.

.
.

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

Η Σερσέμα




Πόση χαρά παίρνεις όταν βρίσκεσαι ξανά με δικούς σου ανθρώπους! Τόση, που γλυκαίνει ο πόνος του ξενιτεμού...
Καθισμένη η Σουλτάνα στην παλιά, μεταχειρισμένη πολυθρόνα της θείας της, ρουφούσε κάθε λέξη. Οι συγγενείς είχαν μαζευτεί όλοι να τους υποδεχτούν και το τραπέζι ήταν φορτωμένο καλούδια.
- Πού βρήκατε καλέ δικά μας πράματα;
- Τίποτις δε λείπει τζιέρι μου! Έχουμε ένα δικό μας που άνοιξε μαγαζί εδώ και χρόνια, ούλα τα καλά φέρνει απέ την Πόλη! Αχ! Να διεις τα γράμματα τα τούρκικα πάνω, θαρρείς που είσαι εκεί και τα ψουνίζεις!
Παρηγορήθηκε η νεοφερμένη Πολίτισσα. 
- Έχει κι εδώ ομορφιές η αλήθεια! Καλά περνούμε Σουλτάνα μου, αν και τα φέρνουμε κομματάκι δύσκολα βόλτα... Την υγειά μας να έχουμε και το καθημερινό μας, αυτό να λέμε! 
Γάμοι, βαφτίσια, κηδείες, τα έμαθε ρωτώντας για όλους.
- Μπρε συ, ποια λέγεις που στεφανώνεται το καλοκαίρι;
- Ποια;
- Άμα δε σε το πω, μήτε που το βάζει ο νους σου!
- Πες με μπρε ξαδέρφη!
- Η Βιθυνία! 
Η Σουλτάνα έμεινε για μια στιγμή σκεπτική κι ύστερα έβαλε τη φωνή.
- Ποια Βιθυνία καλέ με λέγεις; Τη σερσέμα;* 
- Ναι για, αυτή!
- Μπα που να μη σώσει! Χα χα χα! Πού βρίσκεται, εδώ κοντά μένει;
- Όχι, στα Πατήσια κοντά είναι, αμά περνάει καμιά φορά και τη βλέπουμε! Κι εμείς έχουμε πάει στο σπίτι της, χαρά μεγάλη μας έκαμε η αλήθεια! Μοναχικό είναι, έχει κι ένα μπαχτσεδάκι στην πίσω μεριά... Κι η μαμά της καλά κρατιέται ακόμα!
- Και το γαμπρό πού τόνε βρήκε τρομάρα της, δικός μας είναι; 
- Όχι, Ελλαδίτης παρακαλώ! Χηρευάμενος, παιδιά δεν έχει, σύνταξη καλή παίρνει, με σπίτι δικό του...
- Και τι τη βρήκε την αγαθιάρα που μπορεί να πάει να τον ψήσει καφέ και να βάλει φωτιά στο σπίτι; Χα χα χα χα! 
- Αχ και να διεις που την κοιτάει στα μάτια! Την ψουνίζει ο,τι θέλει και να ντυθεί και να φάει κι απ' ούλα! Η πεθερά τον κάμνει τσιριμόνιες και περιποιήσεις, οι τσάντες πάνε κι έρχουνται κάθε μέρα! Τα καλύτερα τοις κουβαλάει σε λέω! Μα κρέατα, μα τυριά, μα φρούτα, ούλα! 
- Μπρε τύχη η σερσέμω! Και δε με λες, πως τη γνώρισε και τόνε κατάφερε να τη βάλει και στεφάνι;
- Α! Στο μεϊντάνι* σεργιανίζανε με τη μαμά της και πίνανε λεμονάδα. Καθούτανε εκείνος στον καφενέ και την άρεσε έτσι αφράτη που είναι. Αρώτηξε για να μάθει που ητανάνε ούλοι γειτόνοι εκεί κι άμα τον είπανε οι άλλοι που ζούνε μοναχές τους κι είναι ήσυχες γυναίκες, πολύ καλές και νοικοκυρές, άρχεψε να την παίρνει το κατόπι. Όπου πάγαινε, πίσω της αυτός! Τη μίλησε, εκείνη βέβαια στρώθηκε στην κουβέντα, την ξεύρεις δα, την είπε που θέλει να την τρατάρει κάτι...
- Και πήγε;
- Ευτυχώς που την έκοψε το μυαλό και τον έκαμε τη δύσκολη! Τα μίλησε με τη μαμά της πρώτα, την ορμήνεψε καλά κι αφού τον άφηκε κάμποσες μέρες να ψήνεται, επήγε! Ε, απέ κει κι ύστερα, τον έλεγε που πολύ θα θέλανε να τον κάμουν ένα τραπέζι αλλά θα τοις έβαζε ο κόσμος στο στόμα, τον έκαμνε κι ένα σωρό νάζια κι ούλο μη και μη, ώσπου στο τέλος τη λέει θα σε ζητήσω απ' τη μαμά σου. Αυτό γένηκε! 
- Μωρέ μπράβο! Και τόσο καιρό δεν επήρε αυτός χαμπάρι που είναι ντιπ για ντιπ χαζή αυτή; 
- Τι να σε πω, δεν ξεύρουμε... Το ζήτημα είναι ότι θα την πάρει!
- Έλα ντε! Μπρε τη Βιθυνία που θα γένει και νύφη! Μα δεν το χωράει ο νους μου! Πα πα πα!
- Για θυμήσου τότες με την όρνιθα τα γέλια που εκάμαμε! 
- Αν θυμούμαι... Χα χα χα! Σα να την έχω τώρα εδώ μπροστά μου... 

Καλή οικογένεια και ήσυχη. Ο πατέρας πνίγηκε σε ναυάγιο, όταν η Βιθυνία ήταν ακόμα στις φασκιές. Η μάνα θρηνούσε, έχοντας μόνη παρηγοριά και στήριγμα τους δυο της γιους. Χάρη στην εργατικότητα του συχωρεμένου που ταξίδευε και δυο και τρία χρόνια στέλνοντας αρκετούς παράδες, δεν είχαν φόβο να πεινάσουν. Τ' αγόρια ξύπνια, ξεπετάχτηκαν γρήγορα κι αφού τέλειωσαν το σχολείο πρόκοψαν.
Δίδυμοι, με ελάχιστη ώρα διαφορά στη γέννησή τους, λεβέντες κι άξιοι σαν τον πατέρα τους, έστρωσαν δική τους δουλειά και φρόντιζαν τη μάνα και τη μικρή τους αδερφή. Στα είκοσι ο πρώτος παντρεύτηκε κι ένα χρόνο μετά ο δεύτερος. 
Η Βιθυνία δεν ήταν δύσκολη στο μεγάλωμα. Φρόνιμο κοριτσάκι, υπάκουο, ποτέ δεν δημιούργησε πρόβλημα. Ο καημός της μάνας της ήταν που δεν έπαιρνε όπως έλεγε τα γράμματα. Τα παιδιά την κορόιδευαν γιατί ήταν υπερβολικά φαγού, παχουλή κι ευκολόπιστη πολύ σε ο,τι της έλεγαν. 
- Βιθυνία, διες τη γάτα που περπατάει στο νταβάνι! 
Σήκωνε το κεφάλι μπουκωμένη και κάρφωνε εκστατική τα μάτια της στο ταβάνι. 
- Πού είναι και δεν τη βλέπω;
- Πήδηξε τώρα, τώρα σε λέγω και βγήκε απ' το παράθυρο! 
- Κρίμας κι ήθελα να τη διω κι εγώ... 
Μπουκωνόταν ξανά και τ' άλλα γελούσαν.
- Βιθυνία, διες τη δασκάλα που έβγαλε όξω την ουρά της!
- Ουρά; Έχει ουρά;
- Να, τώρα τη μάζωξε μέσα στη φούστα της! 
- Τι ουρά έχει δηλαδή;
- Σαν του γαδάρου, αμά κομμάτι πιο μικρή!
- Ααααα!  
Γυρίζοντας απ' το σχολείο, τα έλεγε σε όποια γειτόνισσα έβλεπε μπροστά της. Κάθε μέρα είχε και κάτι ανάλογο να τους πει. 
- Σε κάμουνε αστεία τα παιδιά Βιθυνίτσα μου!
- Αλήθεια είναι καλέ, ούλοι τα είδανε!
Δεν άργησαν πολύ να της βγάλουν παρατσούκλι. Σερσέμα την ανέβαζαν, σερσέμα την κατέβαζαν... 
Η μητέρα της δεν έδινε σημασία. Παιδιά είναι και πειράζονται. Για το παρατσούκλι βέβαια δεν είχε ιδέα, αλλιώς θα σκοτωνόταν μ' όλο το μαχαλά και δε θα έμενε τρίχα σε κεφάλι. 
Σκούντα - βρόντα τελείωσε δυο τάξεις, ίσα να γράφει, να διαβάζει, άντε να κάνει και καμιά πρόσθεση με τα δάχτυλα ή τα κουκιά.
- Νοικοκυρά καλή να γένει, αυτό την πρέπει! 
Την έστειλε να μάθει ραπτική δίπλα σε μια καλή μοδίστρα. 
- Άσε τη μπουγάτσα μπρε κόρη μου και δώσε με τις καρφίτσες που σε λέγω τόση ώρα!
-Ναι, τώρα!
- Πρόσεχε μη καταπιείς καμιά βελόνα κι έλα εδώ, δίπλα μου να είσαι!
Με κινήσεις αργές σηκωνόταν απ' το μακρύ τραπέζι, πάντα μπουκωμένη. Εκατό φορές της έδειχνε το ίδιο πράγμα, άλλες τόσες το έκανε λάθος. Δυο μήνες και δεν κατάφερε να ράψει σωστά ούτε στρίφωμα. Η ραπτική δεν την ήθελε...
-Κομμώτρια θέλω να γίνω μαμά, όχι μοδίστρα!
Μια και δυο την πήγε στη Σουλτάνα.
- Δε λέγεις μπρε κοκόνα μου εκεί που εργαζούσουνα στο κομμωτήριο να τήνε πάρουνε για να μάθει την τέχνη; Είναι καλό παιδί και τίμιο, μας ξεύρεις δα τι σπίτι είμαστε!
Την κοιτούσε η Σουλτάνα που είχε καρφώσει εδώ και ώρα τα μάτια στην κουρτίνα και χαμογελούσε.
- Το θέλεις πολύ Βιθυνία μου;
- Ποιο πράμα;
- Αυτό που λέει η μαμά σου!
- Δεν άκουσα... 
- Για να πας στο κομμωτήριο της έλεγα μπρε κόρη μου, τι δεν άκουσες;
- Α! Θέλω, πως δε θέλω!
Αυτή τη φορά καρφώθηκαν τα μάτια της στην άλλη πλευρά της σάλας, στην ανθοστήλη... 
<<Μπρε, τι μπουνταλού είναι τούτη! Καλά την έλεγε η Αρχοντούλα σερσέμα! Ντιπ χαϊβάνω πια;>> 
Την ορμήνεψε η Σουλτάνα που δεν είχαν και μεγάλη διαφορά στα χρόνια, ότι πρέπει να έχει αυτιά και μάτια ανοιχτά γι αυτή τη δουλειά.
- Δεν άκουσα που χρειάζουνται κορίτσι για το μαγαζί η αλήθεια... Κι άμα πούμε πως σε πάρει ένα κομμωτήριο έτσι για δοκιμή, παράδες στην αρχή λίγοι θα σε δώκουνε, θα είσαι μαθητευόμενη... Εγώ δεν ήξευρα τίποτις όταν μπήκα εκεί, ψυχικό κάμανε που με πήρανε επειδής ήμουν χωρίς μαμά κι ο μπαμπάς μας τα ξόδευε ούλα με τις φιληνάδες του και γύρναγε μεθυσμένος... Η γειτονιά μας έφερνε φαγάκι τόσα στόματα... Άμα μεγάλωσε κομματάκι κι η Ανθούλα, ήρτε κι εκείνη, το πουλάκι μου... Τις τρίχες σκούπιζε απέ χάμω και με τη βούρτσα τις μπλούζες των γυναικών και τη δίνανε ένα χαρτζιλικάκι... Αχ! Αντί να παίζει μια στάλα παιδί, στο μεροκάματο κι αυτό... Κι η Φωτεινή μας στη βελόνα κι η Αθηνά κι ο αδερφός μας ο Θοδωρής στο μαραγκούδικο... Κι όμως, είχαμε θέληση κι ανάγκη ούλοι... Άμα βρήκα τον άντρα μου και είπα που θα φύγω πέσανε σε στεναχώρια μεγάλη! Ούλες οι πελάτισσες με αγαπούσανε πολύ, ο αφεντικός μου κι η γυναίκα του στο όνομά μου νερό πίνανε! Γιατί ήμουνα ξύπνια κι είχα όρεξη να μαθαίνω Βιθυνία μου! Γένηκα μανικιουρίστα καλή, έσιαχνα και κρέμες, έκαμα περιποίηση και στο σώμα και στο πρόσωπο κι απ' ούλα! Και τρίχες έβγαζα, και φτέρνες καθάριζα και με το γέλιο πάντα στο στόμα!
- Κι η Βιθυνίτσα μου θα τα καταφέρει! Έτσι δεν είναι κόρη μου;
- Ναι, ναι! απάντησε μετά από λίγο.
Αφηρημένη, τα μισά άκουγε απ' όσα έλεγε η Σουλτάνα... 


Στο κομμωτήριο δεν έφεραν αντίρρηση όταν τους το πρότεινε. Είχαν αρκετή δουλειά καθημερινά και μια κοπέλα επιπλέον θα τους ήταν χρήσιμη, αφού θα τους εξυπηρετούσε μ' ένα χαρτζιλίκι. 
Μπήκε η Βιθυνία την ώρα που κουρεύονταν τρεις πελάτισσες κι άλλες δύο έκαναν περμανάντ.  Την καλωσόρισαν με χαμόγελο και η γυναίκα του αφεντικού της έδειξε τα κατατόπια. 
- Πάρα πολλά πράματα δεν έχεις να μάθεις τώρα, μόνο ο,τι είναι απαραίτητο! Γιαβάς γιαβάς... 
Της έδειξε τα συρτάρια που ανοιγόκλειναν βιαστικά οι κομμώτριες, πιάνοντας ψαλίδια, τσατσάρες, βούρτσες και τσιμπιδάκια, την κρυφή ντουλάπα δίπλα στην τουαλέτα με τη σκούπα και το φαράσι, το μικρό δωμάτιο που έκαναν το μποτέ κι είχε διαφόρων μεγεθών και χρωμάτων αφράτες πετσέτες με δαντελίτσα στο τελείωμα. 
- Γιατί δεν είναι κι οι άλλες έτσι ωραίες;
- Αυτές είναι για το πρόσωπο και το σώμα. Για τα μαλλιά έχουμε τις σκούρες για το λούσιμο μετά από βαφή επειδή αφήνει χρώμα και τις άσπρες για το απλό λούσιμο. 
- Α! Εδώ πάντως, πολύ με αρέσει!
Ρουφούσε αχόρταγα τις μυρωδιές και χάζευε εκστατική τα αμέτρητα βάζα και μπουκαλάκια στα ράφια.
Χαμογέλασε η κυρία με την αντίδρασή της. 
- Ναι, είναι πολύ ωραία! Θα τα μάθεις όλα σε λίγες μέρες!
Οι τούφες της μεγαλοκοπέλας που αποφάσισε ν' αφήσει τον αυστηρό κότσο και να κόψει τα μαλλιά της κοντά, έπεφταν γύρω απ' την αναπαυτική καρέκλα. Η κομμώτρια της έκανε νόημα να τις σκουπίσει όταν τελείωσε, μέχρι να πιάσει τα ρόλεϊ. Η Βιθυνία προσπέρασε το βλέμμα της και χάζευε τους λουτήρες. 
- Καλά μπρε Βιθυνία, δε με βλέπεις που σε λέω να μαζώξεις τις τρίχες;
- Πότε με το είπες;
- Με κοιτούσες και σ' έκαμα νόημα!
- Α, ναι; Δε σε είδα...
Το αφεντικό κατακόκκινο τις πλησίασε. Το κομμωτήριό του ήταν απ' τα καλύτερα κι ήθελε να λειτουργούν όλα άψογα.
- Τι πράματα είναι αυτά; Να μείνει η γυναίκα με τις τρίχες στα πόδια της; Να μη ξαναγίνει!
Με βήματα αργά, άνοιξε τη ντουλάπα κι έπιασε τη σκούπα. Οι κινήσεις της νωχελικές και το βλέμμα στους καναπέδες όπου οι κυρίες έπιναν καφέ και ξεφύλλιζαν περιοδικά.
- Τι κάνεις εκεί παιδί μου;
Η σκούπα με τις τρίχες περνούσε πάνω απ' τις λεπτές κάλτσες και τα λουστρίνια της πελάτισσας.
Της χασκογέλασε και συνέχισε με την ίδια απάθεια, φέρνοντας αφεντικά και προσωπικό στα πρόθυρα της υστερίας. 

- Μπα που να μη σώσει να διει κακό η σερσέμα!
Κατακόκκινη η Σουλτάνα παρακολουθούσε τη Βιθυνία στο κομμωτήριο, όσο μάθαινε τα κατορθώματά της. Μια μπέρδευε τα μικρά με τα μεγάλα ρόλεϊ, ενώ η κομμώτρια τύλιγε τα μαλλιά της πελάτισσας, μια χάζευε δεξιά κι αριστερά... 
Η καλύτερή της ήταν όταν κρυφοκοίταζε στο δωμάτιο του μποτέ, που είχε περισσότερο ενδιαφέρον απ' τα μαλλιά. Μάζευε τις πετσέτες όταν τελείωναν και τις έβαζε στο μεγάλο καλάθι, πάντα με απερίγραπτη καθυστέρηση. Είχε περάσει μια ολόκληρη εβδομάδα!
- Δυστυχώς Σουλτάνα μου, δε μπορούμε να την κρατήσουμε... Τόσες μέρες είναι εδώ μπρε γιαβρί μου και βλέπεις τι γένεται, κακό μας κάμει και θα χάσουμε τις πελάτισσες!
- Δίκιο έχετε...
Η μάνα εξαπέλυε βρισιές και κατάρες. Πήγε το κορίτσι της να τους δουλέψει κι αντί να την υποστηρίξουν και να την έχουν στα όπα όπα την έδιωξαν; Κακό χρόνο να 'χουν οι παλιάνθρωποι!
- Μπρε κοκόνα μου, άκου κι εμένα! Κράτα το κορίτσι σου στο σπίτι, να γίνει μια καλή νοικοκυρά και να κοιτάξεις να το παντρέψεις! Έτσι κι αλλιώς ανάγκη δεν έχετε, μήτε πεινάτε, μήτε διψάτε...
- Κι άμα δε βγει παραόξω, πού θα τη διούνε οι άντριδοι Σουλτάνα μου; Κι οι μαμάδες που έχουνε τοις γιοι, πού θα την διούνε κι αυτές να την εχτιμήσουνε, που είναι τόσο καλή και φρόνιμη κοπέλα όσο λίγες;
- Στο δρόμο για! Κι όξω για τα θελήματα τη στέλνεις και περίπατοι πάτε... Η τύχη τη χτυπάει την πόρτα, μη σεκλετίζεσαι... 


Με τις ώρες χαζολογούσε η Βιθυνία. Αργούσε να ντυθεί, να πλυθεί, να φάει, να περπατήσει...
Το κουβεντολόι ήταν το φόρτε της. Ψώνιζε στα μαγαζιά της γειτονιάς που την έστελνε καθημερινά η μάνα της για να στήσει το τσουκάλι και την περίμενε με το νερό να βράζει.
- Πού ήσουν τόσες ώρες μπρε παιδάκι μου; Πότε θα μαγειρέψω να φάμε που κοντεύει μεσημέρι;
- Έλεγε η κυρά-Γεσθημανή στη Ζηνοβία την ανιψιά της για μια αρρεβώνα κι άκουγα κι εγώ...
- Πού τα λέγανε;
- Στο φούρνο. 
- Α! Και ποια αρραβωνιάζεται;
- Δεν ξεύρω...
- Καλά, τόση ώρα τις άκουγες και δεν ξεύρεις; 
- Ε, κοίταζα τον κυρ-Γιάννη που πέρναγε με την Άνθω...
Όταν έβλεπε δεν άκουγε κι όταν άκουγε δεν έβλεπε. Γίνονται μαζί αυτά; Όχι βέβαια!
Κρυολόγησε η μάνα. Βήχας, πόνοι στο σώμα και συνάχι. 
- Να πας να με φέρεις κάνα γιατρικό, σορόπι μάλλον θα σε δώκουνε.
Στο φαρμακείο συνάντησε τη Σουλτάνα που είχε πάει για τις προμήθειες της ομορφιάς της. Βαμβάκι και καθαρό οινόπνευμα για τις λοσιόν αυτής της εβδομάδας. 
Θα έτριβε φλούδες από τα ζουμερά λεμόνια και θα έβαζε μαζί και τους ανθούς στο ένα μπουκάλι. Στο άλλο τα άνθη της νερατζιάς και θα τα άφηνε στον ήλιο μια βδομάδα. Μετά τα σούρωνε σε διπλό τουλπάνι και τα φύλαγε στο ντουλαπάκι, κάτω από το αυτοσχέδιο μπουντουάρ της. 
Πόσο ωραίο το είχε φτιάξει! Με θαλασσί βολάν που κάλυπτε το κάτω μέρος του επίπλου, το μεγάλο καθρέφτη και τα ζωγραφιστά βαζάκια, το μπουκαλάκι με το πουάρ που έβαζε το άρωμά της και τη σκαλιστή μπιζουτιέρα με τα χρυσαφικά.
- Έχει θέρμη η μαμά σου;
- Δεν ξεύρω...
- Καλά... Πες την που θα περάσω μια να τη διω!
Ψηνόταν στον πυρετό και συνήλθε λίγο με τα φάρμακα. Η αντιβίωση ήταν απαραίτητη.
- Βιθυνία, άμε να πάρεις μια όρνιθα να την κάμεις σούπα για τη μαμά κι εγώ θα την κόψω βεντούζες να την φύγει το κρύο!
- Ναι, ναι Σουλτάνα!
- Σέλινο και καρότα να πάρεις άμα δεν έχετε!
Βγαίνοντας έπιασε την κουβέντα με τη διπλανή κυρία, που έτρεξε κι εκείνη να δει την άρρωστη μαμά της.
Πήρε το κοτόπουλο, το ξέπλυνε εξωτερικά κι έτσι ακαθάριστο το έβαλε στον τέντζερη να βράσει. Τα εντόσθια και ο,τι περιττό είχε στην κοιλιά του ανέβηκαν κι έκαναν παρέα με τον αφρό κι η σούπα μαύρισε σχεδόν. Γέμισε ένα πιάτο, το έβαλε στο δίσκο και το πήγε στη μητέρα της αφού είχε χυθεί κάμποση.
- Τι έκαμες εδώ μπρε Βιθυνία;
- Σούπα όρνιθα που είπες Σουλτάνα...
Η μάνα στήριξε στα χέρια το φλογισμένο της μέτωπο απελπισμένη και ντροπιασμένη. Ρεζίλι έγιναν κι οι δυο...
- Μπρε συ, τι είναι τούτα μέσα στη σούπα; 
- Ψαχνά... 
- Δεν εκαθάρισες το πουλί καθόλου;
- Κάτω απ' το νερό το είχα τόση ώρα!
- Και μέσα έτσι το άφηκες με τις βρομιές του μπρε σερσέμα; Χώρια οι τρίχες στο πετσί του!
Η γειτόνισσα χαχάνιζε με την πλάτη γυρισμένη κι έφυγε βιαστικά για να προλάβει τα νέα στις άλλες, μια που ήταν η ώρα του καφέ. 
Η Σουλτάνα κουκούλωσε στοργικά την άρρωστη γυναίκα κι έτρεξε στο κρεοπωλείο να πάρει ένα κεφαλάκι που έβραζε γρήγορα. Το σιχαμερό κοτόπουλο το έφαγαν οι γάτες του δρόμου κι η απαίσια σούπα πήγε στην αποχέτευση... 
- Εμένα διες για να μαθαίνεις!
Το χτυπούσε δυνατά στο μαρμάρινο νεροχύτη κι η Βιθυνία γούρλωσε τα μάτια σαν βάτραχος.
- Καλέ, τι κάμεις εκεί;
- Έτσι πρέπει για να βγούνε ούλες οι μύξες που έχει στη μύτη του!
- Μα δεν είναι άθρωπος!
- Μπρε σερσέμα, άκου με που να μη σε πω καμιά κουβέντα! Το αρνάκι έχει και μάτια και αυτιά και στόμα και μύτη, δεν τα βλέπεις; Λες η μύτη του να είναι καθαρή; Το πλένουμε καλά, το ανοίγουμε και το στόμα, διες εδώ, το χτυπούμε γιατί δε μπορεί να φυσήξει τη μύτη του και να την καθαρίσει όπως οι αθρώποι! Πέφτει και το νερό μπόλικο στα ρουθούνια μετά κι είναι εντάξει! 

Θείες και ξαδέρφες ξέσπασαν σε γέλια με τις θύμησες της Σουλτάνας.









Σερσέμα - Χαζοβιόλα

Μεϊντάνι - Πλατεία 

Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

Πασχαλινά


Η Ανθούλα κούνησε το κεφάλι πίνοντας ακόμα ένα ποτήρι νερό. 
- Κείνη η Λαμπρή ητανάνε η μόνη που η αδερφή μου δεν έψησε κουλούρια και τσουρέκια... Μήτε κέφια είχε, μήτε τα χρειαζούμενα, αφού ούλα σχεδόν είχανε φύγει... Ο Ιάκωβος εφώναζε και την πεθερά του να τα πάρουνε έτοιμα, αμά η Μαρίκα δεν άκουγε κουβέντα! Έτσι, επήγε η Σουλτάνα απ' το πρωί κι αρχέψανε τα ζυμώματα. Είχε ένα τεντζερέδι κι ένα τηγάνι αφήκει και κάμποσα άλλα μικροπράματα, ίσα να στήνει ένα φαγάκι. Τα πιατικά, μετρημένα κι αυτά...
Μεγάλη Τρίτη έπιασαν τα κουλούρια. Μπόλικα αβγά και φρέσκο βούτυρο, με γενναία δόση βανίλιας, μοσχοβόλησαν το σπίτι όταν ήρθαν οι λαμαρίνες από το φούρνο. Πρώτη φορά έκαναν τόσα πολλά.
- Να έχουμε και για το ταξίδι κουλούρια και τσουρέκια δικά μας! 
Μεγάλη Πέμπτη αφού μετάλαβαν, είχαν σειρά τα κόκκινα αυγά και το Μεγάλο Σάββατο αξημέρωτα έπιασε η Μαρίκα το γουδί και κοπανούσε τα μυρωδικά για τα τσουρέκια. Μετά την Ανάσταση θα τα έτρωγαν φρέσκα, γιατί πιο παλιά που τα έφτιαχνε μαζί με τα κουλούρια σα να μπαγιάτευαν κομμάτι και δεν ήταν τόσο λαχταριστά. Η Σουλτάνα έφτασε όταν η απαλή ζύμη είχε ήδη φουσκώσει μέσα στην πήλινη λεκάνη, σκεπασμένη με καθαρά πεσκιράκια και χοντρή κουβέρτα από πάνω, σα να τουρτούριζε απ' το κρύο.
- Ούλα μόνη σου τα έκαμες συμπεθέρα; Γιατί δε με μήνυσες να έρτω πιο νωρίς να σε βοηθήσω για; Είπα που θα τα ξεκίναγες μετά την εκκλησία και ξέγνοιασα! 
- Ύπνο δεν είχα κι ησηκώθηκα αφ΄τσι πέντε. 
- Εσύ κι η Ζαχαρούλα, ε; Χα χα χα!
- Αυτή σκεφτόμουνα να σου πω... Θα τσι δούμε πάλι ούλοι σήμερα! 
- Μπρε, έσουρνε τα ποδάρια της στην εκκλησία ή τη διπλώσανε οι πόνοι; Με τρεις ώρες ύπνο ούλες τις μέρες ητανάνε για να προλάβει τις δουλειές της, που μας είπε η Αρσινόη...
- Στο μαχαίρι θα πάει τσ' είπε ο γιατρός! Χέρια δεν τσ' ημείνανε, μήτε μέση, μήτε γόνατα... Κι η άλλη η Ουρανία ήλεγε πως τσ' ηπόναε πολύ η πλάτη τση... 
- Ε... Είπαμε, αμά όχι κι έτσι παλαβές! Θα μείκουνε τα σπίτια κι η μούρη τους θα φάει χώμα για!
- Αφ' τη μεγάλη πάστρα... Να ιδείς που τα κάμουνε για φαντασία, αλλιώς να το εξηγήσω δεν ημπορώ... Να παστρεύγουνε τα καθαρά στα καλά καθούμενα; 
- Κι εγώ να σε πω, αυτό λέγω... 
- Θα ηρχούντουσαν το πρωί είπανε.
- Θα τις κάνουμε χάζι μετά! Ο συμπέθερος πού είναι;
- Έχει πάει από ώρα... Θα πιούμε καφέ μετά που θα έρθουμε ούλοι μαζί με την ησυχία μας.
Έπλασαν τις χοντρές κοτσίδες κι έφυγαν για την εκκλησία. Γυρίζοντας, θα ήταν έτοιμα για το φούρνο. Η Μαρίκα ήταν πολύ θρήσκα και τηρούσε με ευλάβεια όλα τα θρησκευτικά καθήκοντα. Η Σουλτάνα έμαθε στη Σμύρνη ότι πολλοί πιστοί πηγαίνουν και στην Πρώτη Ανάσταση το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου. 
- Εμείς στο σπίτι κι οι αδερφές μου και ούλοι, φοράμε τα καλά μας, παίρνουμε τις λαμπάδες μας κι από ένα κόκκινο αυγό και πάμε λίγο πριν τις δώδεκα τα μεσάνυχτα. Λέει ο παπάς το Χριστός Ανέστη, τσουγκρίζουμε, φιλιούμαστε και τρώμε τη σούπα μας!
- Αυτό να ξεύρεις, είναι αμαρτία... Η λουτουργιά δεν είναι αυτή, πρέπει να πάμε πιο νωρίς, να πάρουμε το Άγιο Φως αφ' του παπά το χέρι κι αφού βγούμε ούλοι όξω να ακούσουμε την Ανάσταση πάλι μπαίνουμε στην εκκλησία, ίσα με να τελειώσει ούλη η ακολουθία! Δεν ηξεύρεις πόσο ωραία είναι και πόσες φορές λέμε το Χριστός Ανέστη με τα κεριά να σχηματίζουν το σταυρό όταν τα κουνάμε! Μπαίνουμε μέσα, προσκυνούμε την εικόνα τση Ανάστασης με τσι λαμπάδες άσβηστες και είναι πολύ καλό να μεταλάβουμε τη νύχτα! Ο πνευματικός μου ήλεγε πάντα ότι συχωρούνται πολλές αμαρτίες έτσι... Δεν είδες ποτέ τον κόσμο να γυρίζει στο σπίτι του περασμένες τρεις με τα φαναράκια;
- Όχι συμπεθέρα μου! Έχουμε φάει, τελεύουμε και πλαγιάζουμε... 
Δεν έμεινε ποτέ με τη Μαρίκα, ούτε έφαγαν όλοι μαζί. Η κόρη κι ο πατέρας έμεναν πάντα κι έσμιγαν το μεσημέρι της Λαμπρής για φαγητό. Πως κατάφερναν να είναι γελαστοί κι ευδιάθετοι από το ξενύχτι, ποτέ δεν κατάλαβε... Περασμένες τέσσερις θα έπεφταν στα κρεβάτια τους. Κι όλη τη Σαρακοστή εκκλησιασμός κι ένα σωρό δουλειές, με τόση νηστεία! 
<<Α πα πα! Μια μέρα να μη καλοφάω και ζαλίζουμαι καλέ! Ούλο το Μεγαλοβδόμαδο τσουκάλι να μη βάζει και να τρώει ψωμί, ελιές και ντομάτα! Τη Μεγάλη Παρασκευή βέβαια, ως και τα παιδάκια βαστούμε να μη μαγαριστούνε, μεγάλη μέρα! Και συνέχεια να είναι στην εκκλησία απέ δυο φορές, πρωί και βράδυ! Κι εμείς παγαίναμε, αμά το απόγεμα, απ' τη Μεγάλη Πέμπτη και μετά!>>
Την Αποκαθήλωση την είχε ακουστά, χωρίς όμως να γνωρίζει τι ακριβώς σήμαινε. Όταν είδε για πρώτη φορά τον ιερέα να κατεβάζει το Σώμα του Χριστού από το Σταυρό και να τον τυλίγουν με το κάτασπρο λινό πανί, δάκρυσε από συγκίνηση... 
Γονατισμένη δίπλα στη Μαρίκα και τη νύφη της, έβλεπε πράγματα πρωτόγνωρα κι είχε πολλές απορίες, όμως τις ιερές αυτές στιγμές δε μπορούσαν να δοθούν εξηγήσεις.
<< Ο Επιτάφιος έτσι με τα λουλούδια έμεικε, άδειος μέσα!>>
Η Μαρίκα της μίλησε ψιθυριστά. 
- Συμπεθέρα, να ιδείς μετά που θα ενταφιάσει το Σώμα Του... 
- Πού;
- Θα ιδείς... Ούλα θα στα ειπώ, να ξεύρεις!
Μετά ακολούθησε το σεμινάριο...


Το πρωινό της Λαμπρής ξημέρωσε φωτεινό και ηλιόλουστο.
Λίγο μετά τις έντεκα, η πόρτα χτύπησε διακριτικά.
<<Τα συμπεθέρια είναι!>>
- Χριστός Ανέστη!
- Αληθώς Ανέστη!
Μητέρα και κόρη έπεσαν στην αγκαλιά της με φιλιά κι ευχές. Έλαμπαν από ομορφιά μέσα στα καλοραμμένα ανοιχτόχρωμα ταγέρ τους με τα μεταξωτά όλο φραμπαλάδες πουκάμισα, τις ψηλοτάκουνες γόβες και τα βαριά χρυσαφικά! Ο συμπέθερος καμαρωτός με το γκρι κοστούμι του, τη φίλησε ευχόμενος υγεία και φώτιση κι έψαξε με το βλέμμα το γαμπρό του.
- Στης Αγγελικούλας σου επήγε από νωρίς! Ήθελε ο γαμπρός σου βοήθεια στη σούγλα! 
- Ναι μπρε συμπεθέρα, το ξέχασα! 
- Πάω να ψήσω τα καφεδάκια μας! 
Η νύφη έσπευσε να τη βοηθήσει και σε λίγο βγήκε με το φορτωμένο δίσκο. Πρόθυμη και νοικοκυρά κοπέλα, χαιρόσουν να τη βλέπεις!
- Θα το πιω βιαστικά και θα υπάγω να ιδώ τι κάμνουνε οι γαμπροί!
- Το κοκορέτσι να μην αρπάξει πες τον Ιάκωβο συμπέθερε! Θα τόνε μαλώσω άσκημα να τον πεις! Χα χα χα! 
Τον μπούκωσε ακόμα ένα κουλουράκι για το δρόμο κι υποσχέθηκε να μην αργήσουν. 
Η Μαρίκα σταύρωσε τα πόδια και σοβάρεψε.
-Χτες ηγίνηκαν πράματα... Ήταν η προκομμένη με τη μάνα τση κι ούλο σκέδια ήκαμε στο γιο του Μπαζιώκα... Την είδανε κι οι γονιοί του που στέκουνταν δίπλα στο ζεύγος, που ήτο ούλο ματιές... Το ζήτημα είναι που την ηκοίταζε κι αυτός! Η Μερόπη ήφυγε αφ' την εκκλησία πριν απολύσει, πολύ συγχυσμένη...
- Αμάν! Τι με λέγεις τώρα; 
- Άστα συμπεθέρα μου... Αν εκείνος δεν τσ' ήδινε σημασία, ούλα καλά θα ήταν... Γιατί όμως την ήκαμε τα γλυκά μάτια, ε; Πάει να πει ότι ακόμα δεν του έχει περάσει ο νταλκάς! 
Η Σουλτάνα αναστέναξε κι άναψε τσιγάρο. Στρωμένη δουλειά θα χαλούσε; Κρίμα!
- Τη Μερόπη σκέπτουμαι... Αμά έτσι που είναι τα πράματα, ίσα που προλαβαίνουμε να την ορμηνέψουμε! Ζούλεψε αυτή το λεβέντη, ας ζουλέψει κι αυτός ετούτη, αλλιώς δε γένεται! Σε τρεις ημέρες φεύγουμε κι άργητα δε χωρούνε! 
- Και τι να κάμουμε;
- Αύριο που θα μαζώξουμε και τα υπόλοιπα, θα τη μηνύσουμε να έρτει εδώ, σε μένα! 

Η Μερόπη με τα μάτια κόκκινα απ' το κλάμα και την αγρύπνια, κοιτούσε τη Σουλτάνα σα χαζή. 
- Αυτό που σε λέω θα γένει!
- Κι αν...
- Άσε τα αν κοκόνα μου! Εδώ τώρα, είναι κι ένας φίλος του γιου μου που τον άρεσες πολύ και θέλει να σε βγάλει όξω! Άμα σε πει να βρεθείτε αφού έτσι είναι κανονισμένο το πράμα, θα τον πεις ετούτο! 
Συνέχισε τις συμβουλές προετοιμάζοντας την κοπέλα για κάθε ενδεχόμενο. Ήταν το τελευταίο τους χαρτί.
Έτσι κι έγινε! Ο νεαρός Μπαζιώκας που είχε ακόμα το πονάκι στο δόντι για την πεταχτούλα, άρχισε να υποφέρει πιστεύοντας ότι θα έχανε τη Μερόπη! Ας πρόσεχε! 
- Σιγά μην καθίσω μαζί σου να με κοροϊδεύεις και να έχεις ακόμα το νου σου στην άλλη!
- Μα δεν τον έχω!
- Ναι, σε είδαμε στην Ανάσταση! Ρεζίλι μ' έκανες στους συγγενείς και τους γείτονες με τα καμώματά σου! Όταν έφυγα γιατί δεν έτρεξες πίσω μου, ε; Δες τον Αχιλλέα που κοιτάζει στα μάτια την Ευγενία! Έτσι θέλω κι εγώ να με κοιτάζει ο δικός μου άνθρωπος! Κι ο νέος που γνώρισα έκανε σαν τρελός για μένα και θέλει να βρεθούμε αύριο!
- Και του είπες ναι;
- Φυσικά! 
- Δε θα πας!
- Θα πάω!
Οι κόντρες συνεχίστηκαν κι η καρδιά της Μερόπης φτερούγισε όταν εκείνος φτάνοντας στο αμήν δήλωσε ότι θα τη ζητούσε επισήμως από τους γονείς της! Έτσι δε θα του την έπαιρνε ο άλλος και δε θα γελούσε πάλι ο κόσμος μαζί του. Γιατί δεν ήταν απλό να μαθευτεί ότι κι η επόμενη γιαβουκλού τον άφησε για κάποιον άλλο...
Οι συμπεθέρες έφυγαν, αφήνοντάς τα όλα σε καλό δρόμο. Τα υπόλοιπα τα έμαθαν από το πολυσέλιδο γράμμα που τους έστειλαν, μαζί με τη φωτογραφία του γάμου της Ευγενίας με τον Αχιλλέα και των αρραβώνων της Μερόπης με το Μπαζιώκα. 




Η αναχώρηση της Σουλτάνας, ήταν επεισοδιακή! 
- Αμάν καλέ μαμά, πού νομίζεις ότι πάμε;
- Σους μπρε Ιάκωβε! Άσε με να κάμω το κουμάντο μου σε λέω!
- Ποιο κουμάντο σου καλέ; Πού θα βάλεις κι αυτή τη μεγάλη τσάντα; Και γιατί δε μου λες τι έχει μέσα και την έχεις δέσει δέκα κόμπους, ε;
- Γιόκα μου, μη με σπάζεις κι εσύ τα νεύρα! Ο,τι θέλω έχω κι απάνω μου θα τη βαστώ!
- Μπα! Λίρες έχεις μέσα; 
- Μμμμ... Σαν πολύ με ζάλισες, άιντε!
Σήκωσε ο Ιάκωβος την τσάντα κι άκουσε κάτι περίεργους ήχους. 
- Άστη κάτω πασά μου σε είπα και πιάσε τη βαλίτσα! Σε μιλάω! 
Έχωσε ο Ιάκωβος το πρόσωπό του γιατί υποψιάστηκε ότι ήταν κάτι φαγώσιμο κι είχε καημό η μάνα του.
- Βγάλε τη μύτη σου απέ κει, σκύλος είσαι μπρε και τη μυρίζεις έτσι; Μη την ανοίγεις σε είπα!
Μυρωδιές μπαχαρικών ξεχύθηκε από τα αμέτρητα σακουλάκια που ήταν δεμένα προσεχτικά με λάστιχο. Κανέλα, γαρίφαλο, κύμινο... 
- Μη χειρότερα! Τι έκανες καλέ, όλο το μαγαζί αγόρασες; Στην Αθήνα πάμε, νομίζεις ότι εκεί δεν έχει μπαχαρικά; 
- Και πού θες να ξεύρω άμα είναι μυρωδάτα σαν τα δικά μας; Αυτοί εκεί μπορεί να έχουνε μπαγιάτικα, ούλο σκόνες βάζουνε οι γυναίκες! Καλέ, γένεται φαγάκι νόστιμο άμα δεν τα τρίψεις εκείνη την ώρα και δεν τα βάλεις ολόκληρα στον τέντζερη; 
- Δεν είμαστε καλά! Υφάσματα πήρες, ρούχα έραψες, παπλώματα, σεντόνια, σερβίτσια τόσα είχες κι άλλα τόσα αγόρασες, γέμισες και τόσα κιλά κανέλες μη και σου λείψουν! Κι από πόσο πήρες κυρά-Σουλτάνα μου, από δυο κιλά; Για ζαβή θα σε πέρασε ο άνθρωπος, ξεπούλησε με σένα! Βρε τι τραβάω! 
- Κι η πεθερά σου επήρε, ζαβή είναι κι αυτή;
- Α! Κι εκείνη θα τα κουβαλάει;
- Όχι μπρε! Τα έχει βάλει η κόρη της μαζί με τα νυφιάτικα...
- Έτσι, ε; Τότε η μαντάμ Μαρίκα είναι πιο ζαβή από σένα! Κανονίστε να ξαπλώσω και να μυρίζει το κρεβάτι κοκκινιστό! Στην έρημο θα πάμε και δε θα μπορείτε να φτιάχνετε σουτζουκάκια...
- Άμα τα τρως σε αρέσουνε όμως! Και τα σεντόνια θα στρωθούνε πλυμένα και σιδερωμένα, σαπούνι και λεβάντα θα μυρίζουνε για!
- Τίποτα δε λείπει στην πρωτεύουσα της Ελλάδας βρε μαμά σου είπα! 
- Ναι, όμως και το τσάι το δικό μας θέλω και το χαμόμηλο και... 
- Και, και, και... Έχετε να μαζέψετε από τις εξοχές μπόλικα! 
Μήνες έστελναν πράγματα και τελειωμό δεν είχαν. Οι κούτες ασήκωτες φορτώνονταν και σίγουρα η μια μεγάλη που πρόλαβε ο πεθερός του να δώσει, ήταν γεμάτη τρόφιμα.
- Έλα τώρα βρε μαμά που δεν ξέρεις! Για να γλυτώσεις τη γκρίνια μου τα συμφώνησες με τα πεθερικά μου κι όχι σε μένα μη λες!
- Μ' έφαες μπρε! Κάτι παστά βάλανε, τουρσάκια, τέτοια πράματα...
- Για να μη πεινάσετε στην ξενιτιά, μάλιστα! Άντε, αυτά πάνε, φύγανε! Με τούτα όλα μου λες τι θα κάνουμε; Δεν καταλαβαίνεις ότι δε μπορείς να τα κρατάς μαζί σου;
 Συμφώνησαν τελικά να στριμωχτούν μοιρασμένα στις τελευταίες βαλίτσες, αφού δέθηκαν χωριστά σε χοντρά χαρτιά για να μη μυρίσουν τα ρούχα. Κάποια από τα αμέτρητα κουλουράκια και τσουρέκια μοιράστηκαν στη γειτονιά για το καλό. Τα υπόλοιπα γέμισαν τις πάνινες τσάντες. Η Σουλτάνα παράχωσε παστουρμά, σουτζούκια και τυριά όπου μπόρεσε, να μη πεινάσουν στο ταξίδι. 
- Πού θα βρούμε τέτοιες νοστιμιές...
Τετάρτη του Πάσχα έφυγαν, αφήνοντας με πόνο ψυχής κι αναφιλητά  τους αγαπημένους τους τόπους...