.

.
.

Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

Μαγείρισσες της καρδιάς!



- Αν είσαι ένα αστέριιιιιιι που φως θα φέρειιιιι στην άδεια μου ζωηηηηηηή... 
Τραγουδούσε έξω φωνή η Μαρία χτυπώντας αβγολέμονο για τους λαχανοντολμάδες. Πρόσθεσε το ζεστό ζουμάκι σιγά σιγά και ρίχνοντάς το στην κατσαρόλα προσεκτικά του έστελνε φιλάκια για να μην κόψει. 
- 'Ετοιμα! Ας ψήσω κι ένα καφεδάκι τώρα, μέχρι να έρθουν τα παιδιά να φάμε... 
Το τηλέφωνο χτύπησε την ώρα που φούσκωνε το παχύ καϊμάκι. Ήταν η φίλη της η Έλενα, μια όμορφη, ναζιάρα και τσαχπίνα κοπέλα που επικοινωνούσαν καθημερινά.
- Τι μαγείρεψες σήμερα Ελενάκι;
- Α! Ψήνω στήθη κοτόπουλου ποτισμένα με υπέροχη σάλτσα από χυμό πορτοκάλι και μαρμελάδα βερίκοκο!
Η Μαρία λίγο ακόμα και θα πνιγόταν με τον καφέ. Τόσα χρόνια φίλες κι όμως εξακολουθούσε να την εκπλήσσει με τις εξαιρετικές αλλά πρωτότυπες συνταγές της. Από τα εξωτικά φαγητά που μαγείρευε και ξετρέλαινε το σύζυγο, τα παιδιά, τους συγγενείς και όλους τους φίλους της, ασφαλώς προτιμούσε ένα πιάτο καλοψημένα παϊδάκια στα κάρβουνα με μπόλικες τραγανές τηγανητές πατατούλες...
- Μαρία μ' ακούς;
- Ναι, ναι, σ' ακούω, απλά μου ήρθε κάπως το φαΐ σου... 
- Καλά, αν το δοκιμάσεις θα γλύφεσαι μια βδομάδα από τη νοστιμιά του! Η μαγειρική θέλει τόλμη, θέλει πειραματισμούς! Κι εγώ Μαράκι μου υποκλίνομαι στα παραδοσιακά μας φαγητά, λατρεύω όμως και τις πρωτότυπες γεύσεις! Σκέψου τα καλά εστιατόρια που τις προσφέρουν πόσο κόσμο μαζεύουν! 
- Αν εγώ πιω το χυμό πορτοκάλι κι αλείψω τη μαρμελάδα βερίκοκο σε βουτυρωμένη φέτα φρέσκου ψωμιού;​
​- Τότε θα φας ένα συνηθισμένο κοκκινιστό κοτόπουλο ή ψητό ή λεμονάτο ή βραστό... Καμία αλλαγή, καμία γκουρμεδιά... Εσύ τι καλό μαγείρεψες;
Λαχανοντολμάδες!
Μμμμμ! Να είχα ένα πιάτο τώρα... Ήταν ανάγκη να μένουμε τόσο μακριά; Για πες κάνα νέο βρε!
Η Μαρία βολεύτηκε καλύτερα στην καρέκλα απολαμβάνοντας ακόμα μια γουλιά καφέ.
- Ησυχία, όπως τα ξέρεις... Θα σ' έπαιρνα και με πρόλαβες, μίλησα με τα κορίτσια.  Λέμε να βρεθούμε, όχι όλες βέβαια, δε μπορούν...
Η Έλενα ενθουσιάστηκε! Το παιδικό γλυκό της προσωπάκι έλαμψε από χαρά!
- Ωραία! Και για πού λέτε; 
- Δεν είπαμε κάπου συγκεκριμένα, εσύ πού προτιμάς; 
- Έχει ένα κινέζικο στη...
Όχιιιιιιι! Δεν είπαμε για φαγητό, να πάμε για καφεδάκι να λιαστούμε!
- Καλά, ο,τι πείτε...
Ένας αναστεναγμός ανακούφισης βγήκε από τα σωθικά της.
<Ευτυχώς, τη γλύτωσα! Σκέψου να μας τράβαγε για ρύζι στον ατμό, κοτόπουλο με ανανά, φύκια και ρίζες μπαμπού...> 

 Όταν μαζεύονταν όλες οι φίλες, ήταν ένα μπουκέτο ομορφιάς, καλοσύνης, κεφιού κι αισιοδοξίας! 
Το παραλιακό μαγαζί έσφυζε από ζωντάνια και χαρούμενα γέλια. Αγκαλιές, φιλιά, αστεία, πειράγματα κι οι καφέδες σε παράταξη.
Οι σερβιτόροι τις έτρωγαν με τα μάτια τους! Κάθε μια τους ήταν διαφορετική αλλά όμορφες κι ενδιαφέρουσες όλες!
Καλλιτεχνική φύση η κούκλα Μέτη! Με φυσική ομορφιά και χάρη περισσή λες και ξεπήδησε από σελίδα περιοδικού, κρατούσε τη φωτογραφική μηχανή κι απαθανάτιζε τους ανθρώπους μοναδικά σε όλες τις χαρούμενες στιγμές τους! Μοίρασε σε όλες δωράκια φτιαγμένα από τα χέρια της και γέμισε η ψυχή της χαρά με τα επιφωνήματα θαυμασμού!
Σαν αρχαιοελληνικό άγαλμα η Βάσια! Με μαύρα μαλλιά πυκνά και σγουρά, κορμοστασιά στητή, γελούσε εγκάρδια με τα αστεία των κοριτσιών.
Η λεπτή ομορφιά και η γλυκύτητα της Ειρήνης, παρέπεμπε σε ηρωίδα του Ξενόπουλου! Χαμηλών τόνων, με φωνούλα απαλή, καθόλου φασαριόζα και σαματατζού, έδινε τη συνταγή για τη χορτόπιτα που θα έφτιαχνε την επόμενη μέρα. Τη ζήτησαν ο σύζυγος και η κόρη της κι εκείνη όπως πάντα φρόντιζε να τους ευχαριστήσει.
Σπίρτο η Βιβή! Πιο μικροκαμωμένη από τις άλλες, έκανε για δέκα και χωνόταν παντού χάρη στη σβελτάδα και τη συνεχή της αναζήτηση. Πολιτική, εικαστικά, μουσική, δεν της ξέφευγε τίποτα! Με τα καλοκαμωμένα και όμορφα χαρακτηριστικά της σχεδόν μωρουδιακής φατσούλας της, αυτοσαρκαζόταν κι έκανε κωμικές γκριμάτσες. Σπιρτόζικος κι ο ραδιοφωνικός της σταθμός με τις πολύ προσεγμένες εκπομπές και τους παραγωγούς που κυριολεκτικά "πετούσαν" αλλά έτσι και είχε καλεσμένο πολιτικό πρόσωπο το κολλούσε στον τοίχο! Με ευγένεια και τακτ δεν άφηνε τίποτα να πέσει κάτω! Ερωτήσεις δικές της και των ακροατών, παράπονα, αντίλογοι, άξιζε να γίνονται στην εβδομαδιαία της εκπομπή.
<Σκοπός είναι να λογοδοτούν για όλα και να ενημερώνουμε τον κόσμο, αλλιώς θα έβαζα μόνο τραγουδάκια για την πλάκα μας...>
Παραμονές Χριστουγέννων δεν περνούσαν χωρίς ν' ακουστεί ο "Ρούντολφ το ελαφάκι" από τις φωνές των κοριτσιών που τραγουδούσαν σαφώς καλύτερα από την παιδική χορωδία του Τυπάλδου! Πάντα πήγαιναν φορτωμένες με του κόσμου τα θεσπέσια καλούδια! 
Γλυκά ζουμερά, που μοσχοβολούσαν  κανέλα και γαρίφαλο, μελομακάρονα και κουραμπιέδες τόσων ειδών που σε προκαλούσαν να τα δοκιμάσεις όλα! Κι αυτό το ονειρεμένο γεμιστό με σοκολάτα κέικ που έλιωνε στο στόμα και σ' έστελνε στον παράδεισο της γεύσης... 
Παρούσες πάντα σε κάθε εκδήλωση, μοίραζαν χαρά και κέφι ανεξάντλητο!
Η φιλόζωη Βιβή, διακρίσεις δεν έκανε. Φιλοξενούσε μόνιμα μικρά ζωάκια και όχι μόνο! 
Ένα πελώριο χουζούρικο γάτο, δυο σκυλιά ένα πουλάκι, ένα ψάρι κι ένα... Λύκο!
Ο τελευταίος ήταν άριστα εκπαιδευμένος και δε μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτόν! 
- Μόνο άγριος δεν είναι! Στις αρχές φοβόμουν λίγο όταν είχε πανσέληνο αλλά με τον καιρό κατάλαβα ότι είναι τόσο γλυκός και τρυφερός... Μιλάει σαν άνθρωπος κι έχει μια φωνή μαγευτική που θες να τον ακούς συνέχεια... Δίκαια έχει δυο φορές την εβδομάδα εκπομπή κι όλοι τον περνούν για κανονικό, μουσικόφιλο και ρομαντικό παραγωγό!
Το ψυγείο στο στούντιο είχε πάντα παγωμένη γαλλική σαμπάνια για την Έλενα, που όταν χόρευε αισθησιακά με τα πέπλα της έκανε τη Λεϊλά να τρώει το φερετζέ της από ζήλια και να πηγαίνει ντροπιασμένη στο χωριό της κάπου στα βάθη της Ανατολής...
Ο τόσο ευγενικός Λύκος της Βιβής τη φρόντιζε κι άνοιγε κάθε φορά το ακριβό μπουκάλι για πάρτη της! 
<Η σαμπάνια σας κυρία μου!>
Ο χρυσαφένιος αφρός έφτανε στα χείλη του ποτηριού και τη δρόσιζε ηδονικά... Της άξιζαν τα καλύτερα!
Η προσωποποίηση της φινέτσας ήταν η Εύα! Λεπτοκαμωμένη, ντυμένη πάντα σα να πήγαινε σε επαγγελματικό ραντεβού, μ' ένα εξαιρετικά  γλυκό και πανέξυπνο προσωπάκι, περνώντας άφηνε φίνο άρωμα θηλυκότητας κι αέρα υπεροχής κι αυτοπεποίθησης! 
Εκτός από τα μεταξύ τους πειράγματα, καμία δεν θεωρούσε ότι ήταν πολύ ωραία. 
Δεν περνούσε από το μυαλό τους ότι δεν υπήρχε αντρικό βλέμμα που να μη σταθεί πάνω τους και γυναίκα που να μη τις ζηλέψει! 
Η Μαίρη που τις αγαπούσε πολύ κι είχε βρεθεί σ' αυτή την ηλιόλουστη συνάντησή τους τις καμάρωνε! Αν μπορούσε ας έκανε κι αλλιώς, δεν υπήρχε περίπτωση να μην είναι μαζί τους!
Το ζουζουνάκι της παρέας επέμεινε τόσο γλυκά, τρυφερά κι αγαπησιάρικα, που σίγουρα ήταν αδύνατο να της αρνηθεί...
- Θα σε περιμένουμε, μη μου χαλάς το χατίρι!
Ελενάκι μου θα έρθω, μόνο να ετοιμάσεις τα μαγουλάκια σου για τσίμπημα!
Μαιρούλα μου, έλα εσύ και τσίμπα με όσο θέλεις!
Γλυκό μου πλάσμα! Βγήκε από το αυτοκίνητο κι ήταν σα νεράιδα έτσι που ανέμιζε τα μακριά ξανθά μαλλιά της το αεράκι! 
- Θα σε σκοτώσωωωωωωω!
Τρόμαξε με την αντίδραση της Μαρίας που την απείλησε πριν τη χαιρετίσει εγκάρδια όπως πάντα!
- Γιατί κορίτσι μου, τι σου έκανα;
- Επειδή δεν έκανες!
- Τι δεν έκανα που έπρεπε να κάνω;
- Ανάρτηση!
Η ψυχή της που είχε φύγει πέρα απ' το γαλάζιο της θάλασσας, βρήκε επιτέλους το δρόμο της επιστροφής... 
- Μπα σε καλό σου! Σήμερα λογαριάζω να στρωθώ, το βραδάκι ως συνήθως!
- Έτσι μπράβο! Έλα τώρα να σε φιλήσω αγάααααααπη μου!
Μανία που είχε αυτή η κοπέλα με την "Αιώνια Γυναίκα!" Αγαπούσε τόσο το σεργιάνι στα σοκάκια της Πόλης και της Σμύρνης κι αδημονούσε για την εξέλιξη κάθε αισθηματικής ιστορίας. Η Μαίρη καμία σχέση δεν είχε με τη γη της Ιωνίας, εκτός από την πολύ φιλική σχέση που είχε από χρόνια με την κυρά-Ανθούλα την Πολίτισσα. Χάρη σ' εκείνη γνώρισε τη Σουλτάνα, την αδερφή της και σιγά σιγά όλο τους το σόι σχεδόν. Τις ατέλειωτες ώρες του καφέ με το κλασικό γλυκάκι κουταλιού, άκουγε με πολλή προσοχή τις ιστορίες από εκείνα τα χρόνια.
Κι όταν καθόταν στο τραπέζι με τους ωραίους μεζέδες και τα πάντα με φρέσκο βούτυρο μαγειρεμένα υλικά, ταξίδευε μαζί τους στα σοκάκια και μάθαινε για τα γυναικεία κόλπα και τερτίπια που χρησιμοποιούσε κάθε θηλυκό! Μικρό ή μεγάλο, δεν είχε σημασία! Καθαριότητα, νοικοκυροσύνη, φαγάκια νόστιμα που όταν ψήνονταν μοσχοβολούσε το σπίτι κι έκαναν τον άντρα να βλέπει τη σύντροφό του με άλλα μάτια... 
<Γιατί οι παλιές είχανε δίκιο σε ο,τι λέγανε γιαβρί μου! Ο έρωτας να ξεύρεις που περνάει πρώτα απ' το στομάχι! Εμείς οι μεγάλες ξεύρουμε καλύτερα, άκουε που σε λέγω κοκόνα μου!
Διες το πρόσωπο του αντρός πως γένεται, αλλάζει άμα τόνε ταΐσεις φαγάκι καλό, διες το κι άμα τον δώκεις κάνα παλιόφαγο πως είναι κατσούφης κι αφχάριστος! Απόλαυση είναι το φαγάκι και σ' ερωτεύεται ακόμα πιο πολύ! Έχω να σε πω πολλές ιστορίες τέτοιες!
Η γυναίκα δεν πρέπει μόνο στοις τζιλβέδες να είναι καλή, αμά σε ούλα της! Νοικοκυρεμένη κι όμορφη να δέχεται τον άντρα, μήτε τηγάνι να μυρίζει, μήτε σκόρδα και κρομμύδια, μήτε λαδίλα, γι αυτό ο τέντζερης πρέπει να μπαίνει πιο νωρίς, να έχει ώρα να συγυριστεί κομμάτι, να τη βλέπει και να τη λιμπίζεται για...>
Κι εκείνα τα μυστικά ομορφιάς που έκαναν το δέρμα απαλό, δροσερό, μυστικά που μύριζαν βότανα και τριαντάφυλλο, αγνό λαδάκι, μελισοκέρι, παχύ καϊμάκι, φρέσκα φρούτα εποχής και δροσερό αγγουράκι... Μυστικά που ξεγελούσαν τον εχθρό κάθε γυναίκας, το χρόνο... 
Τα διάβαζε η Εύα και το μυαλό της έπαιρνε δεκάδες στροφές! Χάρη στη γοητευτική φωνή της, έκανε εβδομαδιαία εκπομπή στο ραδιόφωνο παρέα με άλλα δυο κορίτσια.
Υποθέσεις που αφορούσαν τις γυναίκες και όχι μόνο, άκουγαν οι ακροατές κάθε Τρίτη. Παρουσίαζε τα πάντα ενδιαφέροντα θέματα με πάθος κι αυθορμητισμό που σε καθήλωνε, συνοδευόμενα με εξαιρετικές μουσικές επιλογές.
- Βιβή, σκέφτομαι να αφιερώσω κάποια ώρα στα μποτέ της Ανατολής... 
Το μικρό Σπιρτόκουτο που μόνο ταπεινό κι ανάξιο λόγου δεν ήταν, πέταξε τη σκούφια του!
- Αμέ! Πολύ ωραία ιδέα! Θα ετοιμάσω το μουσικό χαλί!
- Σαν τι σκέφτεσαι;
Μμμμ... Τα μαγευτικά νερά του Βοσπόρου, όσα έχουν μείνει δηλαδή, γιατί έχω βάσιμες υποψίες ότι τα ήπιε ο Ιωαννίδης και...
- Και;
- Και... Και... Και... Ένα καναρίνι και τον Καϊκτσή, ναι! Για φαντάσου συνδυασμό! Καλά ε, φτιάχτηκα τώρα! 
Δυο κουβάδες καφέ ήπιε μέχρι να το τελειώσει! Το αποτέλεσμα όμως ήταν υπέροχο! Μέχρι και η συχωρεμένη η γιαγιά της η Ιουλία από το Αϊβαλί την καμάρωνε ξαπλωμένη αναπαυτικά στο γαλάζιο της σύννεφο! Σοφή γυναίκα! Ορμήνευε τις νέες με τον πιο χαριτωμένο τρόπο.
< Ο άντρας που θέλει μια γυναίκα, πρέπει να ξοδεύει παράδες γιαβρί μου, βασίλισσα να την έχει και να μην τη λείπει τίποτα!>




Μαράκι μου, τι έχεις μέσα στο σακουλάκι;
- Σπόρους μελιτζάνας τσακώνικης! Βιολογικοί, χωρίς φυτοφάρμακα που ξέρεις πόσο είναι καταστρεπτικά για την υγεία. Αν δοκιμάσεις θα ξετρελαθείς από τη νοστιμιά τους!
Δοτική, με την αγάπη που μοίραζε απλόχερα χάριζε κι ο,τι ήταν πολύτιμο για τη διατροφή των φίλων της. 
Η Εύα εξηγούσε τις θαυματουργές ιδιότητες ενός μανιταριού με πρωτότυπο όνομα. Κινούσε με χάρη τα χέρια μιλώντας, που κατέληγαν στα λεπτά και μακριά της δάχτυλα με τα πάντα περιποιημένα νύχια. 
Η Μαρία την παρακολουθούσε με μεγάλο ενδιαφέρον. Όταν άκουσε δε ότι βοηθάει και στο αδυνάτισμα, άστραψαν τα μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια της! 
Λάτρης της παραδοσιακής κουζίνας, δεν έχανε την ευκαιρία να γευτεί πικάντικα μεζεδάκια και παραπονιόταν άδικα βέβαια για δυο κιλάκια που είχε πάρει. Νταρντάνα, εντυπωσιακή, γυναικάρα με τα όλα της! Σταύρωσε με χάρη τα μακριά χυτά πόδια της κι οι υπόλοιποι πελάτες βλέποντας τις θεσπέσιες γάμπες της έπαθαν εξόφθαλμο! Πού να καταλάβει τι προκαλούσε... 
Μια μέρα γυρίζοντας απ' τη δουλειά της, τόλμησε κάποιος να της κολλήσει και του έριξε τακουνιά με τη γόβα της στο κεφάλι που τον έστειλε στα επείγοντα του Γενικού Κρατικού... 
Το ασίγαστο πάθος των κοριτσιών για την κουζίνα, τις οδήγησε σε δρόμους διαδικτυακούς. 
Ένα blog με συνταγές μαγειρεμένες με πολλή αγάπη και μεράκι, μυστικά για να πετύχει ακόμα και το πιο περίπλοκο, μπελαλίδικο ή απλό φαγάκι και να ικανοποιήσει ακόμα και τον πιο απαιτητικό καλοφαγά ή το δύσκολο και κακόφαγο παιδί. 
Συνταγές που κάλυπταν όλα τα γούστα, δοσμένες με λεπτομερείς οδηγίες για κάθε φαγητό, γλυκό ή ποτό και εικόνες ζηλεμένες που έκαναν καλονοικοκυρά ακόμα και την πιο άσχετη με την κουζίνα γυναίκα. Ποια θα μπορούσε ν' αντισταθεί βλέποντας τα υπέροχα δροσερά γλυκά, τις τούρτες, τα σιροπιαστά...
Κι εκείνα τα πεντανόστιμα μερακλίδικα πιάτα με όλων των ειδών τα ψητά και κοκκινιστά με τα πρωτότυπα συνοδευτικά..
Οι καλοδεμένες σάλτσες, τα λαδερά, οι πίτες... Λικέρ σε ωραίες καράφες, χυμοί, εδέσματα για κάθε εποχή, κάθε γιορτή, κάθε μέρα... Πού είσαι Σουλτάνα να δεις μαγειρέματα!
Πρόθυμες πάντα να δεχτούν ιδέες για γευστικά ταξίδια κι από τα πιο μακρινά μέρη, άνοιξαν την αγκαλιά τους σε όλους. Συνταγές φτιαγμένες απ΄την καρδιά τους! 




Η Έλενα ήπιε απολαυστικά την τελευταία γουλιά φραπέ που είχε μείνει στο ποτήρι.
Καθισμένη δίπλα στη Μαίρη, της εξηγούσε την καθημερινή τους δραστηριότητα. Ακούραστες όλες μαγείρευαν και φωτογράφιζαν τα λαχταριστά πιάτα κι εκείνη αναλάμβανε τις αναρτήσεις.
- Χαλάλι οι ώρες που περνάω, η αγάπη όλων σας με αποζημιώνει!
Η Μαρία τίναξε ένα μυγάκι που είχε καθίσει στο κομψό της μαύρο φόρεμα και μπήκε στη μεταξύ μας συζήτηση.
Μαιρούλα μου κι εγώ την αποζημιώνω και με το παραπάνω! Για τα κουλουράκια που δεν προλαβαίνω να βγάλω από το φούρνο κι ορμάει στη λαμαρίνα δε θα πω, όμως κοτζάμ γουρουνάκι έβαλα στη σούβλα για να την ευχαριστήσω! Ξέρεις τι τράβηξα μέχρι να το ετοιμάσω; 
Το Ελενάκι - ζουζουνάκι έσκασε στα γέλια! 
- Έτσι είναι, θα πω το σωστό! Θα πω όμως και την ψυχική οδύνη που πέρασα, πιστεύοντας ότι κάτι δεν πάει καλά με σένα... 
- Μια χαρά είμαι εγώ, εσύ ωραία μου κυρία βαρυστομάχιασες που το ξεπέτσιασες πριν την ώρα του και...
- Στάσου βρε Μαράκι μου να πω στη Μαιρούλα τι ακριβώς έγινε! Πήγαμε λοιπόν στο σπίτι της για να φάμε γουρουνόπουλο στη σούβλα. Κι εκεί που καθόμουν αμέριμνη Μαιρούλα μου, 
ακούω στη διαπασών τη μουσική από τον κουρέα της Σεβίλλης να παρεμβάλλει το Νικολάκη! Τι ποιο Νικολάκη ρωτάς καλέ κι εσύ, το Βέρτη λέμε! Βγαίνει λοιπόν η Μαρία μας ακονίζοντας ένα ξυράφι νααααααα τόσο με το συμπάθιο, κοιτάζει το γουρούνι με βλέμμα δολοφονικό κι αρχίζει το "λα λα λα λαααααα λα λα λα λα λααααααααα Figaro Figaroooo Figaaaaaaaaaaroooooooo!!!" 
- Χα χα χα χα χα! σείστηκε το τραπέζι από τα γέλια!
- Άστα Μαιρούλα μου, σκιάχτηκα η γυναίκα σου λέω! Κι επειδή εγώ καθόμουν δίπλα στο γουρουνάκι που ήταν τόσο ήσυχο το καημένο, ούτε πλευρό δε γύρισε, ούτε ένα γρουτς γρουτς δεν έκανε να φανταστείς, σα να μην υπήρχε ένα πράγμα και...
- Συγγνώμη, ζωντανό ήταν κι είχε απλώσει την αρίδα του αμίλητο κι ακούνητο;
- Όχι βρε, σφαγμένο! Αλλά για σκέψου όμως να είχε γίνει ζόμπι, θα καθόταν έτσι;
- Σωστό κι αυτό... Παρέδωσε το πνεύμα του κι ετοιμαζόταν να παραδώσει και το σώμα του...
- Ναι, ναι! Βλέποντας λοιπόν τη Μαρία μας με το ξυράφι στο χέρι, ύφος ολίγον από Γκιωνάκη σ' εκείνη την ταινία που είχε τις αδερφές και τη γεροντοκόρη θεία ανύπαντρες κι εκείνος πάλευε για το μεροκάματο στο κουρείο, δεν αποφάσισε να γίνει η ωραία του κουρέα που ξύριζε τους γείτονες κι εκείνη προσπαθούσε ν' αποκαταστήσει το γυναικομάνι μπας και δει επιτέλους στεφάνι στο κεφαλάκι της, αλλά ανέλαβε τα δικά του καθήκοντα! Έγινε δηλαδή μπαρμπέρης! 


- Μισό γιατί σ' έχασα... Αποφάσισε δηλαδή να ξυρίσει τους άντρες της παρέας;
- Όχι καλέ, το γουρούνι! 
Παρντόν;
- Μάλιστα, αυτό που ακούς! Μέχρι να καταλάβω τις προθέσεις της και να βεβαιωθώ ότι δεν πέρασε αεροπλάνο και την ψέκασε με χημικά, έχασα δέκα χρόνια απ' τη ζωή μου! Την έταξα στην Έλωνα να τη γιατρέψει, λαμπάδα ίσα με το μπόι της θα πάω...
Μαράκι μου; Για πες κορίτσι μου τα περί... ξυρίσματος του γουρουνιού που δεν έγινε ζόμπι! 
Τίναξε το μαλλί με χάρη και γέλασε με το αθώο ύφος της Έλενας.
- Θα στα πω εγώ καλύτερα για να καταλάβεις! Από καιρό έψαχνα να βρω ένα γουρουνάκι για να το βάλω στη σούβλα. Μικρό και τρυφερό, μέχρι δώδεκα κιλά, σαν κι αυτό που κυνηγάει μόνιμα ο Κακός Λύκος, όχι της Βιβής, αυτός είναι καλός, τον άλλο λέω, καταλαβαίνεις... 
- Ναι, προσπαθώ δηλαδή...
Ουφφφφφ... Πολύ με κουράζεις... Βάφε βάφε τόσα χρόνια το μαλλί κι εσύ, αυτά παθαίνεις! Τέλος πάντων... Αφού λοιπόν επικοινώνησα με κάποια πολύ καλή κυρία που έχει φάρμα και συνεννοηθήκαμε, μου το έστειλε στο σπίτι.
- Ζωντανό;
- Να σου πω... Μήπως ήρθε ο καιρός ν' αλλάξεις χρώμα στα μαλλιά σου; Αφού βλέπεις ότι το ξανθό δε σε θέλει... Μα είναι δυνατόν να μου το έστελναν ζωντανό βρε συ; Πού έμπλεξα η γυναίκα... 
Το παρέλαβα, ναι ναι, σφαγμένο σου είπα κι οι υπόλοιποι έβαλαν τη φωτιά. Το πλύναμε καλά καλά μέσα κι έξω κι εγώ ανέλαβα το ξύρισμα για...
- Για γαμπρός πήγαινε;
- Καταραμένο οξυζενέ! Για να φύγουν οι τριχούλες που είχαν μείνει μετά το σφάξιμο βρε! Όχι, δεν έβαλα πριν σαπουνάδα με πινέλο, ούτε αφρό ξυρίσματος, άιντεεεε! Εκείνη τη στιγμή λοιπόν έπαθε το Ελενάκι σοκ όταν με είδε με το ξυράφι στο χέρι! 
- Όχι κι άδικα βέβαια... Έριξες και τον Κουρέα της Σεβίλλης κι ήρθε κι έδεσε!
Εμ... Μισές δουλειές θα έκανα; Το περιποιήθηκα όπως έπρεπε, έριξα και στην κοιλίτσα του χοντρό αλάτι, πιπέρι και μπόλικη ρίγανη και του έραψα την κοιλιά. Όχι, δεν έκανε καισαρική, σύνελθε! Το δέσαμε καλά και το περάσαμε στη σούβλα...
Οι άλλοι είχαν στήσει το χορό γύρω του κι έβγαζαν κραυγές σαν κανίβαλοι, πού να στα λέω...
Μέχρι να μπω μέσα για να φέρω το αλατοπίπερο όταν ψήθηκε για να σερβιριστούμε, είχαν ορμήσει και το καταβρόχθιζαν, τόσο ωραίο έγινε, λουκούμι! 



Η χαρούμενη κοριτσοπαρέα χωρίστηκε με την υπόσχεση να βρεθούν ξανά το συντομότερο. 
Η Έλενα φτάνοντας στο σπίτι, έβγαλε από τον καταψύκτη ένα αρνίσιο μπούτι που θα έψηνε την επόμενη για το μεσημεριανό τους φαγητό και φόρεσε τα αγαπημένα ροζ πυτζαμάκια της με τα αρκουδάκια. Μάζεψε τον πλούσιο ξανθό της χείμαρρο στην κορφή του κεφαλιού κι άνοιξε το laptop.
- Μαμά;
- Παλικάρι μου! 
- Τη μπλε μπλούζα θέλω να...
Πλυμένη και σιδερωμένη στην έχω λεβέντη μου! Θα βγεις;
- Ναι...
- Μήπως πεινάς, να σε σερβίρω;
- Όχι, έφαγα λίγο πριν έρθεις! 
Του έστειλε φιλί τρυφερό, μαμαδίστικο και χάθηκε στα αμέτρητα μηνύματα ενθουσιασμού και αγάπης. Η ψυχή της γέμισε χαρά και ξεκίνησε το σεργιάνι σε πολλές άλλες αγαπημένες δεινές μαγείρισσες που κατέθεταν κι αυτές τις συνταγές τους με μεράκι. Νοστιμιές πολλές!
Το τηλέφωνο χτύπησε και στη γλυκιά φωνούλα της που απάντησε άκουσε δυο καλές φίλες που είχαν στρωθεί στην κουζίνα κι είχαν απορία σχετικά με το σοτάρισμα ενός φαγητού.

- Άρπαξε και μυρίζει άσχημα; Πού είχατε το μυαλό σας βρε; ​Εννοείται ότι το laptop είναι μακριά και το facebook κλειστό, γιατί έχουν καεί φαγητά και γλυκά πολλά! 








Η συγκεκριμένη ανάρτηση όσον αφορά τα γεγονότα εννοείται ότι έχει γραφτεί με χιουμοριστική, πειρακτική διάθεση!   


















 

Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

Μας τρώει με τη γλώσσα της!


Σπίτι δεν είχαν αγοράσει η Ντουντού με τον Ανανία. Προτιμούσε να νοικιάζει για να μην είναι δεσμευμένοι.
- Άντρα μου άκου να σε πω! Σε τόπο που δεν ξεύρουμε είμαστε και ποιος θαρρείς γνωρίζει τι γένεται για; Άμα δε βγει καλό σπίτι, θέλουμε δε θέλουμε εκεί θα μείκουμε επειδής θα έχουμε δώκει τοις παράδες μας. Πες που βρούμε ένα άλλο μέρος και μας αρέσει πιο καλά να μείκουμε, τα πράματά μας μια σηκώνουμε και δρόμο! Το μηνιάτικο μεγάλο δεν είναι και δε ζοριζούμαστε, καλά περνούμε! Αμαρτία να ζήσουμε με το χρέος στο κεφάλι μας για... 
Είχε βέβαια το σκοπό της. Όσο περνούσαν τα χρόνια κι ήξερε ότι έρχονται τα γεράματα, μια χαρά θα βολευόταν με το ζευγάρι! 
Στην ιδιοκτήτρια είχε αφήσει υπόνοιες ότι πήγαινε μαζί τους μετά το χειρουργείο. 
- Τώρα πια εγώ, εκεί θα μείκω ή σε κάνα σπιτάκι κοντά τους, να με προσέχουνε...
Η γυναίκα κόλλησε παντού ενοικιαστήριο. Όσο καιρό ανάρρωνε η Ντουντού, βρέθηκε ένα πολύ καλό αντρόγυνο που τους άρεσε. Ο γιος και η νύφη της δεν είχαν ιδέα φυσικά για όλα αυτά! Έβαλε στο κόλπο και μια τσαούσα φίλη της που ήταν τάλε κουάλε κι όταν πήγε να τη δει τους ανακοίνωσε ότι η νοικοκυρά χρειάζεται το σπίτι για ιδιοκατοίκηση κι έτσι η μάνα θα έπρεπε να ψάξει να βρει αλλού... 
Η Θαλίτσα μόνο στον τοίχο δε χτυπούσε το κεφάλι της! 
- Του κόσμου τα ωραία σπιτάκια τη βρήκαμε και τίποτα δεν την αρέσει! Άιντε πάλι να έχομε τραβήγματα και λόγια! Εγγόνι περιμένουμε, πόσα κομμάτια να γίνω για; Δεν βλέπει που όλο 
απάνου στη μηχανή είμαι και ράβω; Και στη νύφη μας κάθε μέρα που πάω κι έρχουμαι να την κάμω καμιά δουλίτσα την κοπέλα που είναι με την κοιλιά στον στόμα; Τίποτα πια δε λέει αυτή η γυναίκα να καταλάβει; Αμέτι μουχαμέτι το 'χει βάλει η μάνα σου να μείνει εδώ πάλι μαζί μας σε λέω! Καλά περάσαμε όσο ζούσε με τον χρυσό τον άνθρωπο, είχαμε ησυχάσει...
Θαρρείς που είμαι καμιά χαζή και δεν καταλαβαίνω τι γένεται με κείνη; Έγνοια σου, ζεβζέκα εγώ δεν είμαι! Γι αυτό ούλη την ώρα εμάλωνε με το σχωρεμένο τον Ανανία! Ήθελε ο έρμος να έχουνε την κόχη τους κι η μαμά σου μήτε ν' ακούσει! Αχ! Νέα βάσανα και πού να τα πω... Πού είσαι κυρά-Γεσθημανή, πού είσαι Σουλτάνα να διείτε τα χάλια μας πάλι!
Ο άντρας της την καλόπιασε βλέποντας τη μάνα του να κλαίγεται και ολόκληρο το σόι του με τους γνωστούς να είναι εναντίον του.
- Αμαρτία ν' αφήκεις έτσι τη μαμά σου άρρωστη γυναίκα! Την ανάγκη σας έχει κι εσείς την πόρτα την κλείνετε; Ο,τι γίνηκε γίνηκε παλιά, αλλιώτικα ητανάνε τα πράματα, πάνε φύανε...
Τι θα σας κάμει ένα ξερό κορμί για;
Η φίλη - συνένοχος - αρχηγός που ήταν μια χαρά στην υγεία της κι όμως είχε στρωθεί με χίλια κόλπα στο παιδί της, έλυνε κι έδενε φέρνοντας τη νύφη της ένα βήμα πριν την τρέλα!
- Απονιά μεγάλη όμως έχετε! Μπρε παιδάκι μου, διες που απέ το κρεβάτι ζορίζεται να σηκωθεί η γυναίκα! Άμα πέσει καταγής και μείκει στον τόπο εσύ το παιδί της θα έχεις την ευθύνη για! 
Άμα πάλι η γυναίκα σου δεν τη θέλει, δε σε λέγω να τη χωρίσεις βέβαια, αμά να την πεις που άμα ήτο η δικιά της μαμά θα την κοίταγε σαν τα μάτια της... Έτσι είναι, με τοις δικοί της θα παγαίνει πάντα...
Μεγάλο πράμα να έχεις έναν άθρωπο να σε δώκει ένα ποτήρι νερό στα στερνά σου... Μα μια συντροφιά, ένα γιατρικό, ένα καλό λόγο, ένα πιάτο φαγάκι... Η μαμά σου, διπλό και τρίδιπλο θα σας το δίνει, ο,τι έχει και δεν έχει απάνου σας τα γράφει! Έρμη Ντουντού... Μεγάλη αμαρτία είναι, δε σε πρέπανε τέτοια γεράματα... Όσο στέκεις στα πόδια σου κι έχεις τον άθρωπό σου, δεν έχεις ανάγκη κανένανε... Ας είναι, σεις οι δυο τα ξεύρετε καλύτερα...
Αμά θα σε πω ένα πράμα απέ τη ζωή και να το θυμάσαι! Όπως φέρνεσαι στη μαμά σου, έτσι θα σε φερθούνε και τα δικά σου τα παιδιά! Απέ τη ζωή βγαλμένο σε λέγω!
Τους παρηγορούσε η σκέψη ότι θα της έβρισκαν ένα σπίτι πολύ κοντά τους. Καλύτερα να πηγαινοέρχονταν πολλές φορές τη μέρα, να τη φροντίζουν σε ο,τι χρειαζόταν. Η τόσο παμπόνηρη Ντουντού που σηκωνόταν κρυφά και πατώντας στα νύχια άκουγε τις κουβέντες τους, πάντα λάμβανε τα μέτρα της! "Οι πόνοι" με το ζόρι της επέτρεπαν να συρθεί ως την τουαλέτα... 
- Πού θα πάει, θα συνέλθει η μάνα μου...
- Κι άλλες γυναίκες έκαναν την ίδια εγχείρηση κι είναι μια χαρά εδώ και τόσο καιρό!
- Ε... Θα ήταν πιο σοβαρή η περίπτωση της μαμάς μου... 
Με το δούλεμα περνούσε ο καιρός. Οι επισκέψεις των γνωστών της ήταν σχεδόν κάθε μέρα και δεν προλάβαιναν να ψηθούν τα καφεδάκια και το τσάι. Άλλαζε ρόμπες και χτενίσματα για να είναι περιποιημένη ασθενής. Βογκούσε συχνά βέβαια κι έλεγε ότι σβήνει...Οι γιατροί και πάλι δεν έβρισκαν την άγνωστη αιτία που βασανιζόταν και δε μπορούσε να σταθεί και να περπατήσει καλά. Για ν' αποφύγει ενδεχόμενο χειρουργείο πάλι που αναγκαστικά βέβαια θα γινόταν, άρχισε να περπατάει κάπως καλύτερα. Κι όταν βρέθηκε το σπίτι ένα τετράγωνο μακριά τους, άρχισαν πάλι οι ζαλάδες κι οι σκοτοδίνες... 
- Κάμε κομμάτι υπομονή κόρη μου, μαμά του αντρούς σου είναι κι έτσι ανήμπορη πού να πάει να μείκει;
Η Θαλίτσα ήταν στο σπίτι της μητέρας της κι όσο εκείνη την υποστήριζε τόσο περισσότερο νευρίαζε!
- Τι με λες κι εσύ τώρα καλέ μαμά, σάματις και δεν τα ξέρεις! Ψέματα τα κάμνει σε λέω, αυτή καλύτερα κι από μένανε είναι για! Τραπέζι στρώνω, πρώτη έρχεται και κάθεται, γλυκό ψήνω κι άμα τη μυρίσει στην κουζίνα μπαίνει! Μέχρι και τσιγάρο πίνει με τον καφέ της και κάθε βδομάδα την κομμώτρια έχουμε στο σπίτι να τη σιάξει τα μαλλιά! Για πότε λούζεται η κυρία και μπανιαρίζεται! Βγαίνει με την πετσέτα στο κεφάλι κι αρχινάει τα αχ και ουχ και δε μπορώ και τι το ήθελα να κουραστώ κι η ψυχή με βγήκε και τέτοια! Μετά να τη βαστάμε θέλει για να περπατήσει μέσα στο σπίτι κι άμα κάτσει πιάνει τις κρέμες στη σειρά! Να για τα μάτια, να για το πρόσωπο και το λαιμό, να για το σώμα... Άμα έρχεται η κοπέλα τη δίνει γραμμή πως να τη χτενίσει! Χώρια που περιμένει να περάσει κάμποσος καιρός από το πένθος για να βάψει πάλι τα νύχια της! Και σε ρωτάω τώρα να με πεις κι εσύ, είναι αυτή η γυναίκα ανήμπορη; Κρυφά την έχω παρακολουθήσει και μια χαρά περπατάει άμα δεν τη βλέπουμε! Κι απ' την άλλη να σε πω και κάτι, άμα ητανάνε ήσυχη και δεν ανακατευότανε παντού, θα σ' έλεγα εντάξει... Αμά είναι ίδια όπως παλιά, τίποτις δεν άλλαξε! Ανοίγει την κάμαρη όποτε θέλει, όλα τη φταίνε κι ένα καλό λόγο δεν έχει να πει! Κακόγνωμη γυναίκα και ζουλιάρα πολύ! 
Μη δει να πάρουμε κάτι ή να πάμε κάπου το αντρόγυνο, μας τρώει με τη γλώσσα της! Τι το θέλατε αυτό, γιατί να πάτε εκεί και γιατί τούτο κι εκείνο και τέτοια!
- Μπρε κόρη μου, μπας και θέλει να την παίρνετε μαζί σας και τα κάμνει αυτά;
- Βέβαια! Αλλά κι ο γιος της καλά την είπε μια μέρα που θα πηγαίναμε στη Γλυφάδα περίπατο! Κρίμας καλέ που είσαι άρρωστη, θα ερχόσουνα μαζί μας να φας ωραίο παγωτάκι, να αλλάξεις και τον αγέρα σου... Και τον απαντάει αυτή ότι η γυναίκα σου δε με θέλει, πού θα χώραγα εγώ; Ακούς; 
Η μητέρα της σήκωσε τα χέρια ψηλά... 




- Α πα πα! Τι με λες μπρε συμπεθέρα! 
- Άστα! Περάσανε πολλά με δαύτη... Στο τέλος η καημένη η Θαλίτσα μήτε στο σπίτι της δεν ήθελε να μνήσκει κι άδικο δεν είχε βέβαια... Ίσια με τα τέλη της την ψυχή τους έβγαλε...
Τοις άφηκε παράδες μπόλικοι η αλήθεια, αμά όσο ζούσε μήτε δεκάρα τσακιστή δεν έδωκε για τίποτις
- Μα καλά, μήτε στις ονομασίες τους, μήτε τις καλές μέρες;
- Στα εγγόνια και στα παιδιά τους μονάχα. Λούσα έκαμνε πολλά, ρούχα, παπούτσια, τέτοια... Κι άμα την έλεγε ο γιος της πού θα τα βάλεις καλέ συ που είσαι άρρωστη γυναίκα, απαντούσε κει στοις γιατροί που παγαίνω, μην είμαι σαν την κατσιβέλα! Χα χα χα! 
Και για να φάει όξω σουγλάκια, πρώτη παρακαλώ πάγαινε μαζί τους και με τις εκκλησίες που κάμνανε συχνά εκδρομές στα μοναστήρια κι έλεγε που το είχε κάμει τάμα για να τοις γελάσει, θαρρείς που ήτουνε χαϊβάνια και δεν καταλαβαίνανε... Κι άμα γύριζε έκαμνε τον ψόφιο κοριό πάλι κι έλεγε τι το ήθελα κι επήγα, χάλια είμαι... 
- Μπρε την άτιμη... Κι η Γεσθημανή τι απέγινε, δε με είπες!
- Στην Ελλάδα δεν ήρτε, κει συχωρέθηκε, στον τόπο της όπως έλεγε... Εμάθαμε που ολάκερη η Πόλη επήγε στην κηδεία της και την έκλαψε! Η Γιωργίτσα μας τα είπε ούλα τα σχετικά για... 
Τόσο καλή γυναίκα ητανάνε και πόσα ψυχικά είχε κάμει, χώρια τα παντρολογήματα βέβαια! Τακτοποίησε πολλές κοπέλες με τον τρόπο της, να πάρουνε αθρώποι καλοί και να έχουνε και καλή δουλειά, μη παντρευτούνε και στεριούνται τίποτις... Ούλα τα εμάθαινε πρώτα κι απέ τις δυο μεριές για να ξεύρει που δε θα κακοπέσουνε... 
- Οι καλοί αθρώποι σπανίζουνε πια συμπεθέρα μου... Εμείς στη Σμύρνη παράπονα δεν είχαμε απ' τη ζωή μας, θυμάσαι που σε τα ήλεγα απ' όταν γνωριστήκαμε... Καλοί ούλοι οι γειτόνοι, νοικοκυραίοι, ήτρεχαν αμέσως στην ανάγκη σου... Και προξενιές ήτουνε κάποιες γυναίκες που ήκαμαν κι ούλες οι μανάδες ητρέμαμε για τσι κόρες μας μη και τσι πιάσουνε στο στόμα τους κι αλίμονο! Το κεφάλι μας ψηλά ήπρεπε να έχουμε, χωρίς ντροπή...
- Έτσι, έτσι κι εμείς...
- Κι εμένα τον άντρα μου προξενιό μου τον ήκαμαν! Καλός ήτουνε, εργατικός και παράδες ήβγαζε, μια καλή κοπέλα ήθελε ν' ανοίξει σπίτι... Απέ τις άλλες είχενε πολλές κι ηγλεντούσε! 
Στο σκολειό ήμουν όταν με είδε πρώτη φορά, τον άρεσα πολύ ως κορίτσι κι ήβαλε άνθρωποι δικοί του να μάθουνε για μένανε και την οικογένειά μου, όπως ήκαμναν ούλοι βέβαια... 
Και μια Κυριακή απόγιομα, ήρτε η προξενήτρα στο σπίτι μας και τα είπε με τσοι γονιοί μου.
- Κι εσύ συμπεθέρα;
- Εγώ ήμουν μικρή, θαρρείς που ήξευρα και πολλά τέτοια; Η μαμά μου πάντα μ' ήλεγε που άμα τέλειωνα με τα σκολειά μου θα παντρευόμουνα όπως ούλες οι κοπέλες ένα καλό παλικάρι... 
<Θα τόνε ιδείς καλά κι άμα σ' αρέσει θα τόνε πάρεις! Πρόσεχε καλά μόνο μη και σε πει να πάτε μονάχοι σας πουθενά και σ' ηκάμει κάνα κακό γιατί μετά να ξεύρεις που έτσι θα μείνεις, με τσι ντροπές κι ανύπαντρη!>
- Ναι, ναι... Ο άντρας έτσι είναι, το μυαλό του στο πονηρό πάντα!
- Βέβαια... Και να σ' ηστεφανώσει μετά ούλα καλά, άμα σ' αφήκει όμως πάει, καταστράφηκες! Εγώ πάντως, μπορεί να ήτο προξενιό στην αρχή αλλά μετά πολύ τον ηγάπησα τον άντρα μου και πριχού* το γάμο βέβαια. Άβγαλτη κοπέλα και πως ηχτύπαε η καρδιά μου άμα τον είδα!
- Έτσι κι εγώ με το Γιωργάκη μου... Έρωτας πολύ μεγάλος ήτουνε και δεν ξενιέται... Σάμπως να τον βλέπω κει στην πόρτα του μαγαζιού κι η καρδιά μου να σπάζει...
- Από μακριά ο,τι ηγινούτανε τότενες, άλλα χρόνια... Έτσι και σ' ήπαιρναν χαμπάρι πως ήβγαινες στην τρυφερίτσα με κάνα σερνικό, όνομα κακό σ' ήβγαζαν και με το δάχτυλο ούλοι σ' ήδειχναν... Άμα αρρεβωνιαστήκαμε, η σχωρεμένη η μάνα μου τσι μήνες και τσι εβδομάδες μια μια λογάριαζε ίσια με το γάμο... Μετά που γίνηκα κι εγώ μάνα, ηρχίνισα να νιώθω τα ίδια πράματα για τσι κόρες μου... 
- Έτσι, έτσι... Απέ τη μια να προσέχεις μη και θίξουνε την τιμή τους, απέ την άλλη ορμήνιες να γένουνε  και καλές νοικοκυρές... Πού είσαι Γεσθημανή με τον τέντζερέ σου που άμα δεν ξεύρανε να ψήσουν καλά φαγάκια τους έκαμνες μαθήματα, τόσο απέ δω και τόσο απέ κει... Πάντως να σε πω συμπεθέρα μου ένα πράμα, εδώ πέρα δε βρίσκεις εύκολα γυναίκα που να μη βαριέται το μαγείρεμα, αγγαρεία το έχουνε οι πιο πολλές...
- Δίκιο έχεις, ναι... Μπελαλίδικα φαγάκια άμα είναι να ψήσουνε, ούλο ουφ και ουφ είναι οι πιο νέες εδώ που τα λέμε... 
- Μπρε, με τα ετοιματζίδικα το περισσότερο κάμνουνε το τραπέζι στοις δικοί και τοις φίλοι... Καλά βέβαια είναι κι αυτά σε μια ανάγκη, ούλες θα πάρουμε και δυο πίτσες, σουγλάκια ή κάνα κοτόπουλο ψητό, αμά όχι κι έτσι πια, ούλη την ώρα...
Πες που καμιά μέρα δεν επρόλαβες να στήσεις τσουκάλι για τον άλφα ή βήτα λόγο ή πες που σε ήρτανε μουσαφίρηδοι άξαφνα και θες να βγάλεις ένα μεζεδάκι για να τοις περιποιηθείς...
Αμά η οικογένεια κι οι δικοί σου αθρώποι πρέπει να τρώνε νόστιμο και σπιτικό φαγάκι...
Ίδιο πράμα είναι ν' ανοίγεις το σπίτι και να έχεις ετοιμάσει κάτι, να σε πούνε και ένα μπράβο που λέει ο λόγος και να καμαρώσεις κι ίδιο να τοις ταΐζεις πάντα με τα κουτιά και τις τσάντες που πάνε κι έρχουνται συνέχεια για; 

Είχαν δίκιο οι συμπεθέρες... Όμως εκτός από της κάποιας ηλικίας παραδοσιακές νοικοκυρές που στέκονταν χαρούμενες πάνω απ' τα τεντζερέδια, υπήρχαν ανέκαθεν και πολλές νέες γυναίκες που το μαγείρεμα ήταν και είναι τρόπος ζωής. Κι όσο περνούν τα χρόνια, όλες πια μαθαίνουμε νέες συνταγές αλλά και ξεχασμένες που φροντίζουν να διασώσουν.
Γυναίκες όμορφες, σύγχρονες, που γλεντούν τις ώρες που τρίβουν κρεμμύδια, τηγανίζουν, φτιάχνουν σάλτσες και δεν τις τρομάζει ακόμα και το πιο περίπλοκο φαγητό. 
Γυναίκες που μαγειρεύουν και μοιράζουν απλόχερα τις συνταγές για τούρτες, κουλούρια, μπισκότα, σιροπιαστά, σοκολατένιες ή καραμελένιες θεσπέσιες γεύσεις, φωτογραφίζουν κάθε δελεαστικό αλμυρό ή γλυκό πιάτο και λύνουν τις απορίες για τα υλικά και την εκτέλεση. 
Αν ζούσαν τώρα που η τεχνολογία έχει προχωρήσει πολύ κι υπήρχε κάποιος δίπλα τους για να τις στείλει στα μαγευτικά ταξίδια των αρωμάτων και των γεύσεων του κόσμου, σίγουρα θα άλλαζαν γνώμη...






Πριχού - Πριν