιος σε είπε που είναι εδώ το παιδί, η νύφη για η κόρη μου;
Εμ βέβαια, είναι κι αυτές στο κόλπο! Η άλλη πού είναι, μέσα; Αχ! Καλά με τα είπανε και με ανοίξανε τα μάτια που κοιμούμουνα τόσα χρόνια!
- Μάζωξε τον στόμα σου και πρόσεχε τι λέγεις, ακούς; Τα μούτρα κάτου θα σε κατεβάσω! Τα δικά μου μάτια ανοίξανε κι ούλα τα έμαθα που λες για μένανε! 
Ο Τάκης είχε μπει στη μέση και προσπαθούσε να τις χωρίσει πριν πιαστούν απ΄τα μαλλιά.
- Έχω μάρτυρα εγώ! Τα ρεζίλια μας ακουστήκανε και ποιος να πιστέψει ότι η ίδια του η νουνά τον κάμνει πλάτες και με κοροϊδεύει!
- Ποιος είναι ο μάρτυρας μαμά; Προσπάθησε να ηρεμήσεις και πες μας να μάθουμε τι συνέβη!
- Η γλώσσα μου δεμένη είναι γιε μου! Τόσοι παράδες μαζωμένοι μπρε, πού θα τοις βρούμε άμα αρπαχτείτε αναμεταξύ σας, με λες;
- Παράδες; Θα αρπαχτούμε με ποιον; Θα με τρελάνεις βρε μάνα; 
Φωνάζοντας μάνα και νονά κι εξαπολύοντας απειλές η μια στην άλλη, άκρη δεν έβγαινε. Ο Τάκης κοπάνησε την κλειστή πόρτα τόσο δυνατά που τα κλειδιά έπεσαν στο πάτωμα. 
Αίμα έφτυσε μέχρι να καταφέρει ν' ακούσει και τις δύο και τόνισε ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος στο γραφείο ούτε και δανείστηκε ποτέ λεφτά. Άρα αυτή που τηλεφώνησε έλεγε ψέματα. Όταν έφυγε έξαλλος για το σπίτι της Μιράντας με πολύ άγριες διαθέσεις, άφησε τις κουμπάρες να κοιτάζουν η μια την άλλη με μισό μάτι. Τα λόγια ήταν βαριά και δύσκολα πίστευαν ότι είχαν πέσει θύματα σκευωρίας. Πρώτη μίλησε η Σουλτάνα μετά από αρκετή ώρα.
- Και πίστεψες εσύ ότι έκαμνα τέτοιο πράμα; Μπροστά σου την κατηγορούσα και πίσω σου την έκαμνα πλάτες και τοις μάζωχνα εδώ πέρα; Δε ντράπηκες και μόνο που το σκέφτηκες; 
- Κι εσύ πίστεψες που σε κορόιδευα και γλωσσοτρώγω τα παιδιά και τ' αγγόνια σου; Μια ζωή μαζί περάσαμε μπρε, απ' αδερφή μου καλύτερα με στάθηκες! 
- Δε με λες, πού πάει ο Τάκης, σ' αυτή; Ούλο για τα σκουλαρίκια μου και τα πάχυτά μου μ' αρώταγε κι ηγινούτανε θεριό ανήμερο, αυτά που τον είπα που με είπε που λέγεις εσύ... 
- Να σε πω... Δουλειά δικιά της ητανάνε, αυτό λέγω εγώ... Επειδής μπήκα εμπόδιο τα έκαμε να διεις... Σε λέγει, μήτε η μάνα με θέλει, μήτε η νουνά του που με είδε. Κι άμα επήγα στη μαμά της και γίνηκε το σώσε μετά, γιατί σίγουρα γίνηκε, μας έκαμε αυτή μαλλιά κουβάρια!  Κακό χρόνο και μαύρο να έχει! 
Αδικιορισμένη! Καταραμένη! Σιχαμένη! Κάτσε να βγάλω ένα γλυκό να μας φύγει η πίκρα, να πιούμε κι ένα κονιάκ να μερέψουμε κομμάτι... 

Η γειτονιά σηκώθηκε στο πόδι ξημερώματα Δευτέρας από την οργή του Τάκη. Φώναζε και πετούσε πέτρες στα κλειστά παντζούρια, όσο οι δυο αδερφές έτρεμαν από ντροπή και  φόβο. Ο άντρας της Λίνας αφού έστησε μεγάλο καβγά με την κουνιάδα και τη γυναίκα του, αποφάσισε να του ανοίξει.
- Αν δε μιλήσουμε, θα βγει ο ήλιος κι ακόμα θα φωνάζει, ακούτε; Εσύ κοίτα να φύγεις όσο θα τον απασχολώ! 
Κατέβηκε με τις πυτζάμες και τον πέρασε στο άδειο σπίτι της Μιράντας.
- Ψάξε όπου θέλεις, δεν είναι εδώ σου λέω! Έφυγε από νωρίς, λείπαμε και δεν ξέρουμε πότε θα γυρίσει. Κάτι είχε πει για μια εκδρομή, θα κατέβει κι η Λίνα τώρα...
- Κι εσείς πως μπαίνετε στο σπίτι της έτσι, ε;
- Μας άφησε το κλειδί για να ποτίζουμε τις γλάστρες. Το ίδιο κάνουμε κι εμείς όταν πάμε κάπου. Ταξιδεύουμε συχνά με τη γυναίκα μου... 
Η Μιράντα πατώντας στα νύχια βγήκε κι έκλεισε την πόρτα απαλά. Θα έμενε στης Γιαννούλας για ασφάλεια, μέχρι την ώρα που θα κατέβαινε στο λιμάνι. 
Το ζευγάρι προσπάθησε να ηρεμήσει τον Τάκη που τους είπε ό,τι επιπλέον συνέβη. Η Λίνα κατακόκκινη προσπάθησε να δικαιολογήσει την αδερφή της, λέγοντάς του ότι δεν τηλεφώνησε εκείνη, αλλά κάποια φίλη ή συγγενής που δεν ήθελε αυτή τη σχέση και προσπάθησε να την ενοχοποιήσει. Έτσι κι αλλιώς αυτός ο δεσμός δημιούργησε πολλά προβλήματα και θα ήταν καλύτερα να τραβήξει καθένας το δρόμο του. Λίγο μετά τις δέκα το πρωί, τηλεφώνησε εξαγριωμένη στην αδερφή της και την έβρισε.
Η Μιράντα την άκουσε όχι πάνω από ένα λεπτό κι απενεργοποίησε το κινητό της. Ρούφηξε μια γουλιά καφέ με το καλαμάκι και κάρφωσε τα μάτια της στο γελαστό πρόσωπο του νεαρού Χιώτη καπετάνιου.
- Λοιπόν, αφού πρώτα μου βρεις ένα καλό δωμάτιο, θα με ξεναγήσεις στο νησί σου; 






Σπετσέρης - Φαρμακοποιός

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Η Εκδίκηση




- Γιαννούλα, τα παιδιά έφαγαν;
- Μάλιστα κυρία Εριέττα! Η Λίνα ζήτησε και δεύτερο πιάτο, όλο το έφαγε!
- Ωραία, μπράβο! Μαγειρεύεις τόσο νόστιμα φαγητά... Καλή και άξια είσαι, οι κόρες μου σε λατρεύουν!

- Κι εγώ τις αγαπώ πολύ! Δε βλέπω την ώρα να τις πάρω αγκαλιά... 
Η μελαγχολία στα μάτια της δεν άφησε ασυγκίνητη την Εριέττα. Λαχταρούσε να έχει στην αγκαλιά της τα δικά της παιδιά κι αυτό ήταν αγκάθι στην καρδιά.

- Γιαννούλα έλα εδώ, κάθισε κοντά μου να μιλήσουμε. Πόσα χρόνια είσαι παντρεμένη είπες;
- Τρία...
- Κι αφού δεν ήρθε το παιδάκι που τόσο θες, δεν πήγες σε κάποιο γιατρό να δεις μήπως συμβαίνει κάτι;
- Δεν ήθελε ο άντρας μου να πάω... Λέει ότι δεν χρειάζεται να στεναχωρεθώ αν κάτι μου πει ο γιατρός επειδή σίγουρα κάτι έχω... Αν έρθει έχει καλώς, αν όχι...
- Μιλάς σοβαρά; Και πού ξέρει ο άντρας σου ότι θα σου πει πως δεν κάνεις παιδί; Αυτό μου φαίνεται πολύ παράξενο...

- Μα... Τρία χρόνια κι ακόμα τίποτα, άρα κάτι έχω και δεν πιάνω...
- Αυτό το κάτι που μπορεί να έχεις ίσως διορθώνεται! Ούτε η πρώτη είσαι, ούτε η τελευταία! Αλλά η συμπεριφορά του συζύγου σου καθόλου δε μου αρέσει! Λοιπόν, αύριο το απόγευμα θα σε πάω στο δικό μου γιατρό, να δούμε τι θα μας πει! Και θα σε παρακαλέσω να μη πεις τίποτα σε κανέναν, εντάξει;

Κράτησε την υπόσχεσή της η Γιαννούλα. Έβαλε το φαγητό στη φωτιά για την επόμενη μέρα και ζέστανε νερό για να μουλιάσει τα ρούχα που είχε πετάξει ο άντρας της πάνω στο κρεβάτι. Μύριζαν καπνό, αλκοόλ και είχαν λεκέδες. Το γυναικείο κοκκινάδι στη μπλούζα του της έφερε ζάλη και πανικό...

- Έλα Παναγία μου! Με γυναίκα ήταν; Έχει γούστο να...
Η σκέψη που καρφώθηκε στο μυαλό της έφερε ταραχή μεγαλύτερη. Μήπως λαχταρούσε παιδί κι αφού δεν έκανε μαζί της έψαχνε για κάποια άλλη καρπερή;

Ο άντρας της γύρισε όπως πάντα περασμένα μεσάνυχτα και τη βρήκε στην κουζίνα. 
- Με ποιους ήσουν; Μάλλον με ποια; Τα σημάδια της είναι στη μπλούζα σου, ορίστε!

Αρνήθηκε να συζητήσει. Σάλτσα από κοκκινιστό στην ταβέρνα του έπεσε  και λερώθηκε. Ούτε το φτηνό άρωμα που μύριζε το σακάκι του ήταν πονηρό... 
Η Εριέττα τακτοποίησε το κρεβάτι της άρρωστης μητέρας της κι αφού βεβαιώθηκε ότι δε χρειαζόταν κάτι άλλο τη φίλησε κι ετοιμάστηκε να φύγει. 

Μεγάλης ηλικίας η κυρία Μιράντα, αλλά με μυαλό κοφτερό και διαυγές, έλυνε κι έδενε σε ό,τι πρόβλημα παρουσιαζόταν. 
- Όταν τελειώσετε με το γιατρό να μου τηλεφωνήσεις. Πολύ καλά έπραξες για την καημένη την κοπέλα παιδί μου. Κάτι μου λέει ότι θα τη βρει εντάξει... 
Κατακόκκινη από ντροπή η Γιαννούλα, ντύθηκε γρήγορα και πέρασε στο γραφείο του γιατρού. Η Εριέττα αδημονούσε...

- Δεν είδα κάτι ανησυχητικό. Και το σημαντικό είναι ότι έχει ωορρηξία, θα μπορούσε να συλλάβει σήμερα! Θα της γράψω κάποιες εξετάσεις να κάνει για να είμαστε απολύτως σίγουροι ότι δεν έχει κανένα απολύτως πρόβλημα η νεαρή μας κυρία! 

Η χαρά ζωγραφίστηκε στα πρόσωπά τους. Κι όταν οι εξετάσεις δικαίωσαν το γιατρό, η Εριέττα του μίλησε ιδιαιτέρως. 
  - Γιαννούλα, πρέπει να του τα πεις! Είναι σχεδόν σίγουρο ότι ο άντρας σου έχει πρόβλημα. Δυστυχώς όταν κάποιο ζευγάρι δεν κάνει παιδί, πέφτει η ευθύνη στη γυναίκα. Να όμως που δεν είναι σωστό αυτό. Υπάρχει πιθανότητα να έχει κολλήσει κάποια αρρώστια τόσα χρόνια στα λιμάνια ή να έχει πρόβλημα οργανικό. Αυτό, μόνο ο γιατρός θα το πει... 

- Δε μπορώ να του το πω... Φοβάμαι, δεν ξέρω πως θα το πάρει... Είναι και κάτι άλλο που ανακάλυψα και δεν σας το έχω πει... 
Έξαλλη η Εριέττα ύψωσε τον τόνο της φωνής της.
- Αυτό μόνο του έλειπε! Αντί να φοβάται μήπως χάσει εσένα που είσαι μια χαρά κοπέλα, πολύ μικρότερη και κακοπερνάς μαζί του, γυρίζει τα μάτια του σε άλλες; Κοίτα, το μέσα δωμάτιο που ξεκουράζεσαι περιμένει να σε φιλοξενήσει! Να τον παρατήσεις τώρα, μη σου φάει τη ζωή! 

Απαράδεκτο για τη μικρή κοπέλα. Να φύγει από το σπίτι της, τον άντρα που παντρεύτηκε; Ούτε σαν σκέψη δεν περνούσε απ΄το μυαλό της... 
  Η μάνα της έφτασε αγχωμένη Παρασκευή βράδυ στην Αθήνα, συνοδεύοντας την αδερφή και τον ανιψιό της που έσπασε το χέρι του. Η Γιαννούλα έτρεξε στο νοσοκομείο να συμπαρασταθεί. Η μητέρα της πήγε στο σπίτι της το πρωινό του Σαββάτου, ξενυχτισμένη και ταλαιπωρημένη. Ξάπλωσε στο ντιβάνι που είχε στριμωγμένο στην κουζίνα και κοιμήθηκε λίγες ώρες.

Η Γιαννούλα φεύγοντας από της Εριέττας, πήγε μαζί της πάλι στο νοσοκομείο κι αφού βεβαιώθηκαν ότι ήταν καλά ο μικρός της ξάδερφος κάθισαν στον κήπο να ξεκουραστούν.

Της μίλησε για το γιατρό, τις εξετάσεις και τα βάσανά της με δάκρυα στα μάτια.
- Παιδάκι μου! Γλώσσα μέσα δε βάζει η πεθερά σου και μου καρφώνει μαχαίρια στην καρδιά... Το γιο της να κοιτάξει, όχι να λέει εσένα άχρηστη! Να είναι καλά η εξαιρετική κυρία που σε νοιάζεται, χίλια χρόνια να της δίνει ο Θεός κι όλα τα καλά! Κι εσύ βρε κόρη μου γιατί δεν του μιλάς;

- Φοβάμαι μάνα... Πίνει, γυρίζει όλη μέρα, μεροκάματο αργά και πού κάνει στις επισκευές... Δε με χτυπάει άμα έρχεται, μα είναι θολωμένος και βρίζει πολλές φορές...
- Αυτό του έλειπε, να σηκώσει χέρι πάνω σου! Θα του τα κόψω και τα δυο! Άσε βρε κόρη μου, θα του μιλήσω εγώ κι άμα τολμάει ας μου πει κουβέντα! 

Κουβέντα να πει δεν τόλμησε. Όμως δεν έμεινε τίποτα όρθιο στο σπίτι. Ούτε πιάτο, ούτε ποτήρι, ούτε τζάμι... Όταν η μάνα έφυγε, αποφάσισε να του μιλήσει ήρεμα.

- Ανθρώπινα είναι όλα. Παράπονο δεν έχω, ποτέ δε μου είπες για παιδί εσύ. Η μάνα σου και το σόι σου όμως μ' έχουν κάνει βούκινο στο χωριό. Κανείς δε θα μάθει τίποτα αν πας στο γιατρό, να δεις που θα φτιάξουν όλα αν κάνουμε παιδάκι! Θα μπεις και σε μια σειρά, να σε βλέπει λίγο και το σπίτι σου... Δεν είναι ζωή αυτή, δεν αντέχω άλλο! Κι αν δεν είναι τυχερό να κάνουμε δε με νοιάζει, σε παντρεύτηκα γιατί ήθελα να ζήσω μαζί σου επειδή σ' αγάπησα, όχι για τους απογόνους... 

Στο γιατρό δεν πήγε. Βρήκε όμως αμέσως καράβι κι έφυγε...  


Τα χρόνια πέρασαν δύσκολα. Εκείνος εξακολουθούσε να κάνει την ίδια ζωή, μεθοκοπώντας και γυρίζοντας με γυναίκες. Όταν το χέρι του έπεσε με δύναμη στο πρόσωπό της επειδή του παραπονέθηκε, η Εριέττα δεν την άφησε να γυρίσει στο σπίτι της εκείνο το απόγευμα. Εκείνος φώναξε, απείλησε, έβρισε, μέχρι που τον μάζεψε το περιπολικό... 

Το κίτρινο χρώμα στα μάτια του πρόδιδε το πρόβλημα στο συκώτι του. Όταν άδειαζαν τα μπουκάλια με τα βαριά ποτά, έπινε σκέτο οινόπνευμα. Η Γιαννούλα ξενυχτούσε στο νοσοκομείο που οι γιατροί μετρούσαν τις μέρες του. Η πεθερά της την κοιτούσε με μισό μάτι και τον έκλαψε σπαρακτικά όταν έφυγε απ' τη ζωή... 

- Είναι πράματα αυτά, τι μυαλά κουμαντάρεις; Στο χωριό έπρεπε να τον πάμε κι εσύ να ερχόσουν κοντά του, στη μάνα σου να έμενες! Ο γιος μου σ' έφερε στην Αθήνα και καλόμαθες! Αφού έφυγε, πίσω μαζί του ήταν η θέση σου! Πού ακούστηκε τέτοιο πράμα, ε; Να μην έχω το παιδάκι μου στον τόπο μας κι εσύ σα χήρα του να δίνεις το καλό παράδειγμα; 

- Δε μπορώ να γυρίσω πίσω μάνα... Εδώ δουλεύω και βγάζω το ψωμί μου τόσα χρόνια... Απ' αυτά τα λεφτουδάκια μου ζούσε κι ο γιος σου και το ξέρεις καλά. Τη δραχμή του μόνο τον πρώτο χρόνο την είδα, σκάλες σφουγγάριζα, γραφεία και σπίτια καθάριζα, βασανισμένη είμαι! Και να πω ότι στεκόταν στο σπίτι, χαλάλι του! Τα ξημερώματα μαζευόταν και παραπατούσε, φιλενάδες είχε... Άσχημη ζωή έκανε κι έφαγε το κεφάλι του! Οι γονείς μου τα φέρνουνε δύσκολα βόλτα, μεροκάματο στο χωριό πού θα βρω, μου λες; 

- Δικαιολογίες! Εδώ θα κάνεις τη ζωούλα σου μια χαρά, θα πετάξεις και τα μαύρα και θα βρεις άλλο να πάρεις! 
- Ντροπή σου συμπεθέρα! Μέτρα τα λόγια σου πριν μιλήσεις για το κορίτσι μου, ακούς; Εσύ κλαις το γιο που έχασες κι εγώ έκλαιγα το παιδί μου ζωντανό για τα βάσανά του!
Η Εριέττα άρπαξε κυριολεκτικά τη μαυροντυμένη Γιαννούλα και τους δικούς της και τους έβαλε στο αυτοκίνητο. 
- Στο σπίτι σας θα μπεις να πάρεις δυο πραγματάκια, θα παραδώσεις τα κλειδιά στην ιδιοκτήτρια και δε θα ξαναπατήσεις, ακούς; Το δωμάτιο σε περιμένει! 

Περιποιήθηκε τους γονείς και τον αδερφό της που θα επέστρεφαν αυθημερόν στο χωριό.
- Δεν αξίζει ούτε ένα δάκρυ! Η παρδαλή που ήταν στην κηδεία κι οι φίλοι του τα ρεμάλια να συμπαρασταθούν στη μάνα του! Αυτοί ήταν η οικογένειά του, όχι εσύ! Ας έρχεται όποτε θέλει να κλαίει στο μνήμα του παιδιού της! Είδες και το ευχαριστώ της που τον ανέχτηκες τόσα χρόνια, ε; Αντί να σε κάνει εικόνισμα και να σε προσκυνάει, σου ζητούσε και τα ρέστα!  Αυτός τη γλεντούσε τη ζωούλα του όπως ήθελε κι εσύ μαράζωνες μέσα στη μούχλα και την υγρασία! Καλύτερα που θάφτηκε εδώ, να μην είσαι υποχρεωμένη να πηγαίνεις στο χωριό... 

Καθημερινά πήγαινε στο μνήμα του τις πρώτες μέρες. Η πεθερά της έμεινε σε μια συγγενή μέχρι τα εννιάμερα, δεν άντεχε το σπίτι που ζούσε το παιδί της. Νύφη και πεθερά δεν αντάλλαζαν πλέον ούτε μια λέξη. Στο σαρανταήμερο μαζεύτηκαν πάλι αλλά η μάνα του έκανε μνημόσυνο και στο χωριό... 

Ένα μικρό διαμερισματάκι έπιασε μετά από δυο μήνες. Λίγα πράγματα στην αρχή, ίσα να στήσει το νέο της νοικοκυριό. Περνούσε καλά στης Εριέττας, ήθελε όμως το δικό της σπιτικό. Όλη η οικογένεια της συμπαραστάθηκε κι όταν άλλαξαν κάποια έπιπλα το γέμισε με ωραία και καλά πράγματα. Οι γονείς της χαρούμενοι που ζούσε το παιδί τους ανθρώπινα, δεν έλεγαν τίποτα σε κανέναν. Όσες φορές έρχονταν να τη δουν, έφερναν φρέσκα αυγά για τα κορίτσια, λαχανικά και φρούτα. Το σπίτι της είχε καλοριφέρ ακόμα και στο μπάνιο κι από τις βρύσες έτρεχε ζεστό νερό. Η Γιαννούλα γύριζε πάντα ευχαριστημένη και με τα χέρια γεμάτα. Και τρόφιμα και ρούχα καλά κι ακριβά που η Εριέττα και ο Λέανδρος δεν πολυφορούσαν. Έτσι είναι οι εύποροι άνθρωποι, δε μπορεί να εμφανίζονται με τα ίδια στις συγκεντρώσεις που τους καλούσαν... 

- Μαμά, κοίτα αυτό το παλτό! Μπαμπά, δες κουστούμι! Ολόμαλλα εγγλέζικα υφάσματα! Τα πουλόβερ στον αδερφό μου να τα δώσετε, να μη κρυώνει άμα βγαίνει βόλτα!

- Πω πω πω! Τέτοια καλά πράματα πρώτη φορά βλέπω! Να με δει η συμπεθέρα με τη γούνα στο γιακά, δε θα μαζεύει τη γλώσσα της! Να βάλει κι ο πατέρας σου το κουστούμι και να πάμε στην εκκλησία την Κυριακή που γιορτάζει του Άγιου Νικολάου και θα είναι μαζεμένοι όλοι! Θα βγει ο αδερφός σου με την αρρεβωνιάρα του και θα είναι πολύ όμορφος!  Και το ταγέρ παιδάκι μου, το κόντυνα λιγάκι να το έχω έτοιμο για το γάμο... Τα παπούτσια μ' ένα πάτο μια χαρά μου ήρθανε, μαλακό δέρμα και πολύ καλό είναι! Μόλις γίνει ο χρόνος θα περάσουνε τις βέρες για να έρθεις κι εσύ και μετά θα ετοιμαστούμε για τα στέφανα... Άσπρο μαντίλι στο λαιμό να βάλεις, μη το ξεχάσεις! Αυτές τις ώρες πρέπει να σπάει το πένθος... 



Η Λίνα κι η Μιράντα πήγαν μαζί της. Οι γονείς τους ήταν καλεσμένοι στο εξοχικό της οικογενείας Καραντίνη κι επειδή δεν ήθελαν να την αποχωριστούν πέταξαν από τη χαρά τους όταν το πρότεινε. Δεκαπέντε χρονών η μεγάλη, δεκατριών η μικρή, πέρασαν όλη τη μέρα πειράζοντας τις κοτούλες που έτρεχαν τρομαγμένες τινάζοντας τα φτερά τους.

Η πεθερά της στημένη από το πρωί πίσω απ' το παράθυρο της αδερφής της που ήταν στην άκρη του δρόμου, παρακολουθούσε τις κινήσεις τους. Όταν βγήκε η οικογένεια με τα δώρα για το σπίτι της νύφης, άστραψε το μάτι της! Η Γιαννούλα με τη βελούδινη μακριά φούστα και το εφαρμοστό στενό σακάκι, τις αέρινες λεπτές μαύρες κάλτσες, τα ψηλοτάκουνα παπούτσια και τα κορίτσια γελαστά και καλοντυμένα να τη συνοδεύουν, ήταν μια εικόνα που δεν άντεχε. 

- Ορίστε χάλια! Χήρα μες στο λούσο ήρθε, σούρνει και τις άλλες μαζί της! Πού είναι το μαντίλι της το μαύρο στο κεφάλι; Το φορούσε όταν ήρθε και το πέταξε μετά!

- Μα πάει ν' αρρεβωνιάσει τον αδερφό της, μην είσαι κι εσύ παράλογη! Με το μαντίλι θα πήγαινε στις χαρές του, εσύ θα το έκανες αυτό;
- Γαμπρό για τα μούτρα της πάει να βρει πες καλύτερα! Τα ξένα παιδιά έκανε φαμίλια της, δεν ήτανε άξια να κάνει παιδί δικό της, να έχω κι εγώ έστω ένα εγγόνι απ' το γιο μου!

Την πήρε στην Αθήνα και την έκανε κυρία! Δες τα συμπεθεριά ντύσιμο! Άμα η κόρη τους δεν έπαιρνε το παιδί μου, θα βλέπανε τόσα μεγαλεία; 
  Σούσουρο στο χωριό... Πόρτα δεν άφησε η πεθερά που να μη χτυπήσει με κάποια δικαιολογία για να κατηγορήσει τη νύφη της. Ο γιος της είχε πολλά λεφτά στην άκρη απ' τη δούλεψή του κι η γυναίκα του έκανε στα πλούσια τη μεγάλη ζωή... Τα ίδια είπε κι όταν έγινε ο γάμος, αν και η Γιαννούλα σεμνή και σοβαρή δεν παρευρέθηκε στο γλέντι.

- Φρέσκια χήρα δυο χρόνια είμαι ακόμα, δεν κάνει... Να ζήσετε σαν τα ψηλά βουνά! 
Ήρεμα πέρασε τα υπόλοιπα χρόνια. Μάτια δε σήκωσε να δει άλλον άντρα, αν και άρεσε σε πολλούς και θα μπορούσε να κάνει μια νέα αρχή. Αφοσιωμένη στην οικογένεια που την είχε αγκαλιάσει, περνούσε τις περισσότερες ώρες της μέρας. Η Εριέττα πάντα πολυάσχολη και κοσμική, ήξερε πως το σπίτι της λειτουργούσε θαυμάσια χάρη στην αξιοσύνη της Γιαννούλας. Μεγάλωσε και τους δυο γιους της Λίνας που είχε καλοπαντρευτεί και τους καμάρωνε. Η Μιράντα που μόνο το όνομα είχε κληρονομήσει από την αρχοντική γιαγιά της, ήταν ζωηρή κι ατίθαση από μικρή. Καημό είχε να τη δει νυφούλα, όμως εκείνη προτιμούσε να γυρίζει με τις παρέες της και να σχετίζεται με ομορφόπαιδα για λίγους μόνο μήνες. Όσα ήξερε εκείνη, δεν τα ήξερε η μητέρα της...  



- Πού ταξιδεύει το μυαλό σου βρε Γιαννούλα; Άδικο έχω σε όσα σου είπα;
 - Άδικο έχεις βέβαια! Επειδή εγώ πήρα άντρα μεγαλύτερο και βγήκε σκάρτος, πρέπει εσύ να βάλεις στο νου σου ότι θα πάρεις το παιδαρέλι; Είδες τα αποτελέσματα, μαλλιά κουβάρια γίναμε όλοι.. Άστα να πάνε στην ευχή και να ξεχαστούνε βρε παιδάκι μου, ό,τι έγινε έγινε! 
- Δε με ξέρεις καλά! Αυτό που έκανε η μάνα του θα μου το πληρώσει ακριβά, άνω κάτω θα την κάνω!
- Ξεροκέφαλη και πεισματάρα μια ζωή είσαι! Κάτσε στ' αυγά σου και μη κάνεις τίποτα!

- Δεν είμαι κλώσα για να κάτσω πάνω τους! Άντε, φεύγω τώρα, αύριο θα έρθω να δω τη μαμά... 
 Η Δέσπω δεν έκλεισε μάτι όλη τη νύχτα. Από τη μια είχε αγωνία για το γιο της κι απ΄την άλλη το τηλέφωνο που χτυπούσε κι όταν σήκωνε το ακουστικό έκλεινε, της είχε σπάσει τα νεύρα. Ξημερώματα γύρισε ο Τάκης κι όπως την είχε συμβουλεύσει η Σουλτάνα έκανε ότι κοιμόταν και δεν του είπε τίποτα... 
- Καλημέρα γιόκα μου! Έλα σήκω, το καφεδάκι σου είναι έτοιμο! Τον κιμά τσιγαρίζω να ψήσω μελιτζάνες παπουτσάκια που σε αρέσουνε πασά μου! 
Δυο γουλιές καφέ ήπιε αμίλητος κι έφυγε για το γραφείο. Η Δέσπω γύρισε το φλιτζανάκι και μέχρι να στεγνώσει τηλεφώνησε στην κουμπάρα της.
- Κακό χρόνο να 'χει, θα με τον μαραζώσει το γιο μου! Ξάγρυπνος και νηστικός έφυε, πού να γύρναγε όλη νύχτα το παιδί μου; 
Νυσταγμένη ακόμα η Σουλτάνα, της απαντούσε μηχανικά. 
- Θα τον περάσει μπρε, μη σεκλετίζεσαι! Το θέμα είναι να καταλάβει που τον έστησε παγίδα αυτή κι άμα χάνει ο άντρας την εμπιστοσύνη του χαλνάει το πράμα... Θαρρείς που κι εγώ έκλεισα μάτι; Η αγωνία μ΄ έτρωε! Α! Κι εσένα χτύπαε το τελέφωνο; Ναι, ναι, δυο φορές κι εμένα χτύπησε και με το κλείσανε! Μπρε συ, άμα ήτουνε αυτή και τον ήψαχνε, σε μένανε γιατί να τελεφωνάει; Και πού ξεύρει τον αριθμό μου και στο σπίτι μου ο Τάκης γιατί να ερχούτανε, μωρό είναι για; 

 Οι μελιτζάνες χαραγμένες προσεκτικά και περασμένες από το τηγάνι, είχαν γεμίσει με τον καβουρδισμένο με πολλά μπαχαρικά και κρεμμύδια κιμά κι η πηχτή μπεσαμέλ απλώθηκε πάνω τους. Μόλις έβαλε το ταψί στο φούρνο, το τηλέφωνο χτύπησε κι η καρδιά της Δέσπως φτερούγισε. 
Η γυναικεία ευγενική φωνή που της μίλησε την έκανε να χάσει σχεδόν τις αισθήσεις της.
- Γνωρίζω τα προβλήματα που έχετε με το γιο σας κυρία Δέσπω. Ο δικός μου γιος είναι φίλος του κι από αυτόν τα έμαθα όλα. Όχι, δεν τον έχετε γνωρίσει, συνεργάτες στη δουλειά είναι. Κι ένα μεγάλο ποσό όταν χρειάστηκε ο Τάκης για να κάνει ένα άνοιγμα, ο δικός μου τον δάνεισε και του είπε να τον εξοφλήσει σιγά σιγά. Δική του εταιρεία σκέφτηκε να κάνει! Τα λένε καθημερινά στο γραφείο, ναι!  Υπεύθυνη για όλα είναι η νονά του, αυτό να ξέρετε... Καλούσε το ζευγάρι στο σπίτι της και είπε στη Μιράντα ότι θα τους παντρέψει και θα προσπαθούσε να πείσει κι εσάς. Η συγκεκριμένη κοπέλα δεν είχε σκοπό να προχωρήσει με το γιο σας, μια απλή γνωριμία είχαν, όμως η κυρία Σουλτάνα την έπεισε ότι θα ήταν ένα πολύ ταιριαστό ζευγάρι. Της άρεσε μάλλον να μπει στην οικογένεια μια νύφη με τρανταχτή προίκα και όνομα καλό... Ό,τι κι αν σας λέει να μη πιστεύεται τίποτα, είναι διπρόσωπη! Και καλύτερα να μη πείτε ότι ξέρετε ούτε στο γιο σας, γιατί θα καταλάβει από πού τα μάθατε κι όπως καταλαβαίνεται δεν πρέπει... Εσείς, μια κυρία καθώς πρέπει, νοικοκυρεμένη, δεν επιτρέπεται να πέφτετε θύμα. Γελάει πίσω από την πλάτη σας και χθες τους είχε στο σπίτι της...



Η Σουλτάνα σηκώθηκε βαριεστημένη να ψήσει δεύτερο καφέ.
- Μπα σε καλό μου σήμερα, δε λέει ν΄ ανοίξει το μάτι μου... Ωραία νύχτα περάσαμε... Τώρα μπρε κι εσύ ντρουν και ντρουν, θα σε σηκώσω! Η Δέσπω θα είναι, να με πει τι γένεται...
Η ίδια φωνή της μίλησε ευγενικά και γλυκά.
- Σας ζητώ συγγνώμη κυρία Σουλτάνα, δε γνωριζόμαστε προσωπικά. Ο γιος μου είναι συνάδελφος με τον Τάκη, το βαφτισιμιό σας...
- Παναγία μου! Έπαθε κάτι το γιαβρί μου; 
- Όχι, μην ανησυχείτε, καλά είναι. Θα ήθελα να σας μιλήσω εμπιστευτικά για τη Δέσπω, την κουμπάρα σας. Είναι κρίμα να σας κατηγορεί στο γιο της και να μην έχει καλή γνώμη για τη νονά του. Ναι, ναι, η Δέσπω! Τα έμαθα από το παιδί μου, που συζητάει κάθε μέρα με τον Τάκη. Σας ζηλεύει πολύ μαντάμ κι εσάς και τα παιδιά σας. Κι επειδή ο γιος σας παντρεύτηκε και σας χάρισε και δυο εγγόνια, η άλλη έχει λυσσάξει! Καλύτερος είναι ο γιος της χοντρής με τους χαλκάδες στ΄αυτιά που γλώσσα δε βάζει όλη μέρα και πασαλείβεται με μπογιές; Αυτός πήρε κοπέλα μικρή κι έχει να καμαρώνει αυτή και να μας κοροϊδεύει; Ο δικός μου είναι πιο όμορφος και θέλει να παντρευτεί μεγαλύτερη, αυτά λέει... Και ξέρετε καλά, ότι η ζήλια είναι πολύ κακό πράγμα, το μάτι της το έχει συνέχεια πάνω σας και σας καταριέται... Μόνο σας παρακαλώ μη με εκθέσετε, γιατί θα πεισμώσει η κουμπάρα σας και μπορεί να σας κάνει μεγάλο κακό, πολύ μεγάλο! 
Η γραμμή έκλεισε κι η Σουλτάνα εμβρόντητη κρατούσε τρέμοντας το ακουστικό.
- Χάνομαι... Χριστέ μου, βοήθα με! Πάει, θα με στρίψει σήμερα!