.

.
.

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

Να γυναίκα για σένα!



Οι κυρίες Χατζή, Φερτζίρογλου και Καμανταρίδη, έμειναν με το στόμα ανοιχτό. 
- Με τη Ραμπελία, την κόρη της παραδουλεύτρας μας; Αν είναι δυνατόν! Από πού κι ως πού;
- Μα πότε έγινε, πού τη βρήκε;
- Θα τρελαθώ!
- Δεν το πιστεύω!
- Η μαμά του τι λέει για τη νύφη; Τα αδέρφια του, οι νύφες;
Η μόνη που χαμογελούσε ατάραχη ήταν η αδερφή της κυρίας Χατζή. Έπινε ήρεμα το ποτό της κάνοντας χάζι τις αντιδράσεις τους. Προχωρημένο μυαλό! 
- Πριν πόσες ώρες σας τα έλεγα; Και να που ήταν μέσα στο σπίτι μας η νύφη!
- Μα την περνάει ίσια με εικοσιπέντε χρόνια, μικρούλα πολύ είναι για! Μήτε της τάξης του, μήτε τίποτις! Εμείς τήνε ντύναμε!
- Ας μην βαστιότανε καλά από παράδες και θα σ' έλεγα εγώ...
- Και θα τη στεφανώσει; Κι εμείς θα γίνουμε κουμπάροι; 
- Ναι... Τσάμπα οι φασαρίες που μ' έκαμες, δε μπορούσα να σε πω την αλήθεια επειδή είχα δώκει το λόγο μου στον Παντελή... Απ' το βράδυ που γύρισα να πάρω τον αναπτήρα μου και την είδε, τόνε καρφώθηκε στο μυαλό η μικρή... Αμά είχε και τα μπλεξίματα με τη σαντέζα κι έπρεπε να τον σταθώ... Πάει καιρός που ήθελε να την ξεφορτωθεί κι αυτή δεν έφευγε... Τι να έκαμα, μπήκα στη μέση να τήνε μιλήσω, αμά έχει δρόμο ακόμα η δουλειά... 
- Τόνε μασάει καλά, ε;
- Έρωτας είναι... Τρελή για λόγου του, άλλον άντρα δε βλέπει... 
Η αληθοφανής δικαιολογία έκανε τη γυναίκα του να νιώσει κάπως καλύτερα.
<<Μακάρι να είναι έτσι τα πράγματα και θα τους κάμω εγώ τα στέφανα χρυσά...>>
Το βράδυ πέρασε με τις τρεις οικογένειες να συζητούν το αναπάντεχο. Ο Καμανταρίδης που έψαχνε αφορμή για να κάνει τα δικά του χωρίς να κινδυνεύει η οικογενειακή του γαλήνη, βρήκε στο πρόσωπο της Ραμπελίας τον κατάλληλο άνθρωπο.
Έξω από το μαγαζί κι όσο ήταν συγχυσμένος από τη συνάντηση με την αρχικουτσομπόλα, εκείνη πρόλαβε να του μιλήσει. Του είπε όλα όσα ήθελε με μια ανάσα, όσο ο αμέριμνος Παντελής έδινε γερό μπαχτσίσι στον πορτιέρη.
- Βοήθα με και θα σε βοηθήσω κι εγώ! Η γυναίκα σου θα πάει σε δικηγόρο για να μη την αφήκεις πρώτος εσύ και δεν έχει μούτρα να διει τον κόσμο! 
- Τι είναι αυτά που λες; 
- Άκουσα που τα μιλούσανε οι αδερφές... Βουίζει ο τόπος για σένα και τη σαντέζα, θα σε χωρίσει! Ο Παντελής μ' έβγαλε το κακό όνομα που μας είδανε μαζί και δεν ξεύρω ακόμα τι σκοπό έχει... Πες τον τον καλό λόγο και μη γνοιάζεσαι, θα σώσω το σπίτι σου! 
Δεν ήθελε και πολύ ο Καμανταρίδης...
- Να γυναίκα για σένα! Ξύπνια, μικρή, περήφανη και άβγαλτη! Κανείς δεν έχει τη χάρη σου! 
Κάτι τα λόγια του, κάτι το φοβισμένο της βλέμμα και η δήλωση ότι δε θα την έβλεπε ξανά λόγω των γονιών της, το αποφάσισε! 

- Αύριο θα σε πάει στη μαμά του; 
- Ναι...
- Ωχ... Ποιος ξεύρει τι έχει να γένει... 
- Λες να μείκει ξερή;
- Μπα... Πατιρντί μεγάλο απ' τα τώρα θα γίνεται...
- Άμα δε με θέλει, μη σώσει! Είπε αυτός που θα με πάρει και τέλος, δεν έχει την ανάγκη της!
- Και δε με λες μπρε Ραμπελίτσα μου... 
- Να σε πω μαμά!
- Την αρρεβώνα πως θα τήνε κάμουμε για; 
- Τι να σε πω, το σκέφτουμαι κι αυτό...
Παραλήδες αθρώποι, εδώ θα τοις φέρουμε στις δυο κάμαρες με τα σκοροφαγωμένα έπιπλα; Και πόσα ψούνια θα πρέπει να κάμουμε, ρουχισμό, μαλαματικά...
- Άσε και θα διούμε καλέ μαμά... Άμα πει η γριά το ναι, μπορεί και να πάμε στο δικό τους σπίτι...
- Πα! Αυτό το πράμα δε γένεται! Αρρεβώνα στου γαμπρού;
- Όλα γένουνται μπρε μαμά! Η ψυχή με βγήκε με ούλα αυτά που γίνηκαν, εδώ θα κολλήσουμε;
- Ε, ναι, δίκιο έχεις... Αμά σκέπτουμαι και το άλλο... Η ώρα οχτώ θα πρέπει να πάω για πλύση στη Χατζή και δεν ξεύρω τι να την πω άμα μ' αρωτήξει... Το μεσημέρι θα έρτεις κι εσύ, στη μέση θα μας βάλουνε για!
- Σκασίλα μας για δαύτες! Άμα γένει αυτός ο γάμος μπρε μάνα, θαρρείς που θα ξενοπλένεις στη μια και την άλλη; 
- Εσύ θα ζήσεις μαζί του, εγώ...
- Τέτοιος γαμπρός και θα καταδεχτεί αυτό το πράμα;
- Δεν ξεύρω τι να σε πω παιδάκι μου...
Καμία διάθεση δεν είχε η Ραμπελία να υπηρετήσει ακόμα μια μέρα τις μεγαλοκυράδες. Ο Παντελής που έφτασε λίγο μετά τις επτά το πρωί με τα μάτια κατακόκκινα από την αυπνία, βρίσκοντας τον πατέρα στην αυλή να πίνει τον καφέ του πριν αρχίσει τη δουλειά και τις δυο γυναίκες αγουροξυπνημένες με τα νυχτικά, έδωσε την απάντηση στις απορίες τους.
- 'Ηρθα να πιω τον πρώτο καφέ απ' τα χέρια σου και να μιλήσω με το μπαμπά σου όπως είναι το πρέπον! 
Ο τόσο πολύ συγκινημένος  άντρας δε μπόρεσε να κρατήσει τα καυτά δάκρυα που κύλησαν στα ρυτιδιασμένα του μάγουλα.
- Φτωχοί αθρώποι είμαστε παιδί μου κι απέ το ρουχισμό της δεν έχουμε άλλη προίκα να τήνε δώκουμε... 
- Τίποτα δε θέλω, όλα εγώ θα τα κάνω! Κι εσείς οι γονείς άλλο πια να μη τυραννιέστε στις ξένες δουλειές... Σ' ένα μαγαζί καλό που έχει ένας φίλος μου, με είπε να πας για επίβλεψη κι άμα θέλεις ακόμα να φτιάχνεις τα καλάθια σου κάμε τα και δίνε τα χάρισμα! Παράδες καλοί θα σε δίνει και να μη γνοιάζεσαι για τίποτα! Εγώ είμαι εδώ! Κι η πεθερά μου να ξεχάσει τη σκάφη! 
- Πράμα εύκολο δεν είναι αυτό που λέγεις... Ωραία και καλά ακούγονται αλλά...
- Θα πάτε και σε άλλο σπίτι καλό, να δείτε πόσο θα αλλάξει η ζωή σας! Κι ο μικρός θα μορφωθεί! 
Η μια έκπληξη διαδεχόταν την άλλη! Έβγαλε ένα μάτσο λεφτά και τα έδωσε στη Ραμπελία.
- Να ετοιμαστείτε γρήγορα για τα λογοδοσήματα! Στο σπίτι μας θα γίνουνε, να το εγκαινιάσουμε κιόλας! 
Μάτι δεν είχε κλείσει ο Παντελής. Ξημερώθηκε προσπαθώντας να ηρεμήσει τη μητέρα του που είχε γίνει κατακόκκινη από τη σύγχυση και κατάπινε χάπια.
- Ποια είναι αυτή, πού τήνε βρήκες; Τόσες κοπέλες της σειράς μας σε θέλουνε, αυτήνε την παρακατιανή εδιάλεξες; Τον κόσμο δεν τόνε σκέφτεσαι, τ' αδέρφια, τους συγγενείς μας; Μια σταλιά κορίτσι και τύλιξε ποιον; Εσένα! 
- Τι πάει να πει με τύλιξε μάνα; Με αρέσει και τήνε θέλω, πάει και τέλειωσε! Αύριο θα τη φέρω να τη γνωρίσεις και την Κυριακή θα γίνει η αρρεβώνα!
- Ακούτε πράματα! Φέρε με μολύβι και χαρτί να γράψω τοις άλλοι μου γιοι που έχουνε τα μυαλά στη θέση τους... Αυτά περίμενα από σένανε; Τι θα πω μπρε παιδάκι μου στον κόσμο, που τήνε μάζωξες απέ τοις πέρα μαχαλάδες και θα κάμεις κυρία την κόρη του καλαθά; Τι ντροπή!
- Σιγά μη δώκεις και λογαριασμό! 
Σκόπιμα δεν της είχε πει ότι ξενοδούλευαν μάνα και κόρη γιατί δε θα γλίτωνε το έμφραγμα... 




Η Σουλτάνα μπαίνοντας στο μαγαζί τους, τις πέτυχε την ώρα που πλήρωναν. Έβγαλαν με άνεση τα λεφτά σαν παραλούδες. 
Ένα ζευγάρι άσπρες εξώφτερνες γόβες κι ένα μπεζ με χρυσά λουράκια κι ασορτί τσάντες είχε πάρει η κόρη κι ένα ζευγάρι μπλε κλειστά η μάνα. Η τσάντα που ήθελε ήταν σε άλλο χρώμα αλλά θα ερχόταν την επόμενη μέρα με τις νέες παραλαβές. Της έκανε μεγάλη εντύπωση πως ψώνισαν τόσα πράγματα, χωρίς να λογαριάζουν τους παράδες. 
- Με γεια σας κοκόνες μου! Τι κάμνετε, πείτε με τα νέα σας!
Καμαρώνοντας της είπαν για τον αρραβώνα και τον καλό γαμπρό. Η Σουλτάνα χάρηκε ειλικρινά.
- Μπράβο γιαβρί μου, η ώρα η καλή να είναι! Και θα πας σήμερα στην πεθερά, ε; Δε με λες, είναι γνωστό το παλικάρι;
Ξαφνιάστηκε όταν έμαθε για τον Παντελή. Τον ήξερε από μακριά, χωρίς να έχουν ανταλλάξει ούτε καλημέρα, αλλά γνώριζε καλά τη μητέρα του που ήταν πελάτισσα στο κομμωτήριο που δούλευε πριν παντρευτεί.
<< Μωρέ πού τόνε πέτυχε; Αυτός είναι πιο μεγάλος κι απ' το Γιωργάκη μου κι ετούτη λουλούδι ακόμα... Λεβέντης βέβαια κι ομορφάντρας, δε λέω...>>
- Πολύ καλή οικογένεια είναι κι η μαμά του εξαιρετική γυναίκα! Πόσο χαίρουμαι που άνοιξε η τύχη σου δε φαντάζεσαι! 
Έμεινε λίγο στο μαγαζί σχολιάζοντας το νέο με τον άντρα της και μετά γύρισε στο σπίτι μονολογώντας.
<< Κομμάτι αταίριαστο είναι το πράμα όπως και να το διεις... Άμα δεν την έρτει κάνας ταμπλάς τη μαμά του, τυχερή θα είναι... Και πως τήνε κατάφερε ο γιος της να τη δεχτεί που είναι σόι με όνομα και περιουσίες...>>
Δεν την κατάφερε! Η μάνα ήταν κατηγορηματικά αρνητική και περίμενε τ' αδέρφια του να συζητήσουν. 
Ο Παντελής που είχε δώσει το λόγο του στους γονείς της, δε μπορούσε να τον πάρει πίσω και ν' αναβληθεί ο αρραβώνας. Ο Καμανταρίδης του έδωσε τη λύση και πήγε το ίδιο απόγευμα με τη δικαιολογία έτοιμη.
- Τα αδέρφια μου δε μπορούνε να έρθουν πριν τον άλλο μήνα... 
- Ναι, ε; Ήρτε κομμάτι άξαφνα η αλήθεια...
- Κι η μητέρα μου δεν το δέχεται να γίνει χωρίς εκείνους...
- Ε... Καταλαβαίνουμε, πως...
- Λογοφέραμε επειδή δεν ήθελα να τραβήξει κι έτσι θα γίνει χωρίς επισημότητες... Θα σταθεί ο κουμπάρος κοντά μας!
Μάνα και κόρη κατάλαβαν τι συνέβαινε αλλά έκαναν το κορόιδο. Ο πατέρας κουνούσε απλά το κεφάλι...
- Ο,τι πεις εσύ Παντελή...
Η κυρία Καμανταρίδη δεν παρευρέθηκε. Η συμπεριφορά τους ήταν απαράδεκτη που εξαφανίστηκαν από τα σπίτια που τους "έδιναν ψωμί και ρούχα" και φοβήθηκε να μη χαλάσει τη σχέση με τις φίλες της. 
- Λόγος δε με πέφτει που λένε πως τόνε βάλανε στο μάτι για τοις παράδες του τα δουλικά αμά δε μπορώ και να μαλώσω με τις γυναίκες του κύκλου μας, τι να κάμω... Κάτι θα βρεις να πεις, αρρώστησα εγώ ή κάποιο απέ τα παιδιά...
Ο άντρας της άλλο που δεν ήθελε! Αφού ο Παντελής της πέρασε το δαχτυλίδι κι εκείνος ένα κωνσταντινάτο στο λαιμό για να "δέσει καλά η κουμπαριά", έφυγαν για το μαγαζί που τραγουδούσε η ερωμένη του. 
Η Ραμπελία έλαμπε από ευτυχία στηριγμένη στο μπράτσο του μνηστήρα της πλέον.
Σε κάθε της κίνηση το φουρό από το μεταξωτό φόρεμα θρόιζε κι ακουγόταν στα αυτιά της σα μελωδία. Δε χόρταινε να κοιτάζει το μεγάλο δαχτυλίδι που άστραφτε και το επεδείκνυε κάνοντας χαριτωμένες κινήσεις. Έμειναν εκεί γλεντώντας ως το ξημέρωμα, ανοίγοντας τη μια σαμπάνια μετά την άλλη. Ο Καμανταρίδης ξένοιαστος σχεδόν από τα μάτια που ίσως τον έβλεπαν, αφού η παρουσία του ήταν δικαιολογημένη, πέρασε αρκετή ώρα στο σεπαρέ με τη σαντέζα. Αυτός ο αρραβώνας ήταν ο,τι έπρεπε!

Τα αδέρφια του Παντελή δεν καταδέχτηκαν να τη γνωρίσουν. Την είδαν για πρώτη φορά στην εκκλησία ντυμένη νύφη, συνοδεύοντας τη μητέρα τους που ήθελε να κλείσει κάπως τα στόματα του κόσμου.
<< Γυρίζει με τη γιαβουκλού κι η μαμά του ακόμα δεν την έχει διει! Μήτε στο γάμο βλέπουμε να παγαίνει...>>
Οι συννυφάδες τους ευχήθηκαν τυπικά κι έμειναν για λίγο στο γαμήλιο τραπέζι. Γλεντζές ο γαμπρός, χόρευε με όλους και μοίραζε λεφτά στην ορχήστρα. Η κυρία Καμανταρίδη στάθηκε όπως έπρεπε κι η τελετή έγινε με κάθε επισημότητα. Οι φίλες της Χατζή και Φερτζίρογλου αδημονούσαν να μάθουν τα νέα. Αν και τις είχαν καλέσει με πρόσκληση που έστειλαν μ' ένα παιδάκι, δεν πήγαν. Ήταν πολύ θυμωμένες.
<<Έπρεπε να έρθει στην ώρα της και να ενημερώσει! Η μαμά της μήνυσε που ητανάνε λέει άρρωστη και δε θα ερχούτανε για την πλύση... Καλή κι αυτή! Μέσα στο σπίτι μας τόσα χρόνια, να και το ευχαριστώ! Κανονικά μήτε κι εσύ έπρεπε να πας αλλά και πως ν' αφήκεις τον άντρα σου μονάχο στο γάμο... Κουμπάρος χωρίς τη γυναίκα του δίπλα δε στέκει...>> 
Ασφαλώς και δεν τους έδωσε πλήρη αναφορά για την τελετή. Τα άνθη στα στέφανα ήταν δεμένα με χρυσή κλωστή και το κολιέ με τα μαργαριτάρια που προσέφερε στη νύφη ήταν εντυπωσιακό.
Η χαρά της ήταν απερίγραπτη που στεφανώθηκε ο ζωηρός του φίλος και δεν την ένοιαζε καθόλου για την καταγωγή της νύφης. 
<<Νοικοκυρεμένη είναι και σπίτι της προκοπής θα κάμουνε... Να μη ξελογιάζει και τον δικό μου που δε θέλει και πολύ... Το έχει στο αίμα του, είναι κι ο Παντελής χειρότερος!>>
Το γαμήλιο ταξίδι τελείωσε κι η Ραμπελία μπήκε στο νέο της σπίτι που άστραφτε από καθαριότητα και γυαλισμένα ασημικά. Οι γονείς της χάρηκαν τα πράγματα που τους έφερε. 
- Να ζήσετε χίλια χρόνια παιδί μου! Στεριωμένοι και χαρούμενοι!
Στο τέλος της εβδομάδας έκαναν μια γιορτή για τους φίλους τους. Η Ραμπελία που αγαπούσε πολύ το τραγούδι και το χορό, πέταξε από χαρά όταν της το πρότεινε ο Παντελής. 
- Καλά να είμαστε κι από γλέντια άλλο τίποτα! Θα μηνύσω τη μαμά μου για τα μαγειρέματα! 
Άλλος κόσμος, άλλες συνήθειες, αλλά στο καλό φαΐ και το ποτό ήταν όλοι ίδιοι... Προσαρμόστηκε η νεόνυμφη και τους πήρε τον αέρα αμέσως! Η τσαχπινιά που επιμελώς έκρυβε στην αρχή, έκανε τους άντρες να τη θαυμάζουν και τις γυναίκες να την κοιτάζουν με μισό μάτι αλλά δεν την ένοιαζε. Απολάμβανε τη ζωή που ονειρευόταν και κοιτούσε τον άντρα της στα μάτια με λατρεία. 
Η μάνα καλούσε και κάποιες γειτόνισσες να δουν πως ζει η κόρη της και να ζηλέψουν. Το κουσέλι έδινε κι έπαιρνε. 
- Ντράπηκα να πατήσω στη σπιταρόνα της! 
- Ψήνω καφεδάκι κι ελάτε, ούλα να μας τα πεις! 
- Σαλόνια, πράματα... 
- Σε καλοδέχτηκε;
- Πολύ! Κι η μαμά της κι αυτή! 
- Τι σε τρατάρανε; 
- Τόσα πολλά γλυκά που είμαι ακόμα σκασμένη!
- Τι φόραγε; 
- Σαν την πριγκίπισσα είναι, φορτωμένη στο μάλαμα! 
- Είδατε το Ραμπελιώ; Ποιος το περίμενε...
- Το είπε και το έκαμε!
- Με την τύχη της μίλησε! 
- Είδατε; Πράματα και θάματα! 
Όσο εκείνες κουτσομπόλευαν, η μάνα κι ο πατέρας μάζευαν τα λιγοστά τους πράγματα. Το σπίτι είχε βρεθεί, ένα σοκάκι κάτω από της κόρης τους...



Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

Μνηστή μου είναι η κοπέλα!


Η Σουλτάνα κοίταξε τη Ραμπελία με συμπάθεια.
- Θα σε πω τι να κάμεις κοκόνα μου! Κοπέλα της παντρειάς είσαι και πρέπει να προσέχεις και τα χεράκια σου... 
- Θα πάω να ψουνίσω ο,τι με πείτε!
- Παράδες δε θα ξοδέψεις για την πομάδα, έχω να σε δώκω!
- Κι άμα σωθεί;
- Θα σε πω τα χρειαζούμενα για να ξεύρεις!
Δυο κουταλιές γλυκερίνη, ένα κουταλάκι μελισοκέρι και λίγη τριμμένη φλούδα λεμονιού.
Τα ανακάτευε καλά κι έβαζε την κρέμα σε βαζάκι που είχε πλύνει με ζεστό νερό κι αφού στέγνωνε το περνούσε με οινόπνευμα.
Η Ραμπελία την ευχαρίστησε κι έφυγε τρέχοντας για το μυροπωλείο.
Μέτρησε ξανά τους παράδες της και ζήτησε άρωμα καλό. Τα λεφτά δεν ήταν πολλά κι έτσι κατάφερε ν' αγοράσει αυτό που της άρεσε στο πιο μικρό μπουκαλάκι. Το έβαλε στην τσέπη και πήγε στης κυρίας Χατζή που την περίμενε ανυπόμονα.
- Πού είσαι βρε κοπέλα μου; Άργησες πολύ σήμερα!
- Με έστειλε η μαμά μου στη Λάμπω να την πω να έρτει στο σπίτι μας! Η μέση του μπαμπά μου πολύ πονάει και θα τον κάμει μια ενέσα που δε μποράει μήτε να κάτσει... Αυτή έλειπε σε άλλονε άρρωστο και τήνε περίμενα τόση ώρα...
- Γιατρέσσα είναι αυτή η Λάμπω;
- Ακόμα καλύτερη! 
Έστρωσε το τραπέζι για τον απογευματινό καφέ. Από την κουζίνα έφερε τα φρεσκοψημένα ζεστά κουλουράκια και το κέικ με σοκολάτα. Η γυναίκα που τους μαγείρευε ήταν άφθαστη σε όλα! Έψηνε τόσες νοστιμιές που έκανε τα μικρά να μη θέλουν να βγουν απ' την κουζίνα. 
Η κυρία Χατζή έβγαινε με τους φιλοξενούμενους καθημερινά, πρωί και βράδυ. Συχνά ακολουθούσε και η κυρία Καμανταρίδη που τελευταία ήταν χλωμή κι ανόρεχτη από τη στεναχώρια της. 
Οι άντρες είχαν καθίσει στη βεράντα καπνίζοντας πούρο, που ενοχλούσε τις κυρίες η μυρωδιά του.
Η Ραμπελία είχε στήσει αυτί όση ώρα οι αδερφές συζητούσαν στην τραπεζαρία.
- Ενημέρωσα τελικά και τη Φερτζίρογλου με την Καμανταρίδη να έρθουν το βράδυ! 
- Πολύ λυπάμαι, τόσο καλή γυναίκα, κοκέτα, θεωρητική και να έχει αυτά τα προβλήματα...
- Δυστυχώς... Ο άντρας της θα μείκει λίγο, έχει λέει δουλειά... Καταλαβαίνεις... 
- Πω πω ντροπή... Δίνει πολλά δικαιώματα και την εκθέτει... 
- Να φτύνουμε τον κόρφο μας... Η ζωή φέρνει πολλά, μακριά από μας να λέμε... 

Λίγο πριν τις οκτώ έφθασαν τα δύο ζευγάρια.
Ο κύριος Φερτζίρογλου, κλασικός τζέντλεμαν, χαιρέτισε δια χειροφιλήματος τις αδερφές. Η κυρία Χατζή ζήτησε από τη Ραμπελία να τους φέρει παγωμένη λεμονάδα.
- Νωρίς είναι ακόμα για το κέντρο...
Η κυρία Καμανταρίδη κοίταξε στα μάτια τον άντρα της. Την απέφυγε κι ακολούθησε τους άντρες στη βεράντα.
- Βρήκε ένα φίλο του προχθές εδώ έξω και κανόνισαν λέει να πάνε κάπου να μιλήσουν για δουλειές... Δε μπορούσε να τον μηνύσει ότι δε θα πάει και θα τον περιμένει... 
- Ποιος φίλος, τον ξεύρουμε;
- Παντελή τόνε λένε, δεν τον έχεις δει...
Η Ραμπελία μουρμουρίζοντας τέντωσε τα αυτιά της. 
<< Με τον Παντελή θα είμαι εγώ ψεύτη! Κι άμα σε πίστεψε η γυναίκα σου, καλό χαϊβάνι είναι κι αυτή!>>
- Παντρεμένος είναι κι αυτός;
- Όχι, περνάει τον καιρό του με τη μια και με την άλλη... Ωραίος άντρας είναι, οικονομικά στέκει πολύ καλά, για παντρειά όμως ούτε που το σκεφτόταν. Είχε γίνει κι ένα σκάνδαλο πριν δυο χρόνια με μια παντρεμένη, έτρεχε να τον γλιτώσει ο δικός μου... 
- Τι με λες;
- Άστα να πάνε... Μήτε θηλυκιά γάτα δε τον ξεφεύγει... Η μαμά του καημό έχει που δεν έκαμε οικογένεια και απογόνους... Τώρα που κοντεύει τα σαρανταπέντε, είπε ο άντρας μου ότι σάμπως και να το αποφάσισε να νοικοκυρευτεί...
- Και πότε περιμένει για να κάμει και κάνα παιδάκι που ακόμα σα να το αποφάσισε; Άμα βρει καμιά γυναίκα να τον αρέσει δε θα είναι κι αυτή κοντά τα σαράντα; Ίσα που προλαβαίνει...
- Ο Παντελής να πάρει σαραντάρα; Ούτε για αστείο! Τη θέλει μικρή βλέπεις! Και όμορφη και τσαχπίνα, μπουμπούκι... Πολλές φιληνάδες μικρούλες είχε, αμά για να τις βγάζει με την κούρσα, να ξοδεύει παράδες και να τις γλεντάει, όχι για παντρειά...
- Εμ! Τα μπουμπούκια δε θα σκλαβωθούνε με το μεγάλο, νεαρούδι θα βρούνε ν' αγαπήσουνε και να κάμουνε οικογένεια για!
- Αυτό τον είπα κι εγώ μια μέρα που είχαμε βγει σ' ένα κέντρο και τόνε είχαμε συναντήσει... Αλλά έτσι μπλεγμένος που ητανάνε με την άλλη, πού να διει παραπέρα; 
Η αδερφή της κυρίας Χατζή που παρακολουθούσε τη συζήτηση, κούνησε το κεφάλι ειρωνικά.
- Τα χρόνια περνούνε και νομίζουνε μερικοί πως θα μείκουνε για πάντα νέοι... Της σειράς του κοπέλα δε νομίζω να βρει όπως τον αρέσει, είναι πολλά τα καλά κι εύπορα παλικάρια για κείνες. Εκτός κι αν πάρει κάνα κορίτσι πτωχό, που δεν κοιτάζει πολλά πολλά, να διει μιαν άσπρη μέρα κοντά του... Με τοις παράδες του θα τήνε αγοράσει, γιατί σε λίγα χρόνια αυτή θα ανθίζει κι αυτός θα μαραίνεται...
- Και θα δεχόταν η οικογένεια παρακατιανή νύφη; Οι άλλες των αδερφών του είναι καλομεγαλωμένες, με δασκάλες και μόρφωση, έχουν και περιουσία κι όνομα στη Σμύρνη! Έμεικε πίσω το στερνοπαίδι βλέπετε κι έσιαξε τη δουλειά του εδώ... 
Η Ραμπελία δάγκωνε τα δάχτυλα από την αγωνία της. Σαρανταπέντε χρονών ήταν τελικά κι εκείνη ούτε είκοσι...
<< Ναι, αμά δε τον φαίνουνται... Κι άμα περνάω καλή ζωή κι έχω τα λούσα και τα όξω μου μια χαρά είναι... Ποιος μικρός που βαστιέται καλά θα πάρει εμένανε; Κανείς! Χώρια που θα φάω τα χρόνια μου όσο θα μαλώνει με τη μάνα και τον πατέρα του! Αυτός θα τοις λέγει που με θέλει κι αυτοί θα τόνε αποκληρώνουνε... Με τούτον δω, κάτι μπορεί να γίνει!>> 




Με τη μπλε φούστα και το εκτυφλωτικό κίτρινο μπλουζάκι που άφηνε ακάλυπτους τους ώμους της, έκανε τον Παντελή να τη θαυμάζει από μακριά. Λίγες σταγόνες από το άρωμα της χάρισαν επιπλέον αυτοπεποίθηση. 
- Δε θα μείνω πολύ... Η μαμά μου μ' έκαμε πατιρντί, κάποιο μάτι μας πήρε και κάτι την είπανε... 
Πολύ του κακοφάνηκε. ΄Ηθελε να την κυκλοφορήσει στα στέκια των κοσμικών φίλων του, αυτών που ξόδευαν παράδες για να έχουν δίπλα τους τρυφερή συντροφιά κάτω των εικοσιπέντε κι η ανέγγιχτη Ραμπελία ήταν πολύ μικρότερη... 
- Πάμε στο μαγαζί που τραγουδάει η σαντέζα του Καμανταρίδη να πιούμε μια μπύρα! Εκεί δε θα σε δει κανείς!
Η τύχη ήταν με το μέρος της!
<< Άμα σε βάλω στο χέρι παλιόγερε, θα σε κάμω ο,τι θέλω μετά! Και σε χρειάζομαι για να τόνε πάρω! >>
Ο Παντελής χαιρέτισε πολλούς φίλους. Άλλους που συνοδεύονταν από τις νόμιμες κι άλλους με τις παράνομες σχέσεις τους. Όλοι την κοιτούσαν με θαυμασμό κι εκείνος ένιωθε το στήθος του να φουσκώνει από περηφάνεια. Ο Καμανταρίδης έφτασε σε δύο ώρες κι έμεινε με το στόμα ανοιχτό όταν τους είδε...
- Εσύ εδώ; Εσύ μ' αυτήν; Πως, πότε;
Ακολούθησαν γέλια και πειράγματα από τον Παντελή κι ένιωσε λίγο καλύτερα. 
'Ενα μπουκάλι παγωμένο ακριβό κρασί που έφερε ο σερβιτόρος, ήταν η αιτία ν' απομακρυνθεί για λίγο από το τραπέζι.
- Δυο λεπτά θα λείψω, να ευχαριστήσω τους φίλους μου για το κέρασμα! Καμανταρίδη πρόσεχέ τη!
Η προκλητική κοπέλα με το σχιστό φόρεμα και το σχεδόν ακάλυπτο στήθος τον αγκάλιασε καλωσορίζοντάς τον, λίγο πριν ξεκινήσει το πρόγραμμα. Τα μάτια του έπεσαν στη Ραμπελία που τον κοιτούσε επίμονα. 
- Μη φοβόσαστε, δε θα πω τίποτα... Ξεύρω ότι είσαστε με τον Παντελή, να μιλήσετε για δουλειές...
- Είσαι εσύ μια... Τόνε θέλεις, έτσι δεν είναι;
- Κι αυτός με θέλει και με ζητάει να βρισκόμαστε κάθε μέρα, αμά...
Ο Παντελής γυρίζοντας χαιρέτισε εγκάρδια ένα μεσόκοπο ζευγάρι κι ο Καμανταρίδης ένιωσε το αίμα του να παγώνει. 
- Ωχ! Πού βρέθηκαν αυτοί εδώ; Φωτιά στο σπίτι μου θα βάλει η κουτσομπόλα!
Τους πλησίασαν κι η γυναίκα την κοίταξε ειρωνικά.
- Η γυναίκα σου πού είναι Καμανταρίδη; Δε θα μας συστήσεις την παρέα σου; 
Η Ραμπελία κοίταξε κατάματα τον Παντελή κι έδωσε αποστομωτική απάντηση! 
- Δεν είμαι η δική του παρέα μαντάμ! Ο φίλος του τόνε κάλεσε απόψε να μιλήσουνε για δουλειές κι επειδής είχαμε δώκει εδώ ραντεβού τον έφερε! Μόλις έφευγε να βρει την κυρία του!
- Α! Μάλιστα! 
Παγιδευμένος ο Καμανταρίδης κοίταξε τον Παντελή, ζητώντας σιωπηλά βοήθεια.
- Μνηστή μου είναι η κοπέλα! Λέω τελικά να περάσω κι εγώ την κουλούρα και να γίνει κουμπάρος μου! Χα χα χα! 
Τα μάτια τους γούρλωσαν ακούγοντάς τον! 
- Τι λες; Άιντε, με το καλό! 
Έφυγαν όσο η "πέτρα του σκανδάλου" τραγουδούσε ακόμα. Έτσι διαχυτική όπως ήταν μαζί του, θα έδινε τροφή στο θηρίο που είχε γλώσσα κοφτερή και γύριζε ολημερίς σ' όλα τα καλά σπίτια τάχα για επίσκεψη, κάνοντάς τα άνω κάτω... 
Για τη Ραμπελία ήταν ανέλπιστη τύχη βέβαια! Θα τύλιγε και τους δυο και θα τους είχε του χεριού της!
- Θα σας πω την ιδέα μου και δε θα γένει τίποτις κακό κύριε Καμανταρίδη! 
Οι δυο άντρες θαύμασαν την εξυπνάδα και την ευστροφία της! 
Ο Παντελής ήταν εκείνος που είχε σχέση με τη σαντέζα κι ο... κουμπάρος έκανε ο,τι ήταν δυνατόν για να τους χωρίσει και να πάρει τη φτωχή κοπέλα που είχε εκθέσει. Δεν είχε πει τίποτα σε κανέναν γιατί εκείνη όχι μόνο δεν ήταν του κύκλου του αλλά εργαζόταν και στα φιλικά τους σπίτια... 

Περασμένα μεσάνυχτα την έφερε στο σπίτι κι εκείνη δεν είχε βγάλει μιλιά στη διαδρομή.
- Η τελευταία μας φορά ητανάνε... Θα με σκοτώσουνε οι γονιοί μου τόσο που άργησα... 
- Τίποτα δε θα πάθεις! Πες τη μαμά σου να βγει, να τη μιλήσω! 
- Μα...
- Περιμένω γιαβρί μου!
Με τα μάγουλα κατακόκκινα μπήκε τρέχοντας στο σπίτι. 
- Τα καταφέραμε μαμά! Βγες όξω!
Έβγαλε γρήγορα τη νυχτικιά η μάνα και φόρεσε το τσίτινο ρομπάκι της. Έφτιαξε τα μαλλιά με τα δάχτυλα και βγήκε στο δρόμο κάνοντας το σταυρό της και με την καρδιά να χτυπάει σαν τρελή. Τα ταρατσάκια ήταν στις δόξες τους βέβαια!
- Φασαρία στην κόρη σου να μη κάμεις άλλη φορά άμα αργήσει! Την Κυριακή θα την περάσω δαχτυλίδι!

 



Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

Το νου σου!



Οι κυρίες Καμανταρίδη και Φερτζίρογλου συναντήθηκαν στο κομμωτήριο.
- Πολύ χαίρομαι που θα πάμε στου Χατζή απόψε! Απ' το πρωί ξεκίνησαν τα μαγειρέματα στο σπίτι, εγώ είπα που δε θα φάω πολύ το μεσημέρι για να τα δοκιμάσω όλα!
- Να σε πω την αλήθεια, καμιά διάθεση δεν έχω να πάω... Εκείνοι έχουνε τις χαρές τους κι εγώ πένθος... 
Η κυρία Φερτζίρογλου την καταλάβαινε και συμπονούσε.
<< Κι εσένα αγαπάει και τα παιδιά, μη βάζεις κακό με το νου σου! Της δουλειάς γυναίκα είναι αυτή, τον έκαμε τα γλυκά μάτια κι ο Καμανταρίδης την κέρασε δυο ροσόλια για να κάμει τον καμπόσο!>> της είχε πει στην προχθεσινή βραδινή τους συνάντηση. Όταν όμως μίλησε με τον άντρα της, έμαθε ότι τα πράγματα ήταν πολύ πιο σοβαρά... 
- Θα σε πω κάτι... Μήτε η πρώτη γυναίκα είσαι, μήτε κι η τελευταία που ξενοκοίταξε ο άντρας της, έτσι είναι οι πιο πολλοί... Περνούνε τα χρόνια κι άμα βρεθεί μπροστά τους καμιά μικρή κάμουν σαν τα κοκόρια, θαρρείς που ζουλέψανε τις ομορφάδες τους κι όχι τοις παράδες που έχουνε και σκορπάνε! Τρομάρα τους, χαϊβάνια!
Είδες κοκόνα μου ποτές καμιά από δαύτες να πέσει δίπλα σε κάνα μεροκαματιάρη; Ξεύρουνε πού χτυπάνε για! Το ζήτημα είναι να μην αφήκεις έτσι τα πράματα και σε χαλάσει το σπίτι μια...
Η απελπισμένη γυναίκα της έκανε νόημα βλέποντας την κομμώτρια να έρχεται κοντά τους. 
<<Αυτό μ' έλειπε τώρα, να μάθουν τα ρεζίλια μας και στα κομμωτήρια...>>

Η Ραμπελία έσφιξε τη ζώνη του άσπρου φορέματος τόσο πολύ που ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
- Αυτό στο χαρίζω και θα το φορέσεις σήμερα που θα σερβίρεις!
Ξέροντας τη δύσκολη οικονομική τους κατάσταση, η κυρία Χατζή την καλούσε τακτικά στις βεγγέρες που χρειαζόταν βοήθεια, για να βγάλει  περισσότερους παράδες. Η μικρή απολάμβανε τα καλά φαγητά και γλυκά, έπαιρνε λίγα με τρόπο και για τους γονείς και τον αδερφό της.
- Καλύτερες είναι όλες αυτές οι λουσούδες από μένα; Ξυπνάνε το μεσημέρι και τρώνε βούτυρα σε γαλλικά ψωμιά μέχρι να έρθει η ώρα για να αποφασίσουνε πως θέλουνε το κρέας και να ξεύρεις που το βαριούνται κιόλας, στοις σκύλοι το πετάνε! Αδικία μπρε μάνα είναι!
- Έτσι ητανάνε πάντα ο κόσμος παιδάκι μου... Σε άλλοι βλέπεις οι παράδες περισσεύουνε κι αλλού δεν υπάρχουνε... Άλλος στερείται το ψωμί κι άλλος δε λογαριάζει τα καλά που έχει... 
Κάμνουνε γάμοι καλοί με παραλήδες και περνούνε αρχοντικά... Ένα τέτοιο άντρα να βρω κι εγώ δε γένεται;
- Ξύπνια να είσαι και ποτές δεν ξεύρεις πως τα φέρνει η ζωή! Οι τύχες οι καλές για μας τοις πτωχοί εύκολες δεν είναι, αμά κι ο έρωτας να ξεύρεις που τόνε στραβώνει τον άθρωπο... Και τότες δεν κοιτάει απέ πού κρατάει η σκούφια σου κι άμα η φαμίλια σου έχει όνομα, σπίτια και παράδες, άλλο τίποτις από σένανε δε θέλει να βλέπει Ραμπελιώ μου...
- Έτσι λες;
- Έτσι είναι γιαβρί μου! Τόνε διαλέγεις πρώτα εσύ και μετά τόνε κάμνεις να τρέχει πίσω σου! Άμα αυτός ξελογιαστεί, θα κάμει τα πάντα για να σε έχει, μόνο να προσέχεις πρέπει! Λίγα πλουσιόπαιδα εβγάλανε τα μάτια τους με καλές κοπέλες κι αφού τις χορτάσανε τις παρατήσανε; Να μην αξιώνεται γονιός τέτοιο πράμα να πάθει! Ούλες αυτές που έχουνε πολλοί παράδες, τα μπαλώνουνε και μοσχοπαντρεύουνε τις κόρες τους μετά, αλίμονο απέ τις φτωχοί που δεν ξεύρουνε πού να πάνε να κρυφτούνε... Έχουνε κι οι πλούσιοι βάσανα, δε λέω, αμά οι λίρες βουλώνουνε τρύπες πολλές και τίποτις δεν τρέχει...
Διες τώρα τα τυράννια με την κυρία Καμανταρίδη, διες κακό που τήνε βρήκε με τον άντρα της... Και να τήνε παρατήσει που λέει ο λόγος και να φύγει με τη σαντέζα, μήτε που θα στερηθεί τίποτις αυτή και τα παιδιά της, αμά ο μπαμπάς μόνο θα λείπει. Άμα σκεφτεί και σωστά βέβαια, θα δώκει τη σαντέζα ένα ποσό και θα τήνε ξεφορτωθεί... Άμα τα παθαίναμε εμείς με τον πατέρα σου, στοις δρόμοι θα μνήσκαμε... 
Η κυρία Χατζή τη χρειάστηκε και τις επόμενες μέρες. 
Αμάθητη στις πολλές δουλειές δεν θα τα έβγαζε πέρα με τους φιλοξενούμενους. Δυο γυναίκες στο σπίτι ήταν απαραίτητες για την κουζίνα, το στρώσιμο των κρεβατιών και την καθαριότητα. 
- Εσύ Ραμπελία σαν πιο μικρή θα αναλάβεις τις κάμαρες και το σερβίρισμα! Μετά θα συγυρίζεις τη σάλα κι άλλο τίποτα δε θα κάμεις παιδί μου...
Άλλο που δεν ήθελε από το να κλειστεί στην κουζίνα! Όποιος μπαινοβγαίνει στα δωμάτια τα μαθαίνει όλα, άσε που φαίνεται και άνθρωπος εμπιστοσύνης! Καθισμένη σε μια γωνιά έτρωγε κι έπινε του καλού καιρού, άκουγε και τα οικογενειακά τους... 
Το πρώτο βράδυ που μαζεύτηκε η αφρόκρεμα των φίλων τους, ένιωσε τα μάτια του Καμανταρίδη να πέφτουν πάνω της. 
- Κοίτα τον παλιόγερο! Δεν τόνε φτάνει η σαντέζα...
Ξέχασε σκόπιμα τον ακριβό αναπτήρα του φεύγοντας, επιμελώς κρυμμένο κάτω από την τσαλακωμένη πετσέτα κι ήταν η καλύτερη δικαιολογία για να επιστρέψει να τον πάρει, έξυπνα υπολογίζοντας την ώρα που θα τέλειωνε το συμμάζεμα. Η Ραμπελία άφησε τα σερβίτσια στην κουζίνα να τα πλύνει η γυναίκα, σήκωσε το τραπεζομάντιλο και συγύρισε τη σάλα. Δεν πρόλαβε να πει στην κυρία Χατζή ότι βρήκε τον αναπτήρα, γιατί είχε αποσυρθεί ήδη στην κρεβατοκάμαρα κουρασμένη. Τον παρέδωσε η ίδια στα χέρια του Καμανταρίδη κι αυτός αμέσως προσφέρθηκε να της δώσει λεφτά, όπως συνήθιζαν σε τέτοιες περιπτώσεις. 
- Όχι κύριε, το χρέος μου έκαμα...
Τα μάτια του γυάλισαν κι έγινε προκλητικός.
Πάρτα που σε λέω, ν' αγοράσεις ο,τι θέλεις! Με τέτοιο κορμί που έχεις, τα καλύτερα σε πρέπουνε να φοράς! 
- Εγώ δεν...
- Εσύ κάμε αυτό που σε λέω και δε θα χάσεις! Κι άμα είσαι εντάξει μαζί μου, στα μετάξια θα σε ντύσω! 
Ξεύρετε, γνωρίζω τη γυναίκα σας κι είναι πολύ καλή μαζί μου... Έπειτα εγώ δεν έχω βγει στον κόσμο, άντρα δεν γνώρισα ακόμα... Αυτός που θα με στεφανώσει θα είναι ο πρώτος κι ο τελευταίος... 
Ο Καμανταρίδης που ορέχτηκε τα νιάτα και την αθωότητά της προσπάθησε να της αλλάξει γνώμη, εκείνη όμως ήταν ανένδοτη. Το μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο που σταμάτησε μπροστά τους, διέκοψε τη συζήτηση. 
- Παντελή! Πού βρέθηκες εσύ εδώ;
Ο σαραντάρης γοητευτικός άντρας με το γκρι κουστούμι που βγήκε, έκανε τη Ραμπελία να καρφώσει τα μάτια πάνω του.
<<Μπα! Ποιος είναι τούτος πάλι;>> 
Αντάλλαξαν τυπικές κουβέντες οι δυο άντρες κι ο Παντελής χαλάρωσε τη γραβάτα κι άναψε τσιγάρο.
- Την ωραία κοπέλα δε θα μου τη συστήσεις;
Όταν ο Καμανταρίδης του εξήγησε για τον αναπτήρα, τον κοίταξε με βλέμμα πονηρό.
- Εγώ φαντάστηκα ότι θα είναι καμιά φίλη σου έτσι που σας είδα να μιλάτε στα σκοτάδια! Τώρα βέβαια θα με πεις που ένας αναπτήρας θέλει ώρα για να έρθει στα χέρια σου!
- Είπα να τη δώκω ρεγάλο και δε θέλει, εγώ επέμενα κι εκεί απάνου ήρτες εσύ... 



Έτσι έγινε η γνωριμία τους, στο δρόμο μπροστά από το σπίτι της οικογένειας Χατζή, παρουσία του Καμανταρίδη.
Ο Παντελής προσφέρθηκε να τη συνοδέψει ως το σπίτι κι εκείνη δεν αρνήθηκε, ενώ ήξερε ότι δεν έπρεπε. Τα κουσέλια ήταν ο,τι χειρότερο για μια κοπέλα, όμως δεν ήξερε αν και πότε θα τον συναντούσε ξανά. 
Η μάνα την περίμενε στην εξώπορτα και γούρλωσε τα μάτια όταν την είδε να βγαίνει από το αμάξι.
- Α πα πα πα! Ποιος είναι αυτός που σ' έφερε τέτοια ώρα, έντεκα της νυχτός μπρε Ραμπελιώ, ετρελάθηκες
- Θα σε πω...
- Μάτι δεν έχουνε κλείσει ακόμα στο μαχαλά οι γειτόνοι! Απάνου στα ταρατσάκια ξεύρεις που στρώνουνε να πάρουνε κομμάτι δροσιά και να σε διούνε με το αυτοκίνητο; 
Σους μπρε μάνα κι εσύ! Άσε με να σε πω πρώτα τι γίνηκε και μη γνοιάζεσαι για τον κόσμο! Πες που έδωκε εντολή η κυρία Χατζή να με φέρουνε για να μην έρχομαι μοναχιά μου που μας επήρε η νύχτα στο σπίτι της!
Μάτι δεν έκλεισαν ως τις πέντε το πρωί. Η Ραμπελία αφού της είπε ότι αρνήθηκε τους παράδες του Καμανταρίδη κάνοντας τη μάνα της να φουσκώσει από περηφάνια, ανέλυσε τα προσόντα του Παντελή. Η μάνα τα μετρούσε στα δάχτυλα. 
- Κι ωραίος άντρας είναι και βαστιέται πολύ καλά! Κομματάκι μεγάλος με πέφτει η αλήθεια, αμά τον άρεσα μαμά!
- Και τι κατάλαβες, σε άρεσε κι αυτός;
-  Αφού ίσια με δω με είπε τόσα πράματα για κείνονα! Κι άκου το καλύτερο, θέλει λέει να με διει ξανά! 
- Για να σε ξεγελάσει, όχι να σε στεφανωθεί!
- Κι εγώ τι είμαι, καμιά ζεβζέκα για να κάμω τα μυαλά του; Άσκημα θα μ' έπεφτε να γίνω μεγάλη κυρία κι εσύ ν' αφήκεις τη σκάφη; Σκέβου μπρε μάνα να φωνάζουμε τις άλλες και να μας κάμουν την πλύση!
- Μακάρι παιδάκι μου... Αμά με το πρώτο κόρτε που σε κάμανε να μη παίρνουν τα μυαλά σου αέρα... Βέβαια, είναι και το άλλο... Μπασμένος στα χρόνια αυτός, σαν τα κρύα τα νερά κορίτσι πράμα εσύ, θα έκαμνε και το κομμάτι του στοις άλλοι... 
- Ε, ναι... Τι να κάμω, πες με κι αύριο το μεσημέρι θα τον διω!
- Το πρώτο πράμα είναι να μάθουμε όσα δεν ξεύρουμε! Σαράντα χρονώ πάνω κάτω που λες πως είναι, γιατί δεν έχει παντρευτεί; Μπας κι έχει κάνα κουσούρι που δε φαίνεται; Ή μήπως κι έχει γυναίκα και παιδιά και τρέχει κρυφά πίσω απ' τα φουστάνια; Φίλος με το γυναικά τον Καμανταρίδη είναι, άμα δεν ταιριάζανε... Και πες που είναι λεύτερος, η φαμίλια του θαρρείς που θα σε θέλει για νύφη; Παραλής κι ομορφάντρας, ούλο και κάποια της τάξης τους θα έχουνε βάλει στο μάτι... 
Η Ραμπελία συνοφρυώθηκε. Αυτές τις εκδοχές δεν τις είχε σκεφτεί πάνω στον ενθουσιασμό της... 





- Αυτά που σε είπα να προσέχεις καημένη μου!
- Προσέχω μαμά...
- Το νου σου μη σε πάρει κάνα μάτι και καούμε!
- Ναι μαμά...
- Στο αυτοκίνητο δε θα μπεις καθόλου! 
- Μα...
- Μα και ξεμά δεν έχει, άιντε μπας και σε ξεμοναχιάσει πουθενά!
- Και τι να τόνε πω άμα θέλει να πάμε περίπατο;
- Μπρε συ, παλάβωσες πια; Με τα ποδάρια σας να πάτε, τώρα δα στα είπα απτάλα! 
- Κι άμα τον πω που δε μπαίνω και μ' απαρατήσει και φύγει;
- Στα τσακίδια να πάει! Ούλοι οι άντριδοι σ' ένα πράμα μοναχά έχουνε το μυαλό τους! 
- Καλά...
- Άμα σε καταστρέψει και κάμει το κέφι του, καπνός θα γένει μετά κι εσύ θα μείκεις στο ράφι! Γι αυτό σε λέω πάντα να είσαι ξύπνια, να τόνε κάμεις να σε θέλει σαν τρελός και για να σε έχει γυναίκα του να σε στεφανώσει! Πάντα να θυμάσαι που καμιά απ' αυτές που κοιμούνται μαζί τους δεν τις πάνε στην εκκλησία! Άμα οι άντρες αποφασίσουνε να παντρευτούνε, καλά και τίμια κορίτσια ψάχνουνε!
- Το ξεύρω μαμά...
- Να πάτε απ' το μεγάλο δρόμο με τα φώτα!
- Τι με λες τώρα;
- Καλύτερα θα είναι άμα σας πάρει κάνα μάτι, παρά σε κάνα σοκάκι σκοτεινό που πάνε τα πονηρά...
- Κι άμα μας δούνε εκεί που λες;
- Θα πω ότι σε γύρεψε η κυρία Καμανταρίδη για δουλειά και σ' έστειλε με τον ξάδερφό της να διείτε για τον άντρα της!
Τα έχασε με την εξυπνάδα και το θάρρος της μάνας της!
<< Αυτό, ούτε εγώ σα μικρότερη δε θα το σκεφτόμουν... >>

Ο Παντελής την περίμενε υπομονετικά. Τον είχε εντυπωσιάσει η ανωτερότητα της φτωχής κοπέλας, που δεν είχε καμία σχέση με όλες όσες συναναστρεφόταν τόσα χρόνια. 
Η Ραμπελία πλησίασε διστακτικά. Εκείνος τη χαιρέτισε κι άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου. 
- Μα γιατί δε θέλεις να πάμε περίπατο; Δε σε άρεσε χτες που μπήκες για πρώτη φορά σε αυτοκίνητο;
- Με άρεσε βέβαια... Αμά δεν είναι φρόνιμο να έρτω μαζί σου... Να φύγω καλύτερα...
Πρώτη φορά του συνέβη αυτό! Τρελαίνονταν όλες για βόλτες με το αυτοκίνητο που αν τα καθίσματα είχαν στόμα θα έλεγαν τόσα πολλά και θα έκλειναν σπίτια... 
- Ας περπατήσουμε τότε... 

Η μάνα προφασίστηκε δουλειές και δεν βγήκε στην πόρτα. Περίμενε με αγωνία την κόρη της, προσευχόμενη να μη την παρασύρει ο νεανικός ενθουσιασμός και συμβεί ο,τι φοβόταν. Το "ανεπανόρθωτο". 
Η Ραμπελία επιστρέφοντας χαιρέτισε τις γειτόνισσες που ήδη την κουτσομπόλευαν.
- Πού επήγε στολισμένη σαν τη νύφη κι άφηκε τη μαμά της μόνη να σιάχνει τις κάμαρες; Ούλο το μεσημέρι σαπουνιζούτανε!
- Μπα; Και χτες ελούστηκε που θα πάγαινε την κυρία Χατζή... 
- Ναι, ε; Τι κάμνει κάθε μέρα και μπανιαρίζεται; 
- Ωχ... Κακά μαντάτα... 
- Συφορές έρχουνται... 
Διείτε τη που περπατάει σαν τη φανταγμένη, χάμω δε ρίχνει τα μάτια της!
- Το αυτοκίνητο που την έφερε το βράδυ το είδατε καλά; 
- Η Ραμπελιώ με κούρσα! Πα πα πα...
- Ποιος την έφερε;
- Πού να τόνε διω καλά μες στα σκοτάδια; Κάτι τρέχει όμως γιατί δεν κοιμηθήκανε, ίσα με το χάραμα στην κουζίνα καθόντουσαν!
- Τι με λες;
- Ναι για! Έβλεπα το φως κι άμα δεν την είχα διει να γυρίζει θα χτυπούσα μπας και πάθανε τίποτις...
- Αυτό το πράμα καθόλου δεν το αρέσω... Λες να τοις φέρει καμιά λαχτάρα η γυρίστρα;
- Θα τα μάθουμε ούλα το βράδυ στην αυλή τους! 
Δύσκολο να κρατήσεις μυστικά στο μαχαλά... Μάνα και κόρη το ήξεραν καλά...
- Έλα μπρε παιδάκι μου και μ' έφαγε η αγωνία! Καλά επήγανε τα πράματα; Κάτσε και πες τα μου ούλα! 
Μια μάνα είχε ο Παντελής κι άλλα δυο αδέρφια παντρεμένα που ζούσαν στη Σμύρνη. Εκεί ασχολούνταν με το εμπόριο και στην Πόλη έρχονταν δυο φορές το χρόνο. 
- Καλό αυτό, πολύ καλό! Πάει να πει που δεν τοις έχουμε στα πόδια μας! Η μάνα του στέκει καλά;
- Έχει κάτι προβλήματα και δεν πολυβγαίνει όξω...
- Κι αυτό καλό είναι! Άμα δε γυρίζεις στα σοκάκια, ούλο και πιο λίγα μαθαίνεις... Κι αυτός γιατί έμεικε μόνος του;
- Γλεντούσε τη ζωή του! Χώρια που οι άλλες φοβόντουσαν μη και γίνουνε νοσοκόμες της πεθεράς που είναι ούλο αχ και ουχ...
- Έτσι σε είπε, ε; Αυτό βέβαια είναι μια δικιολογίααμά δεν το πιστεύω και πολύ... Παράδες έχουνε, πλερωτικά να βάζανε μια γυναίκα να τήνε κοιτάζει δε μπορούσανε; Η Λάμπω που κάμει αυτή τη δουλειά, ξεύρεις σε πόσοι αρρώστοι παγαίνει; Και τις εντριβές και τις ενέσες τους κι ούλα τα κάμει καλύτερα κι απ' τοις γιατροί! Αυτή έχουνε στις ανάγκες!
- Τι να σε πω, δεν ξεύρω... Αύριο πάλι που θα τον διω, με τρόπο θα τον αρωτήξω...
- Δε με λες, μπας κι άπλωσε χέρι απάνω σου;
- Όχι μαμά, κύριος είναι! Με είπε βέβαια να πάμε στη θάλασσα με το αυτοκίνητο κι εγώ έκαμα όπως με είπες. Εκάμαμε περίπατο και φάγαμε καϊμάκι στο καζινάκι το ακριβό! 
- Α! Τι με λες;
- Δεν το πίστευα που μπήκα μέσα! Τόσα χρόνια έβλεπα τις πλούσιες ωραία στολισμένες να παγαίνουνε και ζούλευα... Να διεις ομορφιά και να τρελαθείς! Έχει κάτι καρέκλες μες στο βελούδο ολάκερες! Τα πατώματα είναι άσπρα και γυαλισμένα σαν καθρέφτες, τα μούτρα σου βλέπεις! Έχει και πιάνο με ουρά μεγάλο κι ητανάνε ένας νεαρός που έπαιζε κάτι μουσικές... Οι κουρτίνες διπλές και τρίδιπλες με κρόσσι χρυσό γύρω κι ούλη η σάλα είχενε μια μυρουδιά από πάρα πολύ ακριβά αρώματα... 
Η μάνα ρούφαγε κάθε της λέξη εκστασιασμένη. 
- Κι αυτοί οι αθρώποι που σελβίρουνε, τι να σε λέω... Με τα ωραία κουστούμια τα μαύρα και τα άσπρα πουκάμισα, το λουστρίνι στα πόδια... Και μια ευγένεια! Ούλο περάστε και ορίστε και τι θα πάρετε περικαλώ και ρεβεράντζες...* 
- Έκαμαν και σε σένα ρεβεράντζες Ραμπελίτσα μου;
- Φυσικά!
- Πω πω πω! Η κόρη μου τέτοια μεγαλεία! Και σε είπε που θέλει ν' ανταμώσετε και αύριο, ε;
- Ναι! Στα μάτια με κοίταζε ούλη την ώρα μάνα!
- Να πας παιδάκι μου... Μακάρι να έρτουν ούλα δεξιά και να είναι το τυχερό σου! Πρόσεχε μόνο μη τα κάμει για να σε καλοπιάσει, ε; Πολλές φορές δείχνουνε που είναι καλοί κι αθώοι ίσα με να σε ρίξουνε στο κρεβάτι! Το νου σου!
- Τον έχω μπρε μαμά σε είπα! 
- Να πας ίσια με τη Σουλτάνα, να σε πει καμιά πομάδα να βάλεις στα χέρια σου μη σε ανοίξουνε πάλι απέ τις πλύσεις... Σαν τα κρίνα πρέπει να είναι, όχι κόκκινα και σκασμένα! Θα σε δώκω και λίγοι παράδες να πας στο μεγάλο μυροπωλείο να ψουνίσεις τα χρειαζούμενα ίσια με το τέλος της βδομάδας που θα σε πλερώσει η κυρία Χατζή...
Βγαίνοντας στην αυλή, είδε να καταφθάνουν οι τρεις από τις πιο κουτσομπόλες γειτόνισσες.
- Πάλι φεύγει η κόρη σου; Ούλο σύρε κι έλα είναι αυτές τις μέρες, δεν κάθεται να τη διούμε κομμάτι...
- Η κυρία Χατζή την έχει στα μέσα και στα όξω! Παγαίνει τώρα να την πάρει κάτι πράματα που θέλει κι αμέσως θα πάει στο σπίτι της, έχουνε πάλι βεγγέρα! 
- Πολύ την κουράζει όμως, πάρα πολύ... 
- Την έχει να προσέχει τα πάντα, λύνει και δένει εκεί! 
- Τι με λέγεις; Μπράβο το κορίτσι σου...
- Κι απέ κει θα έρτει ευθύς εδώ άμα τελέψει
- Βεβαίως, πού αλλού θα πάει;
- Ε, δεν ξεύρω... Μπορεί κάνα περίπατο και να τήνε φέρουνε πάλι με αυτοκίνητο... Ο μαχαλάς στο ποδάρι εσηκώθηκε χτες το βράδυ κι ούλο γι αυτό μιλούνε για!
- Να τα συνηθίσει αυτά ο μαχαλάς! Η κυρία Χατζή έδωκε εντολή να τήνε φέρει ο εξάδελφός της που είναι κύριος καθώς πρέπει, όχι απέ τις περίπατοι αμά από το σπίτι της, για να μην έρχεται αργά μοναχιά της! 
- Και τι κύριος είναι αυτός;
- Με μόρφωση μεγάλη και όνομα καλό! Πάω να ψήσω καφέ!
Κοιτάχτηκαν με νόημα μη πιστεύοντας λέξη... 






Ρεβεράντζα - Υπόκλιση