.

.
.

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Στον ουρανό σε γύρευα, στη γη σε βρήκα!

Σουλτάνα και Μαρίκα αριβάρισαν φορτωμένες κούτες και μπαγκάζια.
Λουσούδες πολύ κι οι δυο, η πρώτη φορώντας μαύρα για το χαμό του Γιωργάκη της κι η άλλη ντυμένη με ανοιχτόχρωμο ταγέρ και καπελάκι, έκαναν εντύπωση στους συνεπιβάτες που δεν έχασαν την ευκαιρία να πιάσουν κουβεντούλα μαζί τους.
Χαιρετήθηκαν εγκάρδια κι υποσχέθηκαν σε δυο κομψές κυρίες να βρεθούν κάποια μέρα για καφεδάκι.
Η απουσία της Σουλτάνας ήταν καρφί στην καρδιά για όλους κι όταν την είδαν μετά από τόσο καιρό ξεφώνιζαν από χαρά. Αλλά και η Μαρίκα συγκινήθηκε με την τόση τους αγάπη. Άνθρωποι απλοί, εγκάρδιοι, καλοδεχτικοί, χωρίς τυπικότητες.
- Συμπεθέρα μας! Καλώς τη, τι χαρά μεγάλη είναι αυτή! 
Όταν οι κούτες ανοίχτηκαν και μοιράστηκαν τα δώρα, έλαμψαν τα πρόσωπά τους από έκπληξη!
- Πω πω πω! Τι ωραία πράματα είναι αυτά που μας φέρατε! Πολύ σας ευχαριστούμε! 
Η Μαρίκα είχε μεριμνήσει κι εκείνη για όλους. Πάντα μαζί οι δυο συμπεθέρες είχαν βγει στα μαγαζιά και κυριολεκτικά τα ξεσήκωσαν! Υφάσματα, αρώματα και σαπούνια εξαιρετικής ποιότητας, κραγιόν, πούδρες, ρούχα και παιχνίδια, απλώθηκαν σε τραπέζια, καρέκλες, παντού. 
Η Φωτεινή ανέμισε τις λεπτές, αέρινες κάλτσες, δείχνοντάς της στον άντρα της, καμαρώνοντας.
- Εδώ διες! Έχουνε και χρυσούλι μέσα και λαμποκοπάνε!
Η Σουλτάνα άρχισε τα πειράγματα.
- Θα ράψει κι ένα ωραίο φόρεμα με το ύφασμα και θα τις βάλει με τις καλτσοδέτες που έχουνε και φιόγκοι! Θα κάμει μπάνιο με το σαπούνι του γάλατος, θα βάλει κι απ' το άρωμα! Θα τήνε πας στο καλύτερο μαγαζί να τα κάμει με γεια και μετά που θα γυρίσετε στο σπίτι, δε σε λέω τίποτα! Μόνο να την πεις το κραγιόνι να βγάλει, ε; Χα χα χα! 
- Μπρε αδερφή, δεν τον είπες να με πάρει και παπούτσια και τσάντα! Μισά καινούργια και μισά παλιά θα φορέσω; 
Η νύφη τους συνέχισε την πλάκα κοιτάζοντας τον αδερφό τους κι άντρα της. 
- Κι εγώ αυτό λέω μπρε Σουλτάνα! Αφού και σε μένα έφερες ο,τι και στις αδερφάδες σου, θα τα φορέσουμε ούλα καινούργια! Να πάμε αύριο στο τσαρσί να ψουνίσουμε κι εσώρουχα πρέπει! Αυτά παλιά θα είναι για;
Οι άντρες ξέσπασαν σε γέλια και φωνές.
- Μπρε, τι σου είναι αυτά τα θηλυκά; Αχόρταγα! Εμείς θα βάλουμε τις μπλούζες και θα κάμουμε με γεια και τέλος! 
Μπλέξαμε και τώρα είναι αργά! Χα χα χα!
Μέχρι το βράδυ έτρωγαν, έπιναν, γελούσαν και μάθαιναν τα νέα. Η Σουλτάνα αφού τους περιέγραψε τη ζωή τους εκεί, ρώτησε για τον καθένα ξεχωριστά. Της είχε λείψει η Πόλη κι ήξερε ότι θα την έβλεπε μετά από χρόνια... 
- Θα κάμουμε το γάμο των παιδιών στην Ελλάδα πια... Να πάμε, να διούμε τα πράματα εκεί πως είναι, να βρούμε τη βολή μας... Να στήσουνε το σπιτικό τους με την ησυχία τους κι εκείνοι ξέγνοιαστοι, δε γένεται και τίποτε έτσι που είμαστε ξεσηκωμένοι ούλοι... 
Η μόνη... παραφωνία ήταν φυσικά η Λαμπρινή με τα πάντα κατεβασμένα μούτρα.
Καλοδέχτηκε τη φανελένια ρόμπα και τις χοντρές κάλτσες γιατί ήταν τα μόνα που θα την ευχαριστούσαν. Η Μαρίκα της είχε φέρει μάλλινες κλειστές παντόφλες. 
- Αυτές τσι γεροντίστικες θα τση πάρω μπρε συμπεθέρα; Ντροπή είναι από τόσα ωραία πράματα και φανταχτερά...
- Άμα τήνε γνωρίσεις θα διεις που έχω δίκιο! Και πολλά της είναι! Άμα ήξευρα που δε θα ερχούτανε να μας διει, μήτε τη ρόμπα δε θα την έπαιρνα, μήτε τις κάλτσες! Αλλά αυτή πρώτη και καλύτερη θα στρωθεί, μη και την ξεφύγει τίποτις... 
Πράγματι, δεν της ξέφυγε τίποτα. Κάρφωνε τη Μαρίκα κι έδειχνε τη δυσαρέσκειά της με τον τρόπο που μόνο εκείνη είχε. Όταν έφυγαν, έβγαλε το άχτι της στο υπόλοιπο σόι...
- Τόσες δικές μας καλές κοπέλες υπάρχουνε, την ξένη έπρεπε να πάρει ο ανιψιός μου; Ναι, αφού Σμυρνιά είναι, ξένη είναι! Χαθήκανε οι νύφες της Πόλης για; Κουβάλησε και τη συμπεθέρα με την καπελαδούρα, με τα τσι και τα τσου... Φορτωθήκανε δώρα και πράματα αρσίζικα, λες πια και τα πήγανε στις σαντέζες κι όχι σε νοικοκυράδες... Ούλο παρφούμες και κάλτσες που είναι σα να μη τις φοράς...Κι αυτή η γυναίκα, πα πα πα! Τι λούσο και κακό είναι αυτό; Ητανάνε πάντα κι η δικιά μας και τώρα βρήκε το ταίρι της... Μπλέξανε οι δυο τους κι ούλη τη μέρα η μια θα πασαλείβει τα μούτρα της άλλης... Κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι! 




Η Μαρίκα φόρεσε το φορτωμένο δαντέλα λευκό της νυχτικό κι έβαλε την κορδέλα ακριβώς στο σημείο που ξεκινούσαν οι ρίζες των μαλλιών.  Έβγαλε από το ειδικό τσαντάκι των καλλυντικών της τρία βαζάκια κι ένα μπουκάλι.
- Φέρε το μπαμπακάκι να καθαριστούμε, έλα συμπεθέρα μου!
Το αμυγδαλέλαιο πήρε κάθε ίχνος μακιγιάζ και ρύπων από τα πρόσωπά τους. Το μικρότερο βαζάκι είχε την κρέμα για τα μάτια, με χαμομήλι. Περάστηκε με μικρά, απαλά χτυπηματάκια στα πάνω και κάτω βλέφαρα μέχρι να απορροφηθεί. Ακολούθησε η πομάδα για το πρόσωπο και το λαιμό, πάντα με τελετουργικές κινήσεις, από κάτω προς τα πάνω. Η κορδέλα βγήκε κι έδωσε τη θέση της σε λίγα μπικουτί και τσιμπιδάκια. Λίγο πριν ξαπλώσουν άλειψαν τα χέρια και τις φτέρνες με την παχιά, λιπαρή κρέμα. 
- Έχει και το μελισσοκέρι μέσα κι είναι πολύ θαυματουργή, δίκιο είχες συμπεθέρα μου! Να βάλουμε τσι καρτσούλες μας για να μείνει και να μη λεκιάσουνε τα σεντόνια! 
- Μη σεκλετίζεσαι γι αυτά συμπεθέρα μου, πλένουνται για! Πες με τώρα, πως σε φανήκανε οι συγγενείς;
- Πολύ καλοί αθρώποι, θα έχω να το λέω! 
- Ούλοι, εκτός απ' την ανάποδη την κουνιάδα μου... Μα να μη μοιάσει την αδερφή της τη Ζωίτσα μήτε στο τόσο; Κακορίζικη από μικρή ητανάνε, την ψυχή μ' έχει βγάλει... Άμα σηκωθούμε το πρωί, θα σε πάρω στην Αλεξάνδρα, χρυσή γυναίκα είναι! Να διεις χαρακτήρα, να διεις καλοσύνη, αρχοντιά... Πολύ την έχω πεθυμήσει... 

Η Αλεξάνδρα τις υποδέχτηκε με μεγάλη χαρά. Το τραπεζάκι στρώθηκε με λευκό καρέ κι οι διώροφες πιατέλες με γλυκάκια σοκολατένια, κέικ, πολλών ειδών κουλουράκια και μπισκότα συνόδευσαν τον καφέ.
Άνοιξε το γαλάζιο κουτί κι έλαμψαν τα μάτια της βλέποντας το περίτεχνο μπουκαλάκι και τα συνοδευτικά του. Ανάσανε μ' ευδαιμονία το άρωμα και την έσφιξε ξανά στην αγκαλιά της.
- Αλήθεια σε αρέσει η μυρουδιά του γιαβρί μου; 
- Μα είναι υπέροχη Σουλτάνα μου! Και τα σαπούνια του κι η πομάδα του! Και πόσο ωραία στολισμένο είναι! Σ' ευχαριστώ πολύ, πάρα πολύ! Δεν έπρεπε να ξοδευτείς όμως τζάνουμ... 
Σους μπρε, τι με λέγεις τώρα; Ας είναι καλά η συμπεθέρα μου που ξεύρει τα καλά μυροπωλεία κι όχι μόνο! Μ' έμαθε ούλα τα μαγαζιά, απ' τα φαγιά θες, απ' τα ρούχα θες, τα πάντα! 
Όταν κατάλαβε η Μαρίκα ότι η Αλεξάνδρα κοιτούσε με αγωνία τη Σουλτάνα, ζήτησε ευγενικά την άδεια να πάει στην τουαλέτα για να λύσει τον κορσέ που την έσφιγγε αφόρητα. 
- Στον ουρανό σε γύρευα, στη γη σε βρήκα μάτια μου! Έχουμε προβλήματα με την κουνιάδα μου και τον άντρα της!
Με δυο λόγια της εξήγησε τι συμβαίνει. 
- Κακό χρόνο να 'χει που βάνει φωτιά στο σπίτι του! Να σε πω κάτι, έχει καεί πολύ κι η συμπεθέρα μου, παραλίγο να χωρίσει ο γαμπρός την κόρη της! Κι άμα σε πω με ποια είχε μπλεχτεί... Τη θυμάσαι τη Φιλιώ που έκαμνε την αριστοκράτισσα και κανείς δεν ήξευρε πούθε κρατάει η σκούφια της; Κλείσε τον στόμα σου κοκόνα μου, πόρνη πολυτελείας ήτουνε η βρόμα και στη Σμύρνη έφτασε η χάρη της! Σπιτωμένη την είχε και τον έτρωγε ούλη του την περιουσία! Τήνε τσάκωσα και την έκαμα πέντε παράδες! 
Η Αλεξάνδρα τίναξε το κεφάλι μη πιστεύοντας όσα άκουγε.
- Μη γνοιάζεσαι για τη Μαρίκα, είναι πολύ κυρία! Μη σε πω που θα μας βοηθήσει κιόλας να μάθουμε τι γένεται
Το μεσημέρι θα έτρωγαν στης Φωτεινούλας και το βράδυ στης Αθηνάς. Αδερφές και γαμπροί τα είχαν κανονισμένα. 
- Αύριο θα πάμε κι οι τρεις στο καζινάκι να πιούμε τον καφέ μας και να τα μιλήσουμε! Οι αδερφάδες πρώτα, αμά κι η νύφη μου μας τραπεζώνουνεοπόταν δε μπορώ να τοις πω που θα φάμε σε σένανε, σωστό πράμα δεν είναι... Δυο, άιντε τρεις μέρες και μετά θα ορμίσουμε! 

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014

Παντρεμένοι κι οι δυο



Το καυτό τσάι άχνιζε μυρωδάτο στα μικρά γυάλινα ποτήρια με τα χρυσαφί πιατάκια. 
Η οικογένεια το έπινε παραδοσιακά, όχι σαν τους Ευρωπαίους σε φλιτζάνι. Και τι ουσία είχε το ελαφρύ ρόφημα που έμπαινε σε φακελάκια μέσα στο ζεστό νερό κι όσο κι αν έπινες δεν σ' ευχαριστούσε; Ούτε μυρωδιά, ούτε γεύση "αυτό το άνοστο πράμα που έπιναν οι κυρίες εδώ".
- Μια ζαχαρίτσα να σε ρίξω καλά είναι;
- Όχι κυρία Ανθούλα μου, καθόλου δε θέλω.
- Σκέτο καλέ θα το πιεις; Πως θα πάει μέσα σου; 
- Μια χαρά θα πάει! Δεν ξέρεις ότι καφέ και τσάι τα πίνω χωρίς ζάχαρη; Πλάκα έχεις έτσι που με κοιτάς! Χα χα χα!
- Αυτό το πράμα πρώτη φορά το βλέπω σε σένανε! Θα σε βάλω ένα κομματάκι, εγώ με τρία το πίνω!
Πριν προλάβει ν' αντιδράσει η Μυρτώ, το ανακάτευε ήδη με το μικρούτσικο κουταλάκι. 
- Πάρε κουλουράκια, πολύ ωραία είναι! Με τα έφερε η Ζωίτσα που είχε έρτει με τη Σουλτάνα προχτές! Και να σε πω, μελετήσαμε και την Αλεξάνδρα, εμάθανε που γίνηκε γιαγιά πάλι! 
- Μπράβο, να τους ζήσει! 
- Τότενες που λες, είχε γίνει μεγάλο κακό... Πολύ την αγαπούσε την κουνιάδα της που ητανάνε χρυσή κοπέλα, όχι σαν τις δικές μου και τη Λαμπρινή της αδερφής μου... Πολύ πιο μικρή απ' τον άντρα της, είχε πάρει κι αυτή αξιωματικό. Επήγανε σ' ένα χορό και τήνε πήρανε μαζί, εκεί την είδε αυτός και ξετρελάθηκε! Την άρεσε κι αυτήνε κι άμα είπε τον αδερφό της που τη θέλει γίνηκε ο γάμος απάνου στο χρόνο... 

Η πρώτη εγκυμοσύνη ήρθε σύντομα. Ο γαμπρός καμάρωνε κι η Αλεξάνδρα που τους είχε παντρέψει περίμενε να γίνει νονά. Διάλεξε άσπρες δαντέλες και μοτίφ για τα σεντόνια, τα μαξιλάρια και τις κουβερτούλες του και χάζευε τα σχέδια στα ξένα περιοδικά για να τα ράψει και να τα κεντήσει η αδερφή τους η Φωτεινή. 
- Γέννησε κοριτσάκι! Και να οι ροζ φιόγκοι και τα φρου φρου κι από νουνά κι από μαμά, χώρια οι γιαγιάδες! 
Στους επτά μήνες έγινε η βάφτιση. Ακολούθησε γλέντι κι όλοι σχεδόν κατάλαβαν ότι ο ευτυχής πατέρας συμμετείχε τυπικά... 
- Έδειχνε σαν κάτι να τόνε τρώει μέσα του... Τον αρωτούσανε τι έχει κι έλεγε τίποτα, καλά είμαι... Στη γυναίκα του είπε που είχε αδιαθεσία, αμά εκείνη δεν τόνε καλοπίστεψε... 

Η Αλεξάνδρα δεν έκλεισε μάτι όλη νύχτα.
Ήταν δύο η ώρα όταν σηκώθηκε από το κρεβάτι που κοιμόταν αμέριμνος ο άντρας της κι έψησε καφέ. Ακολούθησαν κι άλλοι μέχρι το ξημέρωμα. 
<< Μακάρι να είμαι λάθος... Αλλά δεν έγινε μια φορά μόνο... >>
Όταν τα μάτια του γαμπρού διασταυρώνονταν με της συζύγου του συναδέλφου του, φαινόταν ο πανικός που τον κυρίευε.
<< Κι αυτή σα να του έκαμε νοήματα με το χέρι... Ο άντρας της χόρευε κι έπινε και πίσω απ' την πλάτη του έβραζε αυτή... Όταν καθόταν δίπλα της ήταν μια χαρά, όλο γέλιο... Άμα σηκωνόταν πάλι, το μούτρο της άλλαζε και κοιτούσε το αντρόγυνο με κακία...  Αχ Μαρίτσα μου, αχ ψυχή μου τι να σε περιμένει...>>
Άναψε ακόμα ένα τσιγάρο χωρίς τη σκαλιστή της πίπα. Λίγο πριν φύγουν από το γλέντι είδε την κουνιάδα της να πίνει μονορούφι ένα ποτήρι κρασί και τα χέρια της έτρεμαν. Πού πήγε η χαρά της βάφτισης με τη στολισμένη σαν πριγκίπισσα μικρούλα και την τρελαμένη γιαγιά που άκουσε το όνομά της; Ούτε μισή λίρα δεν άφησε το γιο της να ξοδέψει για το πλουσιοπάροχο τραπέζι. 
Ο πατέρας του συγκινημένος το είχε ξεκαθαρίσει.
<< Εμείς θα τα πλερώσουμε όλα γιε μου! Εντολή της μαμάς σου είναι και συμφωνώ! >>
Ο άντρας της Αλεξάνδρας μπήκε νυσταγμένος ακόμα στην κουζίνα τρίβοντας τα μάτια του.
- Γιατί ξύπνησες τόσο νωρίς; Ήπιες και τον καφέ σου βλέπω! 
- Θα ψήσω τώρα και τον δικό σου! 
Τόσα χρόνια παντρεμένοι, έπιναν πάντα μαζί τον πρωινό τους καφέ. Εκείνη συμπλήρωσε λίγο ακόμα στο φλιτζάνι της.
- Κομματάκι βαρύ θα μ' έπεσε τόσο πολύ που έφαγα κι είχα έτσι μια δυσφορία... Δεν καλοκοιμήθηκα η αλήθεια... 
- Τι έφαγες πια κι εσύ μπρε κοκόνα μου και σε βάρυνε; Δεν είδα το πιάτο σου γεμάτο!
- Με μπούκωνε η συμπεθέρα μας και δεν ήθελα να τη χαλάσω την καρδιά τέτοια μέρα...
- Η συμπεθέρα! Ποιος την πιάνει τώρα με την εγγόνα της! Πολύ ωραία όλα ήταν, να μας ζήσει κι εσύ πάντα άξια να είσαι! 
- Να 'σαι καλά άντρα μου! Το μεσημέρι να ξεύρεις θα φάμε πάλι στης αδερφής σου, είπε να πάμε που περίσσεψαν τόσα ψητά, να πούμε κιόλας τα σχετικά για τη βάφτιση με την ησυχία μας... 
- Χα χα χα! Εντάξει, θα σε δω εκεί κοκόνα μου! Ξάπλωσε να ησυχάσεις κομμάτι, νωρίς είναι ακόμα!
Φόρεσε τη στολή του, τη φίλησε κι έφυγε. Η Αλεξάνδρα αφού τακτοποίησε την κάμαρα κι ετοίμασε το πρωινό για τα παιδιά, να το βρουν έτοιμο όταν ξυπνήσουν, ντύθηκε βιαστικά και βγήκε. Ένιωθε το σπίτι να την πνίγει κι ήθελε να πάρει καθαρό αέρα. 
<< Να περάσει κομματάκι η ώρα που λες κι έχει σταματήσει και να πάω στης Μαρίτσας να διω τι γίνεται... Αχ μπρε Σουλτάνα μου και να σ' είχα εδώ τώρα για να σε μιλούσα... Πού να πίνεις τώρα το καφεδάκι σου, σε ποιο σοκάκι της Σμύρνης; >> 
Χάζευε αφηρημένη τις βιτρίνες μέχρι που το ρολόι της έδειξε έντεκα. Προσπάθησε να φανεί ευχαριστημένη και γελαστή όταν χτύπησε την πόρτα. 




- Καλημέρα κουμπαρούλα μου! Να πιούμε καφεδάκι και να σε βοηθήσω κομμάτι σκέφτηκα κι ήρτα πιο νωρίς! Μα τι έχεις, άρρωστη είσαι;
Η Μαρίτσα χλωμή και με μάτια κατακόκκινα ίσα που έσερνε τα πόδια της. 
- Τι έπαθες γιαβρί μου, μπας και σε πείραξε χτες το κρασί;
- Άλλα πράματα με πειράξανε και δεν έχω κλείσει μάτι... 
- Έγινε κάτι που δεν...
- Αλεξάνδρα δεν επήρες χαμπάρι με τον άντρα μου; 
- Η αλήθεια τον είδα λιγάκι κακόκεφο και με είπε που μάλλον έχει πάρει κρύο και...
- Ναι, καλά... 
Τα χέρια της έτρεμαν όσο έψηνε τον καφέ.
- Τη γυναίκα του Βουδούρη, που έκαμνε σκέδια δεν την είδες; Όχι μη με πεις, δεν είσαι καμιά χαζή!
Η Αλεξάνδρα ήρθε σε δύσκολη θέση. Ήθελε να βοηθήσει την κουνιάδα της αλλά δε μπορούσε να κάνει το κορόιδο. 
Οι αντιδράσεις τους δεν είχαν και τόσο τακτ... 
- Θα σε πω την αλήθεια Μαρίτσα μου... Κι εγώ ξημερώθηκα στην κουζίνα με τόσοι καφέδες, που με πονεί το στομάχι μου... Ησυχία δεν είχα, λεπτό δεν έκλεισα μάτι... Στον αδερφό σου που με βρήκε όρθια είπα που με πείραξε το πολύ φαΐ... 
- Επήρε χαμπάρι λες ο κόσμος;
- Μπα, όχι, μη γνοιάζεσαι. Στο φαγοπότι και στο χορό που είχαν πέσει όλοι, μήτε δίπλα τους δε βλέπανε τι γίνεται. Τους είπε που ήταν και λίγο άρρωστος και το πιστέψανε... Για πες με τώρα για τη Βουδούρη, νιόπαντρη σχετικά δεν είναι κι αυτή; 
- Λίγους μήνες πριν από μας παντρευτήκανε... Μήτε φιλίες είχαμε, μήτε τίποτα! Μια φορά που επήγαμε στο γάμο τους αρραβωνιασμένοι κι αυτοί στον δικό μας και στη βάφτιση χτες. Παιδί δεν έχουνε κάμει ακόμα. Ε, στοις χοροί δυο φορές το χρόνο, είσαστε κι εσείς, τυπικές σχέσεις...
- Ναι... Κι έχει καλό άντρα, κιχ δεν έχει ακουστεί για τον άνθρωπο.
- Ο δικός μου φαίνεται θα την αρέσει καλύτερα! Αμά το θέμα είναι αυτός τι κάμει! Γιατί όλα αυτά χτες; Να διεις που κάτι τρέχει...
- Μη βάζεις αμέσως το κακό Μαρίτσα μου! Άσε να το ψάξουμε, να διούμε τι γίνεται! Θα σε πω κάτι τώρα και πρόσεχε! Να μη τον κάμεις σκηνή κι άλλη λέξη μη τον πεις, ακούς; Βγάλε τη ρόμπα σου, ντύσου και στολίσου και κάμε πως το ξέχασες.
- Τι με λες κι εσύ τώρα; 
- Αυτό θα κάμεις! Άμα νομίζει που ξεχάστηκε το πράμα, θα φανεί το τι συμβαίνει! Δε με λες, τη θυμάσαι τη Σουλτάνα;
- Ποια Σουλτάνα;
- Την αδερφή της Φωτεινής, της κεντήστρας!
- Πως δεν τη θυμάμαι, που είχατε φιλία από μικρές κι είχε πάρει το Γιωργάκη με τα παπούτσια! Στη Σμύρνη δεν είναι με το γιο της;
- Ναι, ναι! Μ' έστειλε και γράμμα, έρχεται σε δεκαπέντε μέρες να δει τους συγγενείς της πριν πάνε στην Ελλάδα!
- Να 'ναι καλά η γυναίκα, αμά τα βάσανά μου λέγαμε, τι την ανακατεύεις τώρα;
- Γι αυτό μπρε Μαρίτσα μου την ανακάτεψα! Η ιδέα που σε έδωκα για τον άντρα σου είναι δοκιμασμένη! Για να καταλάβεις, μια φίλη της είχε υποψίες για τον άντρα της και τον έκαμε φασαρία συνέχεια. Αυτός που τελικά είχε ερωμένη, αποτραβήχτηκε ίσα με να ηρεμήσουν τα πράγματα και την έριξε στάχτη στα μάτια. Μετά βέβαια πάλι τα ίδια κι έκαμε το κορόιδο, δυο χρόνια πήγε η κατάσταση αυτή... Όταν μίλησε τη Σουλτάνα που είναι πολύ ξύπνια γυναίκα, την είπε που ήταν λάθος ο τρόπος της!
<< Όσο τον κάμνεις πατιρντί, τόσο φυλάγεται αυτός! Άμα όμως νομίζει που εσύ έχεις άγνοια, μπαίνει και βγαίνει με δαύτη κι έτσι θα τόνε πιάσεις στον ύπνο! Πρόσεχε να μη σε βλέπει σε μαύρο χάλι και τόνε σπρώχνεις σ' αυτή! Μη δείχνεις που κάτι έχεις και σε τρώει το μαράζι γιατί πάει, όλα τα έχασες! Άιντε μπρε συ και να διεις που θα γυρίσει μια κι όξω σε σένα! Χούι αν το έχει σαν τον αδικιορισμένο το γαμπρό μου, θα σε κάμει τα ίδια, πότε με τη μια και πότε με την άλλη που θα τον κουνηθεί... Εσύ έχε το νου σου και θα κάμνεις αυτό που σε είπα, σαν τον ποντικό στη φάκα θα τόνε τσακώσεις κι άμα δεν τόνε θέλεις πίσω ξανά, θα τον τραβάς και παράδες για τα παιδιά, θα βρεις κι άλλο καλύτερο!>> 
Η Μαρίτσα παραδέχτηκε ότι είχε δίκιο. Την έτρωγε η αγωνία, ήθελε να μάθει αν κάτι συνέβαινε μεταξύ τους.
- Όπως κι αν είναι, ποτέ δε θα τον συγχωρήσω που μας έβγαλε ξινή τη βάφτιση του παιδιού!
Η Αλεξάνδρα προσπάθησε να την ηρεμήσει.
- Σώπα γιαβρί μου και ξινή δε μας βγήκε! Όλα ωραία και καλά γίνηκαν, ο κόσμος ευχαριστήθηκε κι εμείς θα στολίσουμε τις φωτογραφίες να έχουμε να καμαρώνουμε! Να σε πω και κάτι, μπορεί να μη συμβαίνει και τίποτα! Για θυμήσου που σε είχα πει για τη συχωρεμένη τη Ραμπελία που είχε ριχτεί στον αδερφό σου! Εκείνος έφταιγε; Όχι βέβαια!
- Ναι, αμά δεν χάλασε το κέφι του, μήτε έκαμνε τον άρρωστο μετά για να τα μπαλώσει!
Ατυχής η σύγκριση αλλά τι να έκανε κι η Αλεξάνδρα για να την καλμάρει... 
- Να διεις που δε θα είναι τίποτα! Μπορεί έτσι με την ιδέα μας να στενοχωρηθήκαμε! Πάνε εσύ να ετοιμαστείς και θα αλλάξω εγώ το παιδί! Μετά θα ετοιμάσουμε το τραπέζι! 

Το τηλέφωνο που χτύπησε διέκοψε την Ανθούλα. 
- Έρχουντε η κόρη μου με τον άντρα της να με αφήκουνε το μικρό! Ακόμα γκούχου γκούχου τον πάει κι από όρεξη γιοκ! Μπρε τι γιατρικά τον δώκανε, τίποτα! Η θέρμη τον έπεσε μοναχά, ευτυχώς! Το άλλο είναι απ' τα χτες στης Ζωίτσας τα εγγόνια και θα πάνε να το πάρουνε. Έκλαιγε για να πάει και να σε πω, μια να μη κολλήσει καλύτερα που έφυγε, αμά κι ούλο δέρνουντε στο σπίτι κι η κόρη μου μέσα στα νεύρα είναι! Κομματάκι ησυχία θέλει που έχει κρύο το μικρό και δεν κάμει να φωνάζει και να τον γδέρνουνται τα λαιμά! Πάμε μια στην κουζίνα και τα λέμε κι εκεί τζιέρι μου!
Αφαίρεσε τα κόκαλα από το καλοβρασμένο στήθος της κότας κι έλιωσε με το πιρούνι τα καρότα και το σέλινο. Ξέπλυνε καλά το ρύζι στο μικρό σουρωτήρι και τα έριξε στη σούπα όλα μαζί. Σε λίγη ώρα τη δοκίμασε στο αλάτι και χτύπησε το αβγολέμονο. Έτσι ζεστή και χυλωμένη την έφαγε ο μικρός αδιαμαρτύρητα και μετά από πολλά φιλιά κι αγκαλίτσες χουζούρεψε στο καναπεδάκι βλέποντας τηλεόραση. 
Η Ανθούλα έβαλε λικέρ και βολεύτηκε πάλι στην πολυθρόνα. 
- Αυτός που λες, δικαιώματα δεν έδωκε να μπαίνει και να βγαίνει και να αργεί και τέτοια. Μονάχα σπίτι και δουλειά ητανάνε, στην ώρα του. Αμά ούλο κατσουφιασμένο μούτρο είχε κι όξω πια δεν έβγαιναν όπως πάντα. Μήτε στα καζινάκια, μήτε στα κέντρα που τρώγανε με τις παρέες τους κι ακούγανε ωραία μουσική, τίποτα και πουθενά! Τελικά, μαθεύτηκε το μυστικό!
Δυο χρόνια δεσμό είχε με τη γυναίκα του Βουδούρη όσο ήταν κι οι δυο ελεύθεροι και χώρισαν λόγω καβγάδων.
- Αυτή πολύ ζουλιάρα ητανάνε με δαύτον! Ούλοι οι αξιωματικοί τραβούσανε τις γυναίκες άμα βγαίνανε να πούμε με τη στολή τους, θα πω το σωστό. Κι οι πιο πολλοί να διεις λεβέντες, αψηλοί, όμορφοι! Αυτή πια, ούλο τόνε τσιτσίριζε, γιατί κοίταξες, γιατί μίλησες, γιατί γέλασες... Είδε κι αποείδε αυτός που έτσι έκαμνε συνέχεια κι άμα γίνηκε πάλι πατιρντί την λέει τέλος! Για να τόνε μπει στο μάτι, επειδής τον ήθελε κι είδε που την παράτησε, τα έφτιαξε με το Βουδούρη που ητανάνε συνάδερφος κι εκείνος κι αρχίνησε τα σύρε κι έλα, για να τη βλέπει και να ζουλέψει που την έχασε... Πως τα κάμανε, πως τα φέρανε, τόνε παντρεύτηκε κι ο άλλος για να την κάμει τα ίδια επήρε μάνι μάνι τη Μαρίτσα!
- Α πα πα πα! Από εγωισμό δηλαδή;
- Ναι για! Καλέσανε ο ένας τον άλλο στοις γάμοι που εκάμανε για πείσμα! Αναμεταξύ αυτός την αγάπησε, μια χαρά πολύ ωραία και γλυκιά κοπέλα ητανάνε κι απέ καλό σπίτι κι ούλα μια χαρά. Η άλλη όμως αρχίνησε να τόνε τσιγκλάει παρακαλώ! Με τις κλάψες της και τα παρακάλια, με τα τούτα και τα κείνα, σμίξανε πάλι! Μια στις τόσες βλεπόντουσαν στην αρχή, αμά αυτή δεν εχόρταινε! Τόνε έλεγε που δε μπορεί να ζήσει χωρίς αυτόν και θα πεθάνει και θα φαρμακωθεί κι αυτός θα φταίει...
- Αμάν! Και τι έγινε; 
- Και τελικά, την εβδομάδα τρεις φορές μαζί ητανάνε! 
- Τα ήθελε κι αυτός βέβαια!
- Φυσικά! Αφού την έκαμε πατιρντί άμα είπε που θα πάρει το Βουδούρη!
- Πω, πω, πω! Και δεν τους πήρανε χαμπάρι μετά;
- Όχι, τίποτις κανένας δεν ήξευρε απέ τοις δικοί. Αμά δυο τρεις συνάδερφοι, τοις επήρανε απ' τις ματιές χαμπάρι κει στοις χοροί που κάμνανε, τα μάθαμε μετά... Σιγά να μη ξέφευγε το πράμα απ' τη Σουλτάνα όμως! Χα χα χα!
- Έλα ντε! 
- Αυτός η αλήθεια, την έλεγε που είμαστε παντρεμένοι κι οι δυο και δε γένεται να μείκουμε έτσι, παράνομοι να πούμε. Σιάξαμε τις ζωές μας κι ο,τι γένηκε τότενες να ξεχαστεί. Αναμεταξύ αυτή τόνε πίεζε να χαλάσουνε τοις γάμοι τους και να παρθούνε!
- Α! Τόσο καλά!
- Τόσο, τόσο... Κι άμα έμεικε η Μαρίτσα έγκυος, εκεί ήρτε το μεγάλο κακό! Σε λέει αν είχα μια ελπίδα να χωρίσει, τώρα με το παιδί θα είναι πιο δεμένος! Εκείνη δεν έκαμε, δεν ξεύρω τι πρόβλημα είχανε...
- Κρίμα. Με τέτοια κόντρα, θα έπρεπε να πάει κι αυτός στα βαφτίσια του δικού της παιδιού για να είναι πάτσι!
- Αυτό με είπε η Αλεξάνδρα τότενες... 
- Κι η αδερφή σου πως τα κατάφερε, από πού τα έμαθε;
- Αρχίνησε με την Αλεξάνδρα τις βεγγέρες στις αξιωματικίνες! Η Σουλτάνα έπαιρνε λόγια κι έμαθε με ποιες είχε τις μεγάλες φιλίες αυτή, ξεύρανε και τον κύκλο του γαμπρού... 
Ήπιε μια ακόμα γουλιά λικέρ.
- Ήρτε κι Μαρίκα μαζί, να διει το σόι και την Πόλη η συμπεθέρα! 
Πήρε ένα τσιγάρο, το τρίτο της ημέρας.
- Απέ δω χώθηκε, απέ κει χώθηκε, ούλα τα έμαθε και κανείς δεν κατάλαβε τίποτες! 
- Πως δηλαδή;
- Δε σ' έχω πει που τραβάει τοις άλλοι με το πιοτάκι; Άιντε στην υγειά μας κι άιντε όξω καρδιά κι η γλώσσα λύνεται!



Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Ζωηρή πολύ τον βγήκε...

- Καλύτερα που οι άλλοι δεν είχανε έρτει πιο νωρίς Ραμπελίτσα μου... Δεν τις είδες αυτές τις καρακάξες τις συννυφάδες σου που σε κοιτούσανε με μισό μάτι; Εμ, βέβαια, σε λένε αυτή ποια είναι που μπήκε στο σόι μας; Κι αν πεις για τη μάνα του...
- Μμμμμμ....
- Έτοιμη να σκάσει ητανάνε...
- Να σκάσει και να πλαντάξει! Κι αυτές πια οι συννυφάδες μου οι φαντασμένες, μείκανε εδώ πάλι για να τήνε παρηγορήσουνε... Οι κουνιάδοι βλέπεις, είχανε τις δουλειές τους κι έπρεπε αμέσως να φύγουνε... Καλύτερα, σιγά μην ήθελα να βλέπω τα μούτρα τους, στα τσακίδια να πάνε!
- Τυχεροί σταθήκαμε παιδάκι μου και γίνηκε ο γάμος... Καμιά φορά με το πες πες αλλάζουνε τα μυαλά του άντρα...
- Ναι καλέ μαμά, αμά έτσι που έκαμε ο Παντελής σαν τρελός για μένανε, λες να με παράταγε στο τέλος;
- Ποτές δεν ξεύρεις τι γένεται... Είδα κι έπαθα ίσια με να σε διω να βγεις στεφανωμένη με δόξα και τιμή απέ την εκκλησία...
- Κι εγώ μη νομίζεις που ήμουνα ξέγνοιαστη, πολύ φόβο είχα... 
- Ας μην είχε ο Καμανταρίδης λερωμένη τη φωλιά του και θα σ' έλεγα... Ακόμα έτσι θα σε τράβαγε...
- Η αλήθεια σ' αυτόνε το χρωστάω που τον μίλησε και γίνηκαν όλα γρήγορα και καθωσπρέπει!
- Ναι, ναι... Τη σαντέζα πάει και τη βρίσκει ακόμα;
- Φυσικά! Να είναι καλά κι αυτή που βοήθησε χωρίς να το ξεύρει... 
- Αυτό πάλι πού το πας; Χα χα χα! Η Καμανταρίδη ήρτε καθόλου εδώ ξανά;
- Απ' το γλέντι και μετά όχι... Με φέρνεται όμως ωραία, δε μπορώ να πω... Είδες τι γάμο μας έκαμε και το κολιέ που με δώρισε!
- Πολύ πλούσια ούλα τα έκαμε, να 'ναι καλά! Οι γειτόνισσες τα χάσανε άμα τους είπα και για τα μαργαριτάρια! Το φυσάνε και δεν κρυώνει με την τύχη σου... Τριανταπέντε χρονώ τους έχω πει που είναι ο άντρας σου να ξεύρεις, μη σε πιάνουνε στη γλώσσα τους... Δεν τόνε φαίνουνται η αλήθεια, λεβέντης είναι! 
- Ναι, πολύ πιο νέος δείχνει...
Σκέπτουμαι την κουμπάρα που θα τήνε ξεψαχνίζουνε οι άλλες... Ακόμα περιμένουνε για την πλύση! Χα χα χα!
- Κι εμένα για τα σερβιρίσματα! Χα χα χα! Κυρίες αυτές, κυρίες κι εμείς! Είδες μαμά;
- Και είδα και βλέπω κι ακόμα να το πιστέψω! 
- Όλα καλά μας πάνε... Φτου φτου φτου!
- Το σταυρό και τη χάντρα να μη τα βγάζεις απέ πάνω σου, πρόσεχε! Απ' το κακό το μάτι άλλο χειρότερο δεν υπάρχει! Δε με λες, η πεθερά σου θα έρτει να σας κάμει επίσκεψη;
- Τι με λέγεις κι εσύ τώρα; Αυτή μήτε το όνομά μου δε θέλει να ξεύρει...
- Ε... Θα μαλακώσει, πού θα πάει; Το δικό τους δεν επέρασε, θα το πάρουνε ούλοι απόφαση...
- Θα διούμε... Ο γιος της πάει την εβδομάδα δυο φορές και τήνε βλέπει...
- Μάνα του είναι, καλά κάμει! Θα τόνε βάζει λόγια βέβαια και πρόσεχε παιδάκι μου!
- Κλαίγεται συνέχεια που δε μπορεί τα πολλά πολλά... 
- Θα σε πω τι θα κάμεις! Πάντα να τον αρωτάς πως είναι και να τη στέλνεις χαιρετίσματα!
- Ναι, σιγά...
- Αυτό που σε λέγω! Να τη μηνύσεις να έρτει κι εδώ, να φάει και να πιει απ' τα χέρια σου και να διει περιποίηση!
- Δε θα έρτει μπρε μαμά σε λέω! Στο γάμο παραλίγο να με έπνιγε, δεν τήνε είδες;
- Άμα πνίγανε οι πεθερές ούλες τις νύφες που δε θέλανε, ζωντανή καμιά δε θα είχε μείκει!
- Δίκιο έχεις! Χα χα χα! 
- Εσύ Ραμπελίτσα μου θα κάμεις το πρέπον κι ο άντρας σου θα σε βλέπει μ' άλλα μάτια!
- Καλά... Για πες με, πότε τελεύουνε τ' ασπρίσματα στο σπίτι;
- Όπου να 'ναι... Ακόμα τίποτις σε κανένα δεν έχω πει στη γειτονιά, δεν ξεύρουνε που θα φύγουμε... Το μπαμπά σου πολύ τον αρέσει κει που τον έβαλε ο Παντελής, να 'ναι καλά! Μιλούνε, καφεδάκο πίνουνε, τσάι, με φέρνει και του κόσμου τα νέα! Κι ο αδερφός σου τούμπες κάμει που αλλάζει η ζωή μας! Ποιος το περίμενε... Χρυσό άθρωπο πήρες παιδάκι μου, με την τύχη σου μίλησες! 

Μετά τη γέννηση του γιου τους που τρέλανε τον Παντελή, η μητέρα του την επισκέφτηκε στην κλινική για να δει το μοναδικό αγόρι της οικογενείας τους και να το ασημώσει. Οι άλλοι είχαν αποκτήσει κορίτσια. Στο σπίτι τους πάτησε μόνο τη μέρα της βάφτισης για το γλέντι μετά το μυστήριο στην εκκλησία, συγκινημένη που ακούστηκε το όνομα του συζύγου της. Τη συνόδευαν οι γιοι κι οι νύφες της και τους κοιτούσαν με μισό μάτι. Στη Ραμπελία και τους γονείς της δεν έδινε κανείς τους σημασία. 
- Λες και δε θα τα μάθαινε ούλα η πεθερά σου; Τούρκα απ' την αρχή ητανάνε, που σ' έλεγε η κόρη του καλαθά, τώρα σε λέει και δούλα και η κόρη της πλύστρας... Κρυφό δε μείσκει τίποτις  κόρη μου... Τα περίμενα η αλήθεια...
- Το ξεύρω μπρε μαμά... Ρεζίλι θα μας έχει κάμει με τόσα λόγια που μας σούρνει... Αλλά και πάλι να σε πω, δε με νοιάζει! Παντρεύτηκα το γιο της κι ας λέει ο,τι θέλει, το δικό μου πέρασε! Πάλι καλά που τον έκαμα και το παιδί, είναι κι αρσενικό!
- Το μόνο αγόρι! Άιντε, άμα φτάσει στο χρόνο, να κάμεις ένα ακόμα, κοντά να είναι!
- Δε θα 'σαι καλά! Σιγά μη κάμνω αυτή τη δουλειά, να γεννοβολώ συνέχεια! Έπειτα κι ο άντρας μου δεν είναι κάνας μικρός, πόσα μωρά θα νταντεύω για; Μια χαρά είναι, ένας και μοναδικός! Σκάσανε απ' το κακό τους οι άλλοι με τα θηλυκά, ο γιος μου θα πάρει και το μεγάλο σπίτι που γράφει απ' όξω το όνομα του παππού! Ζουλεύουνε πολύ, λυσσάνε!  
Ο Παντελής ζούσε την απόλυτη ευτυχία δίπλα στη νέα γυναίκα του και το όμορφο παιδάκι τους.
Οι γιορτές κι οι συγκεντρώσεις με χορό και τραγούδι, καλό φαΐ και μπόλικο κρασί έδιναν κι έπαιρναν στο σπίτι. Η Ραμπελία ντυνόταν και στολιζόταν όλη μέρα, ρίχνοντας αρκετό από το βαρύ κι ακριβό της άρωμα παντού. Και στην κρεβατοκάμαρα και στη σάλα και στις κουρτίνες και στις πετσέτες. Ακόμα και στα χαλιά και στο μικρό πατάκι της εξώπορτας.
<<Να με μυρίζουνε ούλοι παντού κι όξω και μέσα στο σπίτι μου! Πάει ο καιρός που μετρούσα τοις παράδες μου για να πάω να ψουνίσω μετρημένες σταγόνες... Τώρα μπαίνω στο μαγαζί και το σηκώνω ολάκερο!>>
 Ο Καμανταρίδης που ήταν πλέον και ο νονός του μικρού, έβρισκε πάντα αφορμές για να ξεπορτίζει και "να βλέπει το βαφτιστήρι" κι η σαντέζα λάμβανε τακτικά βελούδινα κουτάκια από το πιο γνωστό κουγιουμτζίδικο της Πόλης.
Με τον καιρό άρχισε η Ραμπελία τα παιχνίδια. Αυτά που κάνουν οι εικοσάχρονες κοπέλες με αγόρια της ηλικίας τους και λίγο μεγαλύτερα όταν είναι όμορφα... 
Το μάτι της έπαιζε όταν έβλεπε άντρα νέο και ασίκη! Δεν ήταν λίγες οι φορές που τους φλέρταρε χωρίς αναστολή!
Ένα απόγευμα ο Γιάννης, ο άντρας της Ανθούλας, γύριζε από την αδερφή του και στάθηκε για λίγο στο μαγαζί του Γιώργου. Εκείνος έλειπε για κάποια δουλειά και τον περίμενε. Η Ραμπελία απ' έξω φορτωμένη ψώνια, χάζευε τη βιτρίνα με τα παπούτσια. Εκείνος βγήκε στην πόρτα με ύφος και αέρα ιδιοκτήτη. Κλασική αντίδραση μέχρι τα γεράματα...
- Ελάτε, περάστε να διείτε τι καλά πράματα που έχουμε! 
Της άρεσε ο ξανθός νέος με το ωραίο παράστημα. Σε λίγο είχαν πιάσει την κουβέντα και προθυμοποιήθηκε να της πάει τα πακέτα και τις τσάντες στο σπίτι, για να φανεί κύριος καθώς πρέπει και περιποιητικός. Έτσι έκανε πάντα όταν συναντούσε νέες γυναίκες που του άρεσαν. Θεωρούσε τιμή του ότι ήταν μπερμπάντης και χαιρόταν για τη νέα του κατάκτηση! Εκείνη δεν του είπε ότι ήταν παντρεμένη, ούτε ότι είχε παιδί... 




Η Ανθούλα ήπιε ένα γεμάτο ποτήρι νερό πριν συνεχίσει. 
- Ακούς πράματα; Ακούω να λες!
- Και τι έγινε, μπήκε μέσα;
- Όχι, ευτυχώς! Εφοβούτανε και τα λόγια του κόσμου βλέπεις η αρσίζα! Ραντεβού όμως τον έδωκε την άλλη μέρα!
- Ωχ! Και πήγε λες; 
- Με είπε όχι... Γίνηκε κι η κουβέντα με τη Σουλτάνα για τον άντρα της Αλεξάνδρας που τον έλεγε πόσο την άρεσε με τη στολή του κι αυτά, ο Γιάννης άμα άκουσε το όνομά της ήρτε κι έκατσε δίπλα μη και τον ξεφύγει τίποτις... Χα χα χα!
- Γελάς, ε; Αυτό δε μπορώ να το καταλάβω, άλλη στη θέση σου...
- Ε κι εσύ... Τόσα χρόνια έχουνε περάσει...
Αιώνια Ανθούλα! Μια ζωή ήθελε να ξέρει και να βλέπει όσα τη βόλευαν... Τα καμώματα του γυναικά συζύγου της έφερναν καβγά και μούτρα μέχρι να της πει όποια δικαιολογία του ερχόταν στο μυαλό. Την άλλη στιγμή ήταν μέλι γάλα... 
- Έτσι τα σπίτια δε χαλνάνε γιαβρί μου, μη κοιτάς τις τωρινές! Οι άντριδοι αυτά κάμνουνε πάντα κι οι γυναίκες πρέπει να βαστούνε καλό τιμόνι! Κάμποσες φορές τον είπα που φεύγω βέβαια, αμά δε θα το έκαμνα! Πού να πάγαινα με δυο παιδιά για; Αυτόνε όμως τον πήγε νααααα!
- Η Σουλτάνα;
- Φωτιά και μη νερό! Ίσια με τα τώρα, βλέπεις που δε τόνε θέλει καθόλου! Η αλήθεια, πάντα μ' έλεγε που θα μ' έπαιρνε στο σπίτι της, αμά εγώ δε το έκαμνα ποτές αυτό... Και τότενες που γίνηκε το μεγάλο πατιρντί που τόνε τσάκωσε και με πήρε, στο θάνατο έφτασε εκείνος!
- Και πόσα δε θα είχες πάρει χαμπάρι... Χα χα χα!
- Πολλά! Χα χα χα! Στη δουλειά πάγαινα, να το σπίτι, τα παιδιά, οι έγνοιες... Πού να ξεύρω τι γενούτανε ούλη την ώρα;
- Δεν ήθελες να ξέρεις πιστεύω... 
- Σ' έχω πει που ητανάνε πολύ καλός σύζυγος και πατέρας... Είχε να πούμε αυτό το χούι στα νιάτα του, όπως οι πιο πολλοί... Η αλήθεια τόνε ριχνόντουσαν πολλές, τόνε λιμπιζούντουσαν!
- Κι έκανε ψυχικά... Χα χα χα! Και για τη Ραμπελία πως το έμαθες;
Ήρτε κείνη τη μέρα και κάτι είπε την τρελή τη νοικοκυρά για τα κάρβουνα... Αυτή ητανάνε πολύ κακιά γυναίκα, θυμάσαι που σε είχα πει; Ο Γιάννης είχε ένα τενεκέ στο μπαχτσεδάκι και τα έβαζε μέσα. Άμα έψηνε την όρνιθα και τοις κιοφτέδες, την έφταιγε η κάπνα κι ούλο φώναζε! Απ' το κακό της επάγαινε απ' την άλλη μεριά στο ταρατσάκι και πέταγε τα απόνερα, όπως και στα ρούχα, να και μουσκεύανε τα κάρβουνα! Μια δυο, την είπε που κάμει αυτό το κακό πράμα και στήθηκε πατιρντί! Βγήκε κι ο άντρας της και τον είπε ένα σωρό λόγια κι ύστερα που μπήκε μέσα τον έβριζε... 
<<Εμένα θα πει αυτά τα πράματα; Μακάρι να μ' έμοιαζε που είμαι πολύ κύριος! Εμείς φταίμε που μνήσκουμε στο παλιόσπιτό τους και το νοικοκυρέψαμε! Το μούτρο του να διει που είναι σαν το γουρούνι κι η γυναίκα του η γουρούνα, η τσιγκουναρού που μόνο παράδες ξεύρει να μετράει! Αυτή τόνε ταίριαζε, ίδιοι είναι! Εγώ έχω καλύτερη γυναίκα κι ας μη βρήκα λίρες! Κι άμα ήθελα καμιά παραλού,  έτσι να έκαμνα μια σήμερα και θα είχα πιο πολλά! Αυτός θα πει κακό για μένανε; Φτου και στων δυονώνε τα μούτρα!>>
Εκεί παραλίγο να στηθεί άλλη φασαρία! 
- Τι λέγεις, ποια παραλού, ποιες λίρες;
- Ωχ κι εσύ μπρε γυναίκα άσε με! Είπα άμα ήθελα, δεν είπα που έκαμα κάτι! 
- Να με πεις τώρα! Απέ την αδερφή σου δε με είπες που ήρτες και πέρασες απ' του Γιωργάκη κι έλειπε;
- Ναι! Κι ήρτε μια να ψουνίσει με πόσες τσάντες στα χέρια της και ζήτηξε να τα πάει κάποιος ίσια  με το σπίτι της! Γιατί να έπαιρνε άλλος το μπαξίσι μπρε γυναίκα; Τα πήγα εγώ! Και για να διεις τι άντρα έχεις, τα γλυκά μάτια μ' έκαμε αλλά εγώ έφυγα...
Το επόμενο πρωί μετά τη συζήτηση για τη Ραμπελία, έμαθε σε ποιαν αναφερόταν... 
- Και τι άλλο σε είπε η Αλεξάνδρα μπρε Σουλτάνα; 
- Τριάντα νοματαίους θα έχουνε στη γιορτή! Μήτε πέντε, μήτε δέκα! Έχει κύκλο βλέπεις ο Παντελής κι ούλοι ένας κι ένας είναι! Αρνιά θα ψήσουνε στην ταβέρνα, κοκορέτσια, έτοιμα ζεστά θα τα πάρει στην πόρτα της... Η μαμά της θα σιάξει τις πίτες και τα γλυκά κι αυτή άιντε το πολύ πολύ να κόψει τις σαλάτες και τα τυριά, άλλο τίποτις δε θα κάμει για να μη κουραστεί... 
- Και τα όργανα στο σπίτι τα φέρνουνε;
- Βέβαια! Βγάζει σε λέει τη μεγάλη κομότα και τις ανθοστήλες και βάνει καρέκλες και δυο μικρά στρόγγυλα τραπεζάκια σαν του καφενέ για να ακουμπούνε τα πιοτά και τα τασάκια! Κάθε μα κάθε χρόνο γένεται μεγάλο γλέντι! Αμά και συχνά, ούλο ταβατούρι είναι, τραπεζώματα και χοροί! Ζωηρή πολύ τον βγήκε, ούλο τοις άντριδοι κοιτάει με είπε... Να τσαλίμια και νάζια, χώρια που κάθε μέρα βγαίνει για ψούνια με τις ώρες... Κι απέ παράδες, ξοδεύει αβέρτα! 
Η Ανθούλα έβλεπε τον άντρα της να ρουφάει κάθε λέξη κι είχε κατεβασμένα μούτρα μέχρι την επόμενη μέρα... 

- Με το ρολόι στο χέρι ήμουν και μες στη σκάση απέ κει κι ύστερα! Στη δουλειά πάγαινε κι εγώ μέτραγα τις ώρες για να σκολάσει και να έρτει σπίτι! Με είχε πει κι αυτά η Σουλτάνα για κείνη, είχε βλέπεις και ο Γιάννης το ελάττωμα που δεν ήθελε και πολύ και πού να ησυχάσω... Μετά κάμποσα χρόνια, πέθανε ο άντρας της, το παιδί ητανάνε ίσια με δεκαοχτώ χρονώ... Η πεθερά είχε πεθάνει κι αυτή, τον άφηκε τη σπιταρόνα κι είχανε πάει εκεί και μνήσκανε. Άμα χήρεψε, νοίκιασε το άλλο κι έπαιρνε μπόλικοι παράδες, πολύ μεγάλο ητανάνε! Στα δυο χρόνια, βρήκε άλλονε κι έκαμνε πάλι μια χαρά τη ζωή της! Στο χρόνο απάνου παντρεύτηκε ξανά και σε λίγο γίνηκε και γιαγιά! Ο γιος της επήρε μια κοπέλα με περιουσία μεγάλη κι απέ οικογένεια καλή... Στα δέκα χρόνια ήρτανε στην Ελλάδα κι αυτοί... 
- Έζησε όπως ήθελε... 
- Τυχερή, πολύ τυχερή ητανάνε! Κρατούσε ψηλά την τιμή της σαν κορίτσι κι εχτιμήθηκε τότες, καλοπαντρεύτηκε κι αφού τον έδεσε για τα καλά έκαμνε μετά τα δικά της... 
- Εδώ τους είδε η Σουλτάνα καθόλου;
- Μπα, όχι... Δεν είχανε και πολλά πολλα βέβαια... Ητανάνε στη Σμύρνη τότε με τον Ιάκωβο κι άμα ήρτε στην Πόλη για να μας διει τα έμαθε... Ετοιμαζούτανε κι η Αλεξάνδρα να έρτει κι είχε κι αυτή βάσανα με την κουνιάδα της, άστα...
- Τι έπαθε; 
- Θα σε πω... Να βάλω το νερό για το τσάι στη φωτιά μια στιγμή, πάμε μέσα τζιέρι μου!