.

.
.

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

Η τύχη της Δοξούλας


Οι τέσσερις γυναίκες έπιναν τον καφέ τους και κακοχρόνιζαν τον αρραβωνιαστικό της Δοξούλας. 
- Μπρε την καημένη την κοπέλα...
- Κρίμας το κορίτσι...
- Τον παλιάθρωπο, τον ελεεινό... 
- Κακό χρόνο να ΄χει ο χαϊρσίζης...
- Άδικη ώρα να τον έρτει!
- Δεν έχει φιλότιμο το πετσί του!
- Άδικο έχει η Ευταλού;
- Όχι βέβαια!
- Βουνό το δίκιο τση... 
- Πολύ τη σκέπτουμαι τη χριστιανή... 
- Σαν παιδί της την έχει, σπίτι της μεγάλωσε...
- Με τις κόρες της μαζί... 
- Κι η μαμά της πόση σύχυση επήρε...
- Και πού να το μάθει κι ο μπαμπάς της...
- Μπα που γιαγκίνι να τόνε κάψει!
- Λέτε να το κάμει η θεία τση;
Σουλτάνα, Ανθούλα και Βενέτω, κάρφωσαν τα μάτια τους στη Μαρίκα.
- Μπα, δε φαντάζουμαι...
- Λόγια της στεναχώριας ητανάνε...
- Κι άμα η Σεφταλού που την έχει θολώσει το μάτι της πάει και κάμει καμιά κουτουράδα, τι γένεται;
- Σους μπρε Άνθω, μη το μελετάς!
- Έτσι που ηγίνηκε το πράμα συμπεθέρα, ποτέ δεν ηξεύρεις... Τον έχει τόσο καιρό στου τουφεκιού τη μπούκα, ήμαθε και τα καμώματά του με την άλλη... Αχ και πόσο την καταλαβαίνω... 
- Το ξεύρω συμπεθέρα μου, δεν το ξεύρω για;

Στην άλλη άκρη της Αθήνας, τον καταριόταν η Ευταλού σοτάροντας το φιδέ στο βούτυρο για να κάνει πιλάφι. Όρεξη για μαγείρεμα δεν είχε αλλά δε μπορούσε να μείνει νηστική, κάτι έπρεπε να βάλει στο στόμα της. Έριξε και το πλυμένο και στεγνωμένο ανάμεσα σε δυο πετσέτες ρύζι κι ανακάτευε με την ξύλινη κουτάλα μέχρι να γίνει διάφανο. Δε θα το έβραζε με ζεστό νερό, είχε κρατήσει ζωμό από το μοσχάρι που είχε κάνει σούπα προχθές. 
<< Επυρκόλησέ μας* το σκουλούτζι!  Κελετζού! Να παουρίζω* τζαι να κάμνει την παπίρα!* Ούλο άφηκέ με κι άφηκέ με λαλούσε... Μανή!* Λογιασμένη* τόσους χρόνους κι η μούτη* της μην πέσει χαμαί... Έ το! Τόσα προξένια τζαι να πέσει στον ξιμαρισμένο* που φωθκιά να τόνε κάψει... Αχ...>>
Η Χρόνα φάνηκε στη γειτονιά φορτωμένη με δυο τσάντες φρούτα. Κοντοστάθηκε έξω από την αυλή της "πελλής" τάχα να ξαποστάσει και κρατούσε το στήθος της βαριανασαίνοντας. 
<<Ούλο τζαι κάτι θα μάθω...>>
Η Σπυριδούλα που έριχνε κάτι αποφάγια στο κεσεδάκι για να φάει η γάτα της, την είδε κι έτρεξε αμέσως έξω. Ήταν καλόψυχη στο βάθος κι ας αρπαζόταν όλη την ώρα με τους γείτονες. 
- Τι έπαθις καλέ; Στάσου να σι φέρω μια καρέκλα να κάτσεις, χάμω θα πέσεις! Α πα πα τη γυναίκα!
- Καλόν να έσιεις κόρη...
Την έβαλε να καθίσει στην αυλή και της πρόσφερε ένα ποτήρι κρύο νερό για να συνέλθει κάπως.
- Πιε το κυρά - Χρόνα μου και θα σι φέρω βρεμένη πετσέτα να βάλεις στο κεφάλι σου!
Με προσοχή για να μη χαλάσει το χτένισμά της, την έβαλε στο μέτωπο.
- Πώς είσι τώρα, καλύτερα;
- Ε... Μηάλη* τζάλη, να φύρνομαι...*  
Δεν κατάλαβε ακριβώς η γειτόνισσα, αλλά ήταν σίγουρο πως ζαλιζόταν. Ευτυχώς που την πρόλαβε στην πόρτα της.
- Μπας κι είσι νηστικιά; Να σι φέρου λίγη πίτα να φας, να στυλώσεις!
- Όι, μη κάμνεις τίποτα...
- Σώπα καλέ! Πρωί - πρωί τη φούρνισα, ζιστή είνι ακόμα! 
Περίφημες οι πίτες της Σπυριδούλας και τα τυλιχτά γλυκά στο ταψί!
Η μάνα της έστειλε αρκετά κιλά χυλοπίτες και τραχανά σε πάνινες σακούλες για να περάσουν το χειμώνα που ερχόταν, μαζί και μια κούτα με μπόλικα φρέσκα αυγά. Κράτησε για το σπίτι κι έστειλε τα πιο πολλά για τα εγγόνια της.
Πίτα ορέχτηκε κι έβαλε ίσα με μισό κιλό τραχανά να βράσει, με δυο μεγάλες κουταλιές φρέσκο βούτυρο. Νερό ίσα να το σκεπάζει, γιατί δεν έπρεπε να έχει ζουμιά η γέμιση.
Έτριψε τυρί κι όταν γέμισε ένα βαθύ πιάτο, έπιασε το αλεύρι και τον πλάστη για το φύλλο.
Πάνω από ένα κιλό χρειάστηκε όταν έριξε το χλιαρό νεράκι, ένα ποτήρι λάδι και μια κουταλιά ξίδι για να γίνει τραγανό.
Το ζύμωσε καλά κι όταν έγινε μια απαλή μπάλα το άφησε σκεπασμένο να ξεκουραστεί.
Όταν ο τραχανάς κρύωσε κι έγινε σαν πηχτή κρέμα, έριξε έξι χτυπημένα αυγά, το τυρί και πιπέρι.
Αλάτι δεν έβαλε καθόλου γιατί η μυζήθρα ήταν αρκετά αλμυρή.
Το μεγάλο ταψί αλείφτηκε καλά με μπόλικο λιωμένο βούτυρο.
 Αλεύρωσε το πεντακάθαρο μουσαμαδένιο τραπεζομάντιλο και τον πλάστη κι άνοιξε δυο φύλλα. 
Όταν έκλεισε το μείγμα, το πέρασε με αυγό από πάνω και τη χάραξε ελαφρά με το μαχαίρι.
Η φουρνάρισσα την έψησε τέλεια κι ευχήθηκε να είναι καλοφάγωτη. 
- Άκου που σι λέω, θα σι αρέσει και θα μι ζητάς κι άλλη!
Σαν ένιωσε τάχα καλύτερα, την πέρασε στην κουζίνα για να μη τη βλέπουν οι γειτόνισσες που βγήκαν "εντελώς τυχαία" στις πόρτες τους με τα ξεσκονόπανα και τις σκούπες και μετράνε τις μπουκιές της. 
- Κουτσομπόλες είνι, τίποτα δεν τοις ξιφεύγει! Εγώ κυρά - Χρόνα μου, του σπίτι κι τουν άντρα μου κοιτάω μονάχα κι αυτές όλο μ' ενοχλάνε... Μια τα νιρά τα ρίχνουνι απ΄τη δικιά μου τη μιριά, μια τινάζουνι τις κουριλούδες άμα είνι ανοιχτό το παράθυρό μου κι μπαίνουνι μέσα οι σκούλις, σι δουλειά να βρισκούμαστι... Παλιόκουσμος, τι να πεις... Κι η φιληνάδα σου η Ευταλού, μι μισό μάτι μι κοιτάει! Να πεις που την έκαμα κι τίποτα; Όλα πια τη φταίνε... Ακόμα κι με το ζωντανό μου τα βάζει κι μ' έσουρι τόσα λόγια! 
- Εν είναι κακό πλάσμα κυρά - Σπυριδούλα μου... 
- Είνι, πώς δεν είνι;
- Ο κάτος* σου θα έμπαινε στη μαείρισσα* και θα μαγάριζε... 
- Κι για τούτο μι γυρνάει την πλάτη άμα μι δει; 
-  Ε... Θκιαολίστηκε που είδε τον στην βούρνα...* 
Τι να κάμω, να του σκουτώσου; 
- Αγαπά σε όπως ούλα τα πλάσματα, πολλά καλήν καρκιάν έσιει! Μες στο χωρκόν μας βοηθούσε ούλους τους φτωχούς... Μα αυκά, μα γάλα που είσιενε τα χτηνά...* Είπεν τους που φεύκει τζαι ούλοι κλαίγασι...
Η Σπυριδούλα ρουφούσε τα λόγια της και ρωτούσε με τρόπο να μάθει κι άλλα για τη ζωή της. Τόσα χρόνια τσακωμένες, δεν είχε δοθεί η ευκαιρία να μάθει τη ρίζα και τη φύτρα της Ευταλούς. 
- Καλουπάντρεψε τις κόρες της, ε;
- Ναι! Σπιτούθκια ωραία έχουσι, αντράες καλοί...
- Τοις έκανι κι προίκα; 
- Ου! Είχεν λίρες στην πούγκαν της!
- Α! Μπράβο, ας είνι...
- Πολλάν εύκολα είναι που στεναχωρεύκεται, έσιει τζαι την κοπελλούα της αρφής της με το γάρο* που τραφκιέται... 
- Απ' την αρχή δι μι άρεζε αυτός κυρά - Χρόνα μου! Κι μπορεί να μη τα ΄χουμε καλά μ' αυτή, αλλά η ανεψά της η καημένη τι φταίει; Αμαρτία είναι να τήνε κοροϊδεύει τόσο καιρό και να μη τη στεφανώνεται... Οι άντριδες ανάγκη δεν έχουνε, μήτε όνομα κακό βγάζουνε... Αλίμονο στις τσούπρες που ξεροσταλιάζουνι κι χάνουνι τα καλύτερά τους χρόνια... Και το τέλος πιο είνι; Έτσι μένουνι και δεν τις θέλει μετά κανένας... 
Η Χρόνα απολάμβανε τις τελευταίες μπουκιές της πίτας και μούγκριζε καταφατικά. Όταν το πιάτο άδειασε και μετά τα "γεια στα χέρια σου" ψήθηκε κι ο καφές. Ήθελε να μάθει τα πάντα κι ήταν η μοναδική ευκαιρία.
- Εσού πώς τα έμαθες Σπυριδούλα μου;
- Α! Ο άντρας μου είχε πάει στον κουρέα και τον είδι μέσα!  Σάματις να σιαχνότανι γαμπρός μι λέει! Τα μαλλιά του έκοψι κι ξουρίστηκι αυτός, τον είπι κι να τόνε βάλει πιο πουλύ κολόνια κι καμάρουνι σαν του γύφτικου σκεπάρνι! Τον έκαμι αστεία όσο τον έβαζι τα αρώματα κι τον έλεγι ότι σίγουρα είνι για ραντεβού μι γυναίκα! Αυτός πάλι λέει πως τόνε θέλουνι πολλές! Δεν είπι ότι έχου την αρρεβωνιάρα μου κι σιάχνουμαι για κείνη! Κι σηκώθηκι κι έφυγι σαν κύριος, χωρίς να πλερώσει! Θα περάσω αύριο τον είπι! Μετά που έκατσι ο άντρας μου, πιάσανι την κουβέντα και τον λέει ότι είνι κι τεμπέλης κι γυνικάς πουλύ! Στιναχουρέθηκι αυτός που βλιέπει την κοπέλα να μπαίνει και να βγαίνει στη θεία της ταχτικά κι μιτά που έκλεισε το μαγαζί ο άνθρωπος τόνε είδι πάλι στου καφινείο. Τάβλι παίζανι μ' ένα που δουλεύουνε μαζί κι παραγγείλανι ένα ούζο να πιούνι... Ε, όλοι μαζί γίνανι μια παρέα κι λέγανι για τα μαγαζιά κι τέτοια... Κει απάνω τον λέει ο δικός μου για του φέσι που τον έβαλι αυτός κι ότι άμα έχει τέτοιοι πιλάτες θα τόνε προκόψουνι κι βγήκανι όλα στη φόρα... 
- Ότι;
- Ότι αυτός είχι πάντα φιληνάδες, ακόμα κι όταν δώκανι του λόγο μι την κοπέλα! Όλες του σκοινιού κι του παλουκιού, καμιά της προκοπής διν έκατσι μαζί του γιατί τόνε ξέρουνι... Και τώρα λέει, έχει μπλέξει λέει μι μια τσαούσα από τα Πετράλωνα που τόνε σούρνει απ' τη μύτη λέει! 
- Με τη  Δοξούλα τι θα γινήσκει;
- Καλέ, διν του κατάλαβις πως την έχει έτσι να πιρνάει τουν κιρό του; 
Άστραψε το μάτι της κι έκρυψε με δυσκολία το θριαμβευτικό της χαμόγελο.
<< Καλαμαρά ήθελεν η Δόξα, λίος εφάνηκέν της ο Πάντος μου, καλά να πάθει!>>
- Άμα λαλούσα, κακιά θα εγίνησκα... 
- Κακιά γιατί να γίνεις; Φιληνάδες τόσα χρόνια είσαστι, διν έχεις του δικαίουμα να την πεις ένα πράμα που δεν το βλιέπεις σωστό; Κι η δικιά μου κόρη άμα μας είπι που αγαπάει κάποιον, λυτοί κι διμένοι βάλαμι κι εγώ κι ο πατέρας της να μάθουμι τι σόι πράμα είνι αυτός! Καλό πιδί μας είπανι, δουλεύει, καλή η οικογίνειά του... Κι να σι πω, ο άντρας μου τόνε παρικολούθησε κι κάμποσες φουρές, να δούμι τι κάνει άμα δεν είνι μι την κόρη μας...
- Εβγήκεν καλός;
- Βέβια, πουλύ καλός είνι! Κι χτήματα έχει, λιφτάκια καλά βγάζει κι τα δίνει ούλα στης γυναίκας του τα χέρια, καλός πατέρας είνι, παράπονα δεν έχουμι... Κι ου γιος μου καλά έπεσι κι αυτός, η νύφη μου πουλύ νοικουκυρά είνι, προικισμένη, σπίτι ωραίο την κάμανι οι γονιοί της με ούλα μέσα, τα πάντα! Μακριά μένουνι βέβαια και δεν τοις βλιέπουμε ταχτικά, αλλά τι να κάνεις...
<<Με σένανε πεθερά καλύτερα που μεινήσκουν στην άλλην άκρη...>>

Η Ευταλού το φυσούσε και δεν κρύωνε.
- Θκιάλε* πάρε τον νούρον* σου΄πο δα! Έκρουσε* τα σπιτούθκια μας ο τίτσιρος!* Τζαι στον παρπέρην* ο μουχτιτζής* δίχα* παράες στην τζέπην; Στον παρπέρην; Ούλο για τα δώρα του λαλούσε η αχάπαρη* που να την τριχομαλλίσω!* Λαφαζάνης!* Ετζοίμησεν την τζαι αυτήν τζαι ούλους ΄πο τζει! Πατσαρκές* τζαι σιέσιμο στην κελέν του!
- Κρίμας την κορούα...
Ήπιε λίγο κρύο νερό να ηρεμήσει από τη σύγχυση.
- Θαρκούμαι πως ετράβηξέν της παράες...
- Λαλείς το Ευταλού μου;
- Λαλώ το! Τζείνη εν είπεν μου τίποτα, μα εζήτησεν της αρφής μου... 
- Ούφου... 
- Είπα τα με την αρφήν τζαι τον γαμπρόν μου...  
Η Χρόνα έβλεπε ότι ο αρραβώνας τους θα χάλαγε. Όσο και να τον  αγαπούσε η κοπέλα, δεν υπήρχε περίπτωση να συγχωρήσει τις απιστίες του. Πολύ φοβόταν ότι ο γιος της θα έτρεχε να την παρηγορήσει κι ίσως τελικά την κέρδιζε. 
Αυτό δεν το ήθελε πλέον με τίποτα. 
<<Ετραφκιότανε μ' αυτόνα τζαι θα την βάλει στην αγκάλην του δεύτερος; Όι!>> 
Εκείνος όμως που ζούσε με την ελπίδα ότι τελικά θα την κατακτήσει, έκανε άλλα σχέδια. 



Η μητέρα του έψησε καφέ μετά το μεσημεριανό φαγητό.
- Αυτό γινήσκεται τόσον καιρόν γιε μου... Αν είσιε νουν, ούλο τζαι κάτι θα έβλεπε... 
Ο Πάντος ένιωθε την καρδιά του να φτερουγίζει.
<<Θα τον διώξει και θα γίνει δικιά μου η Δοξούλα!>> 
- Αντροπή μηάλη τόσα χρόνια με τζείνον χαρτωμένη τζαι να...
- Ωχ βρε μάνα κι εσύ, πού βλέπεις την ντροπήν;! Συμβαίνουν αυτά! Βγήκε σκάρτος αυτός, θα βρει άλλον να σάζει την ζωήν της! Μια χαρά κοπέλα είναι, ουρά θα κάνουν οι γαμπροί!  
Η Χρόνα που τον ψάρευε τόση ώρα, άρχισε να φουντώνει.
- Τζαι ποια οικογένεια θέλει την για νύφη, ε; 
- Ε... Λες να μη τη θέλουνε που είναι τόσο καλή;
Δευτερκάτικη κάνας χηράτος αν τήνε πάρει... Βούθκια* εν είναι τα πλάσματα! Εν λαλώ που ετζοιμήθηκε μαζί του, αμά τόσον τζαιρόν μιτά του* ούλο τζαι... 
- Ούσου μάνα!
- Εν τω πιστεύκω μάνα μου! Καλοθωρείς την ακόμα, ε; 
- Ποιος το λέει αυτό;
- Το πουλούι!* 
- Ώχου...
- Βρίξε!* Με τα σιέρκα σταυρωμένα εν έμνησκα εγιώ! Η Ευταλού που συντύχαμε πολλά σε ήθελεν τζαι ξέρεις το, η αναράδα* σου η ψηλομούτα που ματούθκια εν είσιε για λόου σου, όι! Καλαμαράν ήθελεν, να τον λουθεί*! 
- Τώρα πια... Τυχερή ήτανε και γλύτωσε...
- Νούσιμη εν ήτονε! 
- Αφού την ήθελες κι εσύ βρε μάνα, γιατί τη βρίζεις και την κατηγορείς; Έκανε μια αρρεβώνα και ατύχησε, κρίμα δεν είναι να χαθεί;
- Τζαι εγιώ ήθελά την γιε μου, απ' των γονιών της την αγκάλη, όι του χαρτωμένου! Αξίζει σου η καλύτερη, ν' αγαπά σε, να κάμει σου κοπελούθκια, να ζήσεις πολλά καλά μιτά της... Αυτή τώρα θα...
- Την αδικείς μάνα... Κάθε μέρα δεν τον έβλεπε, συ μου τα έλεγες! Μια πάστα στην πλατεία, κάνα θέατρο ή κινηματόγραφο, αυτά έκαμαν...
- Τζαι τα σιέρκα του τζαι τον στόμαν του; Λαλώ σου τα τόσην ώραν που εν τα σκέφτεσαι! 
Όλα τα σκεφτόταν ο Πάντος κι η ζήλια του έτρωγε τα σωθικά. Κάθε φορά που τη συναντούσε στολισμένη, ήξερε ότι είχαν ραντεβού και δάγκωνε τη σφιγμένη του γροθιά... 
- Κολοκούθκια με τ' αυκά θα φας το βράδυ!
Η φωνή της μάνας που αποφάσισε να τερματίσει την κουβέντα τους διέκοψε τις σκέψεις του. Σήκωσε αδιάφορα τους ώμους και βγήκε να συναντήσει τους φίλους του.

Η Δοξούλα κατέβηκε από το λεωφορείο και κοίταξε το χαρτάκι με τη διεύθυνση ακόμα μια φορά για να σιγουρευτεί. Σε πέντε λεπτά χτυπούσε τη σιδερένια πόρτα της "χαρτούς" που ανεπιφύλακτα της είχε συστήσει η πιο στενή της φίλη.
<< Όλα θα στα βρει, έννοια σου!>>
Η μεγαλόσωμη, έντονα βαμμένη γυναίκα με τη γυαλιστερή κελεμπία και τα χρυσαφί πασούμια την υποδέχθηκε ευγενικά και της υπέδειξε μια άδεια πολυθρόνα στο μικρό σαλόνι. Μια σκαλιστή φοντανιέρα με σοκολατάκια στο τραπέζι, γλύκαινε τις πελάτισσες που περίμεναν. 
Θέλοντας και μη άκουγε τις συζητήσεις τους που ομολογουμένως είχαν ενδιαφέρον. Η μια ήθελε να μάθει για τον άντρα της που υποψιαζόταν ότι είχε κρυφή σχέση, η άλλη αν η κόρη της θα παντρευόταν, η πιο λαλίστατη αν ο φίλος της θα χώριζε τη γυναίκα του για να την πάρει, βγήκε κι η κυρία που ήταν μέσα αρκετή ώρα ενθουσιασμένη.
- Όλα μου τα βρήκε! Και στο χαρτί και στα κάρβουνα!
- Ναι, ε;
- Μα είναι καταπληκτική!
Μέχρι να έρθει η σειρά της, η μαντάμ βγήκε από το "γραφείο της" άλλες δυο φορές. Πάντα υποδεχόταν η ίδια τους πελάτες της, γιατί όπως άκουσε η Δοξούλα την επισκέπτονταν κι αρκετοί άντρες. 
Μπήκε διστακτική, φοβόταν λίγο. Η πληθωρική γυναίκα της άπλωσε το χέρι με τα αμέτρητα χρυσά βραχιόλια και τα μεγάλα δαχτυλίδια. Τα μακριά της νύχια ήταν βαμμένα κατακόκκινα και το βαρύ της άρωμα πλημμύριζε το χώρο.
- Καλώς ήρθες! Πώς σε λένε; 
Το δωμάτιο ήταν ντυμένο με μπορντό ταπετσαρία κι άναβαν δεκάδες κεριά διαφόρων σχημάτων. Εικόνες ορθόδοξες, σταυροί και πάπυροι κρέμονταν στους τοίχους, δίπλα σε σύμβολα παράξενα. Φαραώ, αιγυπτιακές γάτες, πυραμίδες, σκαραβαίοι, όλα περίτεχνα σκαλισμένα στόλιζαν το τραπέζι και το έπιπλο με τη βιτρίνα στη γωνία.
 Της πρόσφερε λικέρ από μια καράφα.
- Εγώ το φτιάχνω! Στην υγειά σου!
Γεύση γλυκιά μελιού αλλά έντονη από τα μπαχαρικά τη βοήθησε κάπως να χαλαρώσει. Εκείνη ανακάτευε τα χαρτιά της τράπουλας
- Μελέτησε αυτό που θες και κόψε!
Εικόνες πολύχρωμες απλώθηκαν μπροστά της. Είχε φτάσει η μεγάλη στιγμή. Θα παντρευόταν ή θα έμενε στα αζήτητα σαν τόσες άλλες κοπέλες;
- Πολλά δάκρυα κάνεις για έναν άντρα αλλά δεν αξίζει... Άλλες έχει στο μυαλό του και βάζει στο κρεβάτι του! Εσένα κορίτσι μου άλλος σε θέλει αλλά τον έχεις πίσω σου... Στην έννοια και στην καρδιά του σ' έχει... Εμπόδιο βλέπω όμως από γυναίκα μεγάλη, μπορεί να είναι η μάνα του.
Η Δοξούλα είχε εκπλαγεί. Η Χρόνα ήξερε ότι ο γιος της την αγαπούσε... Εμπόδιο όμως γιατί να φέρει; Σκέφτηκε τα λόγια της θείας Ευταλούς όταν την ορμήνευε. Κακό όνομα βγάζει η χωρισμένη γυναίκα, ας είναι κι από αρραβώνα. Αν την ξεγελούσε εκείνος, θα ήταν πολύ δύσκολο ν' ανοίξει η τύχη της. 
- Στεφάνι σου πέφτει και θα είναι γρήγορο!
- Μ' αυτόν... Μ' αυτόν που μ' αγαπάει κι έχει εμπόδιο; 
Την κοίταξε χαμογελώντας.
- Με τον αρραβωνιαστικό μου;
- Θα σου πω...
Έπιασε κάρβουνα από ένα ξύλινο κουτί και τα έβαλε σε μεταλλικό σκεύος που είχε δίπλα της. Τα άναψε ενώ μουρμούριζε κάτι σαν ψαλμό και κοιτούσε τα σχήματα του καπνού. Άνοιξε τρία πολύχρωμα βαζάκια κι έριξε σκόνες αρωματικές. Ο καπνός γέμισε το δωμάτιο. Λεπτά ξυλάκια βυθίστηκαν σε μια λεκανίτσα που είχε γεμίσει νερό και κάτι σαν λάδι. Η ανάσα της Δοξούλας κοβόταν... 

- Πες μου στο τέλος τι βρήκε;
- Ότι θα παντρευτώ γρήγορα είπα σου...
- Λες να γυρίσει πίσω μετά από το ξύλο που έφαγε; 
Ο μπαμπάς της κι η Ευταλού που τον κυνηγούσε με σπίρτα και οινόπνευμα για να τον κάψει, τον είχαν τουλουμιάσει βγάζοντας το άχτι τους και δεν είχε μούτρα να βγει έξω. 
- Όι, όι... Μετά απ' όσα μου έκανε, ούτε που να τον δω δε θέλω κι ας με παρακαλάει...
- Τον Πάντο τότε, ε;
- Ούτε... 
- Δοξούλα μ' έσκασες!
- Άλλον θα πάρω... Ξανθός άντρας μου πέφτει! 

Η Χρόνα κοίταξε το ρολόι αναστενάζοντας. 
<<Μεσομέρκασε...* Να μαειρεύκω που εν΄η ώρα του...>> 
Κεφτέδες με πατάτες τηγανητές είχε προγραμματίσει.
Έτριψε δυο κρεμμύδια και τρεις πατάτες.
Έκοψε μπόλικο δυόσμο και μαϊντανό και τα έβαλε στο μεγάλο μπολ με το χοιρινό κιμά, ένα κιλό περίπου.
 Δυο φέτες ψωμί που είχε μουλιάσει, αλάτι, πιπέρι και μια γεμάτη κουταλιά κανέλα.
Τα ζύμωσε αρκετή ώρα κι έπιασε να καθαρίσει πατάτες.
Οι έννοιες δεν την άφηναν να ησυχάσει τους τελευταίους δυο μήνες. 
<<Αυτή εν έσσω της τόσον τζαιρόν τζαι εγιώ τραφκιέμαι...>>
Έβαλε δυο τηγάνια με λάδι στη φωτιά. Στο ένα έριξε τις πατάτες και στο άλλο τους κεφτέδες που έπλαθε. 
Ο Πάντος δεν είχε όρεξη τον τελευταίο καιρό και χανόταν για ώρες. Πού πήγαινε, δεν ήξερε κι όταν τον ρωτούσε απάντηση δεν έπαιρνε.
Η φωνή της Ευταλούς την έβγαλε από τις σκέψεις της.
- Ώρα καλή Χρόνα! Ίντα μπου κάμνεις; Επεθύμησά σε!
- Ώρα καλή! Τηανίζω!
Της πρόσφερε ζεστούς κεφτέδες με πατάτες.
- Η Σουλτάνα εκάλεσεν  μας για καφέ! 
- Ευχαριστώ την πολλά, εγιώ εν...
- Σε τρεις ώρες περιμένω σε να πάμε τζαι όι μην μου λαλείς! 
- Καλό... 

Όταν πήγε στης Ευταλούς, άκουσε ο,τι δεν περίμενε για τη Δοξούλα.
- Επέψαν της προξένια! 
- Η Σουλτάνα τζαι η Βενέτω;
- Όι! Η πελλή η Σπυριδούλα!
- Α! Εμίλησέ σου; 
- Ήρθεν τζαι έφερέν μου πίτα... 
- Δόξα σοι...
- Του αρφού της ο γιος είδε την και θέλει την!
- Τζείνη θέλει τον;
- Θαρκούμαι αρέσκειν της πολλά!
- Τζαι... Για τον χαρτωμένο που...
Η Ευταλού φούντωσε.
<<Πατσιαούρα!* Λαλείς που θα πάρει το γιο σου να την φάεις ζωντανή!>>
Προσπάθησε να συγκρατηθεί για να μη μαλώσουν.
- Ξέρει τα ούλα τζαι θέλει την πολλά!  Έσιει παράες και θκυο σπίθκια, δαμέ τζαι στο χωρκόν! 
- Τζαι η θκειά του η πελλή;
- Ίντα μπου μας κόφτει; Χρωστώ την τζαι χάρην που εμάθαμεν για δαύτον! Αρέσκειν της η Δοξούλα τζαι θέλει την!
- Ε... Τζαιρός να γελάσει η κόρη...
 - Ούλα γιανίσκουν...*
Το λεωφορείο τις άφησε έξω σχεδόν από ένα μεγάλο μαγαζί με ωραία είδη για το σπίτι. Χάζεψαν για λίγο κι η Ευταλού έβαλε στο μάτι ένα σερβίτσιο με γαλάζια ανθάκια.
- Αυτό για τις ώρες τις καλές τζι ας θέλει την τζαι δίχα προίκα!
Η Χρόνα έκανε ένα μορφασμό κι άλλαξε χέρι στο κουτί με τα γλυκά που κρατούσε. Ένιωθε ξαλαφρωμένη με τα καλά μαντάτα κι ήξερε πλέον ότι θα περνούσε ένα αξέχαστο απόγευμα στης Σουλτάνας.














Επυρκόλησε - Έκαψε
Κελετζού - Ξεροκέφαλη
Σκουλούτζι - Σκουλίκι
Παουρίζω - Φωνάζω
Παπίρα- Πάπια
Μανή - Ηλίθια
Λογιασμένη - Λογοδοσμένη 
Μούτη - Μύτη
Έ το - Να το 
Ξιμαρισμένος - Πρόστυχος - βρομιάρης 
Καλαμαράς - Έλληνας 
Μηάλη - Μεγάλη
Φύρνομαι - Λιποθυμώ 
Κάτος - Γάτος
Μαγείρισσα - Μαείρισσα - Τσουκάλι - Κατσαρόλα
Βούρνα - Νεροχύτης 
Χτηνά - Ζώα
Γάρος - Γάιδαρος 
Θκιάλε - Διάβολε 
Νούρον - Ουρά
Έκρουσε - Έκαψε
Τίτσιρος - Γυμνός 
Πατσαρκές - Χαστούκια 
Μουχτιτζής - Τσαμπατζής 
Παρπέρης - Μπαρμπέρης - Κουρέας 
Δίχα - Δίχως - Χωρίς
Λαφαζάνης - Φαφλατάς
Αχάπαρη - Ανίδεη 
Τριχομαλλίσω - Ξεμαλλιάσω 
Βούθκια - Βόδια
Μιτά του - Κοντά του
Πουλούι - Πουλάκι 
Αναράδα - Νεράιδα 
Βρίξε - Σώπα, σταμάτα 
Λουθεί - Λουστεί 
Μεσομέρκασε - Μεσημέριασε
Πατσιαούρα - Πατσαβούρα 
Γιανίσκουν - Γιατρεύονται