.

.
.

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

Το μυαλό θέλει αέρα και το ορφανό πατέρα


- Χήρα μου με τα μαύρα σου και με την τσαχπινιά σου! 
Η Σουλτάνα σιγοτραγουδούσε όσο σερβίριζε το τσάι στα ποτηράκια. Μια πιατέλα με τυροπιτάκια, λεπτές φέτες ψωμιού που ζέστανε στο φούρνο αλειμμένες με φρέσκο βούτυρο κι αρκετά κομμάτια κίτρινο τυρί το συνόδευαν.
- Μπρε συμπεθέρα, τη θυμάμαι σαν τώρα που έχασε τον άντρα της...
Δεν ήταν ούτε τριάντα χρονών η Λιωλιώ όταν της έφεραν τα μαύρα μαντάτα. Ο άντρας της ξεψύχησε στη μέση του δρόμου καθώς επέστρεφε στο σπίτι από τη δουλειά. Η μεγάλη σακούλα που κρατούσε άνοιξε και ξεχύθηκαν οι λιχουδιές που πήγαινε για τη γυναίκα του και το παιδί τους.
- Απέ την καρδιά του έφυγε ο καημένος... Έτσι την είπανε οι γιατροί... 
- Ενθυμούμαι που μ΄ήλεγες, την έραβε η μοδίστρα τα μαύρα βδομάδες ολόκληρες... 
- Ναι, ναι... Ητανάνε πολύ λουσάτη, κοκέτα! Η μαμά της επήγε και την ψούνισε φόρεμα για την κηδεία και κάμποσες μπλούζες και σε λίγες μέρες εμπήκε η ράφτρα στο σπίτι, για να μη βγαίνει όξω και την κουσελεύουνε... Πού να την έβλεπες στο μνημόσυνο του μακαρίτη! Φορούσε ταγέρ και καπελίνα με βέλο, ψηλά τακούνια και γάντια, λες κι ητανάνε να πούμε πολύ πλούσια! 
- Για θυμήσου που ητράβαε η ψυχή τση κινηματόγραφο! 
- Χα χα χα! Τα τρίμηνα εκάμανε το πρωί κι οι γειτόνισσες που επήγανε μετά και στο σπίτι τη λέγανε για το έργο που θα παγαίνανε να διούνε! Είχε πάει η μια και τις έλεγε την υπόθεση, πολύ ωραίο ητανάνε! Άκουε η Λιωλιώ, καλομαθημένη απέ τον άντρα της στα θέατρα και στοις κινηματόγραφοι ούλη την ώρα κι αρώταγε συνέχεια τι γένηκε μετά... Και τις έλεγε μπράβο, να πάτε, πολύ καλό με ακούγεται! Μέσα της βέβαια, σκεφτούτανε που θα ήθελε να πάει κι εκείνη, τις ζούλεψε...
Η μητέρα της κακοχαρακτήρισε τις γειτόνισσες που αντί να συχωράνε με τον καφέ συνεχώς το μακαρίτη έπιασαν κουβέντα για ηθοποιούς και ταινίες στον κινηματογράφο.
- Ντροπής πράματα! Για το συχώριο ήρθανε αυτές; Γλώσσα μέσα δεν εβάλανε! Κι εσύ μπας και χάσεις και δεν τα μάθεις ούλα!
- Άσε με καλέ μαμά κι εσύ! Καλά κάμανε, ξέφυγε κι εμένα κομμάτι ο νους μου! Τόσο καιρό κοντεύω να τρελαθώ η έρμη με το κακό που γένεται συνέχεια... Δε με φτάνει αυτό που με βρήκε; 
- Το ξεύρω μπρε παιδάκι μου, αμά τι να κάμουμε;
Κι αυτή η πεθερά μου ησυχία δεν έχει! Πάει κι έρχεται κάθε μέρα κι ούλο τραβάει τα μαλλιά της και τσιρίζει! Τον πρώτο καιρό κι εγώ έτσι ήμουνα κι είχε κι αυτή τα δίκια της σα μάνα, αμά το έχει παρακάνει τρεις μήνες τώρα! Σε λίγο θα τη διούμε πάλι να έρχεται, δεν την έφτανε τόση τσιρίδα το πρωί στην εκκλησία...
- Τσίπα δεν έχεις πάνω σου μπρε Λιωλιώ και σε φταίει η χαροκαμένη και δύστυχη μάνα; 
- Ούλα με φταίνε κι άσε με!

Ο καιρός περνούσε κι οι καβγάδες στο σπίτι ήταν καθημερινοί. 
- Έλα κόρη μου να πάμε στα μνήματα...
- Να πάμε μαμά! Αμά όχι την ώρα που θα είναι κι η πεθερά μου εκεί...
- Δε ντρέπεσα μπρε Λιωλιώ;
- Όχι!
Μετά τον καβγά μεταξύ νύφης και συμπεθέρων, η μάνα κατέφυγε στην αδερφή της.
- Δεν την ήθελε που ερχούτανε η χριστιανή, επειδής κλαίει συνέχεια το παιδί της... Η αλήθεια, άμα φτάνει στο μαχαλά, ούλος ο ντουνιάς την ακούει απέ το κάτω σοκάκι... Φωνάζει, τραβάει τα μαλλιά της... Με το που μπήκε μέσα, πιο χειρότερα γένηκε, ρούχο άσκιστο δεν άφηκε πάλι απάνω της! Η κόρη μου την έλεγε να ηρεμήσει κομμάτι, αμά πιο χειρότερα γενούτανε εκείνη. Την έσουρε η προκομμένη η ανιψιά σου ένα σωρό λόγια και μπήκε στην κάμαρή της. Την έκλεισε και την πόρτα δυνατά, που έφυε το κλειδί και πήγε στην άλλη άκρη... Θύμωσε η συμπεθέρα και γένηκε της τρελής! Μέχρι και μαζί μου τα έβαλε, λες και δεν την ήθελα μήτε κι εγώ... Ντροπής πράματα και πού να τα πω...
Η επόμενη φασαρία έγινε όταν η κόρη τους δήλωσε ότι μετά το χρόνο θα έφευγε για μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα. Η αδερφή κι ο γαμπρός της ήταν οι πρώτοι που το αποφάσισαν κι όταν οι γονείς είδαν ότι θα έμεναν πίσω ολομόναχοι, αναγκάστηκαν να τους ακολουθήσουν.

- Ενθυμούμαι που συναντήσαμε τσι αδερφάδες συμπεθέρα! 
- Και μας έκαμαν χαρά μεγάλη! Δεν αξιωθήκαμε να πάμε στο σπίτι της που μας κάλεσε... 
- Η θεία τση μου ήλεγε ότι δεν τη βρίσκεις κι εύκολα, δεν ηκάμαμε κι εμείς απόφαση... 
Με την καρδιά να πεταρίζει από την πρωτόγνωρη αίσθηση ελευθερίας, η Λιωλιώ απολάμβανε όλα όσα είχε στερηθεί τον τελευταίο χρόνο στην Πόλη. Αρχικά, ο μικρός της γιος ήταν η αφορμή να χάνεται στις βόλτες και στις εκδρομές, έκανε έτσι αρκετές γνωριμίες. Σύντομα άρχισαν οι προσκλήσεις σε διάφορες εκδηλώσεις, που πήγαινε ντυμένη πάντα σαν φιγουρίνι. Στενές φούστες με φαρδιές ζώνες που τόνιζαν τη λεπτή της μέση και μπλούζες κολλητές που διέγραφαν το μπούστο, έκαναν τους αρσενικούς να σφυρίζουν στο πέρασμά της.
Οι γονείς κι η αδερφή της έκαναν προσπάθειες να τη συγκρατήσουν, αλλά εκείνη δεν άκουγε.
- Μπρε κόρη μου, ούλο δικοί μας αθρώποι έχουμε τριγύρω, του κόσμου οι συγγενείς! Κάτσε κομματάκι μέσα να σε διει το σπίτι και το παιδί σου! Κι η αδερφή σου κι ο γαμπρός μας είπανε να βγαίνετε μαζί στοις περιπάτοι για...
- Κι εδώ τα ίδια θα με κάμετε; 
Με τα ωραία της ρούχα, φορτωμένη χρυσαφικά και μαλλιά πάντα φροντισμένα από την κομμώτρια που επισκεπτόταν κάθε εβδομάδα, περπατούσε κι έτριζαν τα πεζοδρόμια.
Οι γυναίκες κι εδώ την κουτσομπόλευαν κι έτρεμαν βλέποντας τους άντρες να στενάζουν στο πέρασμά της. 
- Είδατε χτένισμα η χήρα;
- Ντροπή της!
- Και τόσα χρυσά πάνω της!
- Έτσι τιμάει τον άντρα της;
- Απ' το πρωί βγαίνει ντυμένη και στολισμένη! 
- Κι είναι φρέσκο ακόμα το πράμα! Το χρόνο του κάνανε και δρόμο, ήρθανε εδώ! Έμεινε πίσω η μάνα και τ' αδέρφια του... Κρίμας τη γυναίκα να μη ξαναδεί τον εγγονό της που είναι ίδιος ο πατέρας του, ο γιος της... Σκεφτείτε τον καημό... 
- Αυτοί θα του ανάβουν το καντήλι στο μνήμα κι η χήρα του στο σουλάτσο! Τς τς τς...
- Έχει στο σπίτι τη φωτογραφία του απάνω στο μπουφέ και δίπλα το καντήλι ανάβει συνέχεια. Μου τα είπε η διπλανή της που πίνουνε καφέ! 
- Μμμμ... Για τα μάτια του κόσμου...
- Πολύ νοικοκυρές είναι λέει, αστράφτουν!
Το σπίτι τους ήταν πάντα ανοιχτό κι οι γηραιότερες γειτόνισσες έβρισκαν αφορμή για πηγαινέλα. Οι νεότερες την κοιτούσαν με μισό μάτι κι έφτυναν τον κόρφο τους.
- Εμ, φοβούντουσαν τοις αντράδες τους! Κοπέλα πράμα με ούλα της τα καλά και χηρευάμενη... Η αλήθεια, δεν εγύριζε τα μάτια της σε κανένα, δεν ήτουνε τέτοια κοπέλα. Το όνομα όμως άμα είναι να σε βγει...

- Η χήρα μέσα κάθεται κι έξω την κουβεντιάζουνε! 
- Καλά την κάμουνε! Να κοιτάνε τα σπίτια τους και να μη τους νοιάζει!
- Καλά σε λέει η μαμά σου μπρε ξαδέρφη! Πρόσεχε κομμάτι...
- Ο,τι θέλω θα κάμω και λογαριασμό δεν έχω να δώσω σε κανέναν! 
- Είναι πολύ νωρίς ακόμα μπρε κόρη μου, τρελάθηκες πια;
- Και τι θες να κάμω μαμά; Να μνήσκω πάλι μέσα στο σπίτι όπως στην Πόλη και να βγαίνω μόνο για να πάω στα μνήματα; Τέτοια ζωή δεν τη θέλω! Αφού ητανάνε αυτό το τυχερό μου, να χάσω τον άντρα μου νέο κι εγώ ακόμα πιο νέα απέ το συχωρεμένο, τι να κάμω για; Να πέσω κι εγώ στο λάκκο να με θάψουνε μαζί του έπρεπε, για να μη με κουσελεύει ο κόσμος; Αυτό θέλατε ούλοι σας;
- Κανένας δε σε είπε τέτοιο πράμα! Και νέα είσαι και παιδί μικρό έχεις κι άμα περάσουνε τα χρόνια να ξαναπαντρευτείς! 
- Πότε; Άμα γεράσω και γίνει η μούρη μου σαν το σφουγγαρόπανο; Ποιος θα γυρίσει να με κοιτάξει τότε μαμά; Κάνας γέρος που θα με πάρει για να τον κάμω τη νοσοκόμα; Κι ύστερις ποιος σε είπε που βγαίνω και ψάχνω για άντρα, ε; Να βγω κομματάκι απέ τοις τέσσερις τοίχοι που είμαι ένα χρόνο κλεισμένη θέλω, να πάρω κομμάτι αέρα και να μην ακούω άλλα κλάματα και μοιρολόγια! Ε, άμα είναι να με βρεθεί κι ένας καλός άθρωπος που να ταιριάξουμε, να έχει και το παιδί μου ένα μπαμπά, απτάλα είμαι να μη πω το ναι;
Η ξαδέρφη της που είχε περάσει τα τριανταπέντε και δεν είχε γυρίσει μάτι αρσενικό να την κοιτάξει λόγω της ιδιοτροπίας και της ξινίλας που ήταν ολοφάνερη στο πρόσωπό της, τη ζήλευε από παλιά.
-<<Και ποιος να σε πάρει χήρα γυναίκα; Φρέσκο είναι ακόμα το πράμα, γρουσουζιά θα ήτονε να σε στεφανώσει κάνας άνθρωπος...>>
Τα λόγια αυτά προσπάθησε να μη τα ξεστομίσει, το βλέμμα της όμως έλεγε άλλα τόσα. 


Τα τραπέζια στο ζαχαροπλαστείο του Νότη ήταν φορτωμένα με πολύχρωμα γλυκά και παγωμένα ροφήματα. Στις αναπαυτικές καρέκλες κάθονταν κομψές κυρίες που συζητούσαν ξέγνοιαστες και χαμογελαστές. Οι περισσότερες συνοδεύονταν από καλοντυμένους κυρίους, με κοστούμι και γραβάτα. Οι σερβιτόροι με τις κάτασπρες ποδιές, δεν προλάβαιναν να παίρνουν παραγγελίες. 
Η φήμη των γλυκών και των παγωτών του τον είχαν κάνει διάσημο και δεν έβρισκες εύκολα χώρο να καθίσεις. Όλη σχεδόν η κοσμική Αθήνα περνούσε από κει τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα για να τα γευτεί και γέμιζε ο τόπος χάρη κι ομορφιά. 
Γεννημένος και μεγαλωμένος ως τα έξι του χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, ήρθε με τους γονείς και τ' αδέρφια του στην Αθήνα. Ο θείος του είχε ανοίξει το ζαχαροπλαστείο, όταν ήρθε στην Ελλάδα ακολουθώντας τη γυναίκα που αγάπησε.
Από οικογένεια ευκατάστατη εκείνη, καλομαθημένη, με πατέρα τυρέμπορο, είχε επισκεφθεί την Πόλη για τουρισμό με τη μητέρα της και κάποιους στενούς συγγενείς. Συναντήθηκαν στο μαλεμπιτζίδικό του όταν κάθισαν για φρέσκο καϊμάκι και γλυκό κουταλιού κι ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος. Πέρασαν τρεις μήνες με καθημερινή σχεδόν αλληλογραφία κι όταν ο νέος κατάλαβε ότι η αγαπημένη του δεν σκόπευε ν' αποχωριστεί το σπίτι και την οικογένειά της, αποφάσισε να εγκαταλείψει την πατρίδα του.
Το μαγαζί πέρασε ολοκληρωτικά στα χέρια του πατέρα του Νότη, που μέχρι τότε βοηθούσε σαν υπάλληλος το μεγαλύτερο αδερφό του, έχοντας κι ένα μικρό μερίδιο στην επιχείρηση. Ήταν ακόμα μικρός κι ελεύθερος, έξυπνος και δουλευταράς.
Το ζαχαροπλαστείο και στην Αθήνα έκανε χρυσές δουλειές. Υλικά ολόφρεσκα και μυρωδιές που ξεσήκωναν τους περαστικούς, βιτρίνα ολόφωτη ζηλευτή και κομμάτια μεγάλα που πάντα τα συνόδευε με λαχταριστά δροσιστικά, ήταν τα μυστικά του.
Η χήρα μάνα του που τον ακολούθησε θέλοντας να προσφέρει τη βοήθειά της στο νέο ξεκίνημα του παιδιού της, έστυβε τα φρέσκα φρούτα και γέμιζε τις κανάτες. Κάθε καλοκαίρι, πολλά κιλά βύσσινο περνούσε από τα χέρια της κι είχαν όλο σχεδόν το χρόνο εκτός από το γλυκό και υπέροχη βυσσινάδα. Κανένας άλλος ζαχαροπλάστης δεν τα κερνούσε κι ούτε συνόδευε τον καφέ και τη ζεστή σοκολάτα με μπόλικα μπισκότα και κουλουράκια. Μάνα και γιος ήταν πανέξυπνοι! 

Όταν έγινε ο γάμος και τακτοποιήθηκε το ζευγάρι γύρισε στην Πόλη, στον άλλο της γιο. Μια ευτραφής κυρία από τα μέρη τους ανέλαβε τη δουλειά των αναψυκτικών, των γλυκών κουταλιού και ταψιού. Όλα τα άλλα τα έφτιαχνε ο γιος της με τη βοήθεια αρκετών υπαλλήλων.
Δύο παιδιά απέκτησαν αλλά δεν πρόλαβαν να μεγαλώσουν. Πέθαναν από μια βαριά κολλητική αρρώστια που θέριζε πολύ κόσμο εκείνη την εποχή. Μ' αυτό τον καημό έφυγε η μάνα μετά από λίγα χρόνια κι όταν πέρασε αρκετός καιρός από το χαμό της αποφάσισε κι ο άλλος αδερφός να έρθει στην Ελλάδα. Ο,τι είχε και δεν είχε ο μεγάλος, έμενε σ' αυτόν και τα παιδιά του. 
Είχε πια κουραστεί και σκόπευε ν' αποσυρθεί.
Ο Νότης τις ώρες που δεν πήγαινε σχολείο, δεν έβγαινε στο δρόμο να παίξει με τ' άλλα παιδιά, αντίθετα από τα αδέρφια του που τη νύχτα μαζεύονταν στο σπίτι. Χωμένος πίσω από το μαγαζί, δίπλα στα τεράστια τσουκάλια που σιγόβραζαν οι μυρωδάτες κρέμες και τα σιρόπια, παρακολουθούσε μόνιμα πασαλειμμένος με σοκολάτα τους γονείς του που μεγαλουργούσαν. Πρόθυμος πάντα να βοηθήσει, ανακάτευε με τις κουτάλες, έσπαγε τ' αυγά, έτριβε τις φλούδες των εσπεριδοειδών κι έβγαζε με πολλή προσοχή τα κουκούτσια απ' τους χυμούς τους. Ο,τι περίσσευε στις λεκάνες το μάζευε σ' ένα μεγάλο πιάτο και το απολάμβανε πριν έρθουν τα ιδρωμένα αδέρφια του με τα γειτονόπουλα και του το πάρουν. 
Οι καβγάδες τους ήταν καθημερινοί.
- Μόνο να τρώτε ξεύρετε και να παίζετε όξω, άλλο τίποτα!
- Καλά κάμουμε!
- Ναι, αμά εγώ που βοηθάω θα τρώω τα πιο πολλά!
Οι καρπαζιές κι οι κλοτσιές έδιναν κι έπαιρναν. Μάταια οι γονείς προσπαθούσαν να τους χωρίσουν...
Με αυτό το σκεπτικό μεγάλωσε ο Νότης και δεν άργησε το συμφεροντολογικό μυαλό του να κατεβάσει χίλιες δυο ιδέες προκειμένου να τους διώξει από την επιχείρηση. Ακόμα και το θείο τους δεν έπαυε να πλευρίζει για να πάρει τα περισσότερα.
Έτσι κι έγινε.
Τα δυο αγόρια πήραν τους παράδες από την πώληση του σπιτιού και του μαγαζιού τους στην Πόλη κι από το θείο ελάχιστα χρήματα κι ένα οικόπεδο στην εξοχή. Ο Νότης που "τον εκτιμούσε και πολύ σεβόταν τους κόπους του, λάτρευε το ζαχαροπλαστείο όπου πέρασε κοντά του όλα σχεδόν τα παιδικά του χρόνια" δίκαια βεβαίως θα ήταν ο κύριος κληρονόμος του. 
- Ούλα τα μυστικά της δουλειάς τα ξεύρω θείε μου! Ακόμα κι όταν ερχούμασταν εδώ στο σπίτι σου να διούμε κι εσένα και τη θεία, οι άλλοι έπαιζαν όξω με τις γάτες και τοις σκύλοι κι εγώ καθόμουν στα γόνατά σου, τα θυμάσαι! Όπως τα έσιαχνες κι εσύ κι ο μπαμπάς μου, ίδια θα τα κάμω κι εγώ! Άμα μπούνε αυτοί στη δουλειά, άλλα πράματα θα κάμουν και θα χάσει το καλό όνομα που έχει! Κάτι γαλλικά κι εγγλέζικα άκουα που λέγανε, κάτι ανοστιές που έχουνε κει στα μέρη που είναι λίγο πιο μακριά από δω... Μήτε μαλεμπί δε θα σερβίρουνε, τίποτις! Τα μυαλά τους πάνω απ' το κεφάλι τους σε λέω! Αμαρτία, μεγάλη αμαρτία δεν είναι για; 
Τεταρταίος έπιανε το θείο και μόνο που το σκεφτόταν. Με το πες πες όμως τον κατάφερε! 
Τα χρόνια περνούσαν και το μαγαζί μεγάλωσε. Με τα λεφτά που είχε, αγόρασε το διπλανό σπίτι κι έτσι το επέκτεινε. Ξαναγύρισαν τρίδιπλα και παραφούσκωσε ο λογαριασμός του στην τράπεζα. Παντρεύτηκε μια άξια γυναίκα που βαστιόταν κι εκείνη καλά από παράδες και του χάρισε τρία παιδιά. Ένα γιο και δυο κόρες που τις καλοπάντρεψε, τις προίκισε και ξένοιασε. 
Ο κανακάρης τους ήταν η μεγάλη του αδυναμία. 
- Κοίτα μπρε μη σε τυλίξει καμιά καπάτσα! Να είσαι ξύπνιος σαν κι εμένα, την καλύτερη να πάρεις! 
- Δε σε είπα μπαμπά που είμαι μικρός ακόμα;
- Τα τριάντα επάτησες, καλός είσαι για! Με τη μια και με την άλλη που γυρίζεις, καλά κάμεις κοτζάμ άντρας, αμά να προσέχεις γιατί γαμπροί τέτοιοι δεν βρίσκουντε εύκολα κι είναι πολλές που σε καλοβλέπουνε! Γι αυτό σε τα λέω μπρε μπουνταλά! 
- Μη φοβάσαι, δεν παντρεύουμαι εγώ!
Τα προξενιά έφταναν το ένα μετά το άλλο. Κόρες καλών οικογενειών, όμορφες και παραλούδες, που του ταίριαζαν γάντι, όμως ο νέος ήταν ανένδοτος κι οι γονείς δυσανασχετούσαν. 
- Τόσες κοπέλες και καμιά δε σε αρέσει; 
- Καμιά!
- Μα ούλες με κουσούρια είναι μπρε γιε μου;
- Ωχ! Άσε με μπαμπά!
Πού να φανταζόταν ότι η καρδιά του θα χτυπούσε για την όμορφη και ζουμερή Λιωλιώ που επισκέφτηκαν με τη μητέρα και την αδερφή της το "στέκι" των πατριωτών τους!!






Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015

Με γλυκό κουταλιού και καφεδάκι


- Γεια στα χέρια σου μπρε Σουλτάνα, πολύ σε πέτυχε το μελιτζανάκι! 
- Σάματις τα δικά σου πάνε πίσω Άνθω; Ούλα σου νόστιμα είναι!
Η Βενέτω βγήκε από το μπάνιο πασαλειμένη με παχιά πομάδα και το κεφάλι τυλιγμένο σε τουρμπάνι. Ο καφές της κρύωνε αλλά οι ομορφάδες της είχαν μεγαλύτερη σημασία. Όταν έμενε στης ξαδέρφης της στο σπίτι, ήταν η καλύτερή της! 
- Πώς το έσιαξες ξαδέρφη; Ίσια με τα τώρα τόσο καλό δεν το έχω κάμει, στο δέσιμο με χαλνάει...
Η Σουλτάνα την κοίταξε παραξενεμένη.
- Α! Δεν το άφηκες να βγάλει ούλα του τα ζουμιά! Θα σε τα πω εγώ απ' την αρχή και με λέγεις πού δεν το πρόσεξες!
Καμιά πενηνταριά μελιτζανάκια εκαθάρισα καλά, τα χάραξα και τα έβαλα στο τσουκάλι με νεράκι, έστιψα κι ένα λεμόνι.
Τα σκέπασα με το πιάτο κι έβαλα απέ πάνου κείνη τη φαγιάντσα που είναι βαριά, για να τα κρατάει σκεπασμένα και να μη με μαυρίσουνε.
Άλλαξα κάμποσε φορές το νερό και μετά τα έδωσα μερικές βρασούλες, τρεις να σε πω, με άλλο νεράκι, ξεύρεις.
Αυτά τα έκαμα απέ το βράδυ, για να στεγνώσουνε ούλη τη νύχτα στις πετσέτες. Μια κάτω και μια απέ πάνω. 
Η Βενέτω χτύπησε τα χέρια νευρικά.
- Αχ! Γι αυτό δε με πέτυχε! Ίσια με δυο ωρίτσες να σε πω το άφηκα να στραγγίσει... Φτου!
- Ε, ναι! Κομματάκι υπομονή θέλει...
- Πες με μετά πώς το έσιαξες!
- Το πρωί ζεμάτισα τα μύγδαλα, τα έφερα κάμποσε βόλτες στο τηγάνι να καβουρντιστούνε καλά κι έπιασα το σιροπάκι.
Ένα κιλό ζάχαρη και πιο λίγο νερό κι άμα αρχίνισε να δένει έριξα κομματάκι ξινό, μοσχοκάρφια και τα μελιτζανάκια που τα είχα βάλει μέσα και μυγδαλάκια. Τα υπόλοιπα τα έριξα έτσι μέσα.
Αυτά όμως ακόμα βγάζουνε τα υγρά τους και τ' αφήνω κάμποσο, ίσια με να μείκει με το σιροπάκι.
Τον τέντζερε κουνάω κομμάτι, να ποτίσουνε καλά κι είναι έτοιμο! 
- Κομμάτι βανίλια δε βάζεις;
- Ναι μπρε, βάζω μια ιδέα! Καλά που με τη θύμησες,την ξέχασα! 
- Τώρα πια, δε θα με ξεφύγει! Το ωραίο γλυκάκι απ' το δέσιμο φαίνεται για! Έτσι δεν είναι;
- Βέβαια!
- Δε με λες, η συμπεθέρα η Μαρίκα πότε θα έρτει;
- Νωρίς είναι ακόμα... Θα περάσει κι απ' την κόρη της να διει μη και θέλει να την ψουνίσει κάτι, να την κάμει και καμιά δουλειά... Έγκυος αφού είναι, ούλο και θα έχει χρεία...
- Έτσι είναι... Να διεις που θα κάμει αγόρι, βλέπω την κοιλιά της...
- Κι εμένα έτσι με φαίνεται να σε πω... Ας είναι με το καλό να λευτερωθεί και να είναι σωστό και γερό το παιδί... Σε δυο μήνες θα το έχουμε το γιαβρί μου! Κι αυτός ο γιος μου πια, έχει παλαβώσει! Ούλο με λέει που θα κάμει το Γιωργάκη και θ' αναστήσει τον πατέρα του...
Η Ανθούλα χαμογελούσε όπως πάντα μαζεύοντας με το κουταλάκι το σιρόπι. Ήπιε νερό και σταύρωσε τα χέρια χαζεύοντας τα ροζέ νύχια της. Όσο η Βενέτω απολάμβανε τον καφέ της μ' ένα τσιγάρο, ήρθε η σειρά της να χωθεί στο μπάνιο και να πασαλειφτεί με την απαλή, φρέσκια και μυρωδάτη κρέμα.
- Μμμμμ... Τι έβαλες μέσα Σουλτάνα και μοσκομυρίζει;
- Λαδάκι του τριαντάφυλλου  που είναι για τις ζάρες! Μαζί με το μελισσοκέρι και το βουτυράκι, είναι πολύ ωραία!
Η Βενέτω ήθελε τη συνταγή ολόκληρη.
- Θα σε πω, αμά μη ξεχάσεις τίποτις, ναι;
- Πες με μπρε κι έγνοια σου!
- Τα πέταλα απ' τα ρόδα του Μαγιού που είναι στις δόξες τους θα πάρεις και θα γιομίσεις ένα γυάλινο καβανόζι μεγάλο μαζί με λάδι καλό, αμά να τα σκεπάζει!
Θα τα αφήκεις στο παράθυρο μπροστά, να μη τα χτυπάει όμως ο ήλιος, δεν κάμει!
Μετά απέ δυο βδομάδες θα τα βγάλεις απέ κει αφού τα σφίξεις καλά και θα βάλεις άλλα μέσα κι άφηκέ τα καμιά δεκαριά μέρες ακόμα.
Ύστερις τα σουρώνεις αφού πάλι τα σφίξεις καλά και τα πετάς, άχρηστα είναι. Το λάδι είναι έτοιμο!
Θα σιάξεις ροδόνερο, ξεύρεις πώς το κάμουμε! Άμα βαριέσαι, το παίρνεις κι έτοιμο στο μπουκαλάκι το άσπρο που είναι, να ζητήξεις και μελισσοκέρι που είναι απαραίτητο. 
Θα βάλεις μια κουταλιά της σούπας στο μεγάλο μπρίκι, απάνου απέ μια κατσαρόλα που βράζει νερό, για να λιώσει χωρίς να σε κολλήσει και μια κουταλιά βουτυράκι απέ το καλό. Θα ρίξεις μετά ένα ποτηράκι του κρασιού απ' το λάδι κι άλλο ένα ροδόνερο.
Με την ξύλινη πιρούνα θα τ' ανακατώνεις κάμποση ώρα κι άμα κρυώσει θα τη βάλεις στο βάζο και θα το κλείσεις καλά.
- Μεγάλη φασαρία έχει μπρε ξαδέρφη...
- Άντε καλέ! Και πού να σ' έλεγα να σιάξεις και το ροδόνερο που θέλει πόσες ώρες στην κατσαρόλα για να γένει! 
- Να με λείπει, άσε με...
Η Ανθούλα έβαλε και στα χέρια και στα πόδια σηκώνοντας τη φούστα της. Απαλή και μυρωδάτη η αγνή κρέμα, άφηνες λες μετάξι σε κάθε πέρασμα στο δέρμα. Φεύγοντας, θα της έδινε σίγουρα ένα βαζάκι η αδερφή της... 

Η Μαρίκα κατέφθασε δροσερή κι αρωματισμένη μέσα στο εμπριμέ της φόρεμα. Με μπλε φινετσάτα παπούτσια που είχαν λίγο τακουνάκι, ίσα να δίνουν χάρη στο βάδισμα και μπλε τσαντάκι με κλιπ. Οι μικρές πέρλες στο λαιμό και τ' αυτιά ήταν διακριτικές για πρωινές επισκέψεις.
- Χρειαζούτανε το καφεδάκι τώρα...
- Ναι για! Σε στυλώνει η αλήθεια συμπεθέρα... Ήπιαμε ούλες πάλι για να σε κάμουμε παρέα!
- Κι εγώ ήπια με την Αγλαΐα μου τον πρώτο. Ένα γάλα στο σπίτι κι ήφυγα γρήγορα να προλάβω τσι δρόμοι μη πιάσει η βροχή... Την ηψούνισα ο,τι ήθελε, για να μη σηκώνει βάρος και τα άλλα ο πατέρας τση... Ο Ιάκωβος θα αργήσει και σήμερα ίσα με να γυρίσουν απ' την άλλη άκρη με τσι αφεντικοί... Πολύ ωραίο είναι λέει το ξενοδοχείο που χτίζουνε, με μεγάλοι μπαχτσέδες! Και θα παραθερίζει ούλος ο καλός κόσμος που έχει πολλοί παράδες!
- Ωραία που θα είναι! Με τα είπε κι εμένα, αλλά φχαριστήθηκε πολύ κι η Αγλαΐτσα μας! Να τον πούμε να μας πάει κι εμάς κει πέρα στα εξοχάς να το διούμε, να πάρουμε και καθαρό αέρα! 
- Ναι, ναι! Ηξεύρεις όμως και ποια άλλη θέλει;
- Ποια καλέ;
- Η Ευταλού! 
- Ποιος σε το είπε, ο γιος μου;
- Ναι συμπεθέρα! Χα χα χα!
- Μα δεν άκουσα τίποτις προχτές...
- Όσο ρωτούσε η Χρόνα να μάθει για το γαμπρό τση Δοξούλας, τα είπανε αυτοί!
- Α, τον άτιμο! Να διεις που θα την πουλήσει και το διαμέρισμα!
- Τώρα που θα ησυχάσουνε αφ΄τση ανιψιάς τση το ζήτημα, θα το ιδεί πιο καλά το θέμα...
- Ας είναι... 
Η Βενέτω που είχε εγκατασταθεί πάλι στης ξαδέρφης της κάμποσες μέρες, έβαζε δαφνέλαιο στις άκρες των μαλλιών της και μπήκε στη συζήτηση φορτσάτη.
- Να διείτε που λογαριάζει για το ζεύγος άμα στεφανωθούνε, να πάνε και να μείκουνε εκεί στο ξενοδοχείο. Άλλο λόγο δεν έχει να την κόφτει και να θέλει να πάει στις εξοχές να το διεί... 
- Μεγάλο καλό ήκαμες και θα το ιδείς μπροστά σου! Κι εσύ κι η συμπεθέρα μου!
- Είδατε όμως η Σπυριδούλα πώς το προχώρησε;
- Ναι μπρε Άνθω! Λίγο πράμα είναι να περνούν τα χρόνια και για τον άντρα; Χώρια που ο κόσμος θα λέγει τα δικά του...

Εκεί βασίστηκε η Βενέτω όταν έπιασε την κουβέντα με τη γειτόνισσα και κατέληξαν να πίνουν καφέ στο σπίτι της. Πήγε στης Ευταλούς και δεν τη βρήκε στο σπίτι. Στάθηκε για λίγο κοιτάζοντας το δρόμο μήπως και φανεί, όταν τη φώναξε η Σπυριδούλα. 
- Μπουρεί κι να αργήσει! Έφυγι ντυμένη, θα είνι κάνα τέταρτο... 
- Κρίμας κι έκαμα τόσον δρόμο...
- Έλα μέσα να πιούμι ένα καφέ κι μπουρεί να έρθει! 
Η κουβέντα έφτασε στα χωρίσματα της Δοξούλας κι έμαθε για της Χρόνας τα καμώματα.
Απέφευγε να πηγαίνει στης Ευταλούς τους τελευταίους μήνες για να μην έρθει σε δύσκολη θέση όσον αφορούσε το γιο της. Ο Πάντος ξεροστάλιαζε στη γωνία του δρόμου για να δει την κοπέλα που είχε κλειστεί στο σπίτι και δεν έβγαινε ούτε για θελήματα. Η θεία της προφασίστηκε ότι είναι άρρωστη για να πάει να της σταθεί. Πόνοι στη μέση που δεν της επέτρεπαν να κάνει τις δουλειές της. Ούτε στο φούρνο για ψωμί δε μπορούσε να πάει.
Η Δοξούλα βγήκε αναγκαστικά από το σπίτι και πήγε να τη βοηθήσει. 
- Την ευτσήν μου να έσιεις κόρη μου! 
- Περαστικά σου θκειά μου! 
- Ευχαριστώ σε πολλά!
- Μη νοιάζεσαι, σαν τη μάνα μου έχω σε.
- Οι ξαδερφάες σου εν μακριά τζαι έχουσιν τα κοπελούθκια τους, ίντα μπου να μου κάμνουν; Αγαπώ σε πολλά κορούα μου τζι εν θέλω άλλο να κλαίεις... Στον θκιάλο να πάει τζαι πρόσεχε μη σου κοντέψει... 
- Όι, εν θέλω! Εσιχάθηκέ τον η ψυσή μου...
Μπαινόβγαινε η κοπέλα για τα ψώνια της ημέρας κι οι γειτόνισσες την κουτσομπόλευαν.
- Αδυνάτισε πολύ αυτή...
- Λίγο το ΄χεις αυτό που έγινε;
- Να χωρίσει μετά από τόσα χρόνια;
- Και ποιος θα γυρίσει να την κοιτάξει που της βγήκε τ΄όνομα;
- Δύσκολο πράμα, πολύ δύσκολο... 
- Το γιο σου πρόσεχε! Η Ευταλού σάμπως τον καλοκοίταξε προχτές!
- Φτου στον κόρφο μου! Ας πάρει τα μούτρα της η Κύπρια να πει καμιά κουβέντα και θα της πω εγώ!
Μαγείρευε κι έτριβε της μέση της θεία της με οινόπνευμα και της έβαζε ζεστές πετσέτες. 
Ο Πάντος που σχεδόν μόνιμα παραμόνευε, την έπιασε ένα πρωινό καθώς γυρνούσε από το μπακάλη. 
- Θκειά,  είπεν μου ότι αγαπά με ακόμα...
- Εσσού ίντα μπου λαλείς;
- Εν ξέρω... 
- Η Χρόνα εν θέλει ν' ακούσει... 
- Ξέρω το... Εκοίταζέν με άγρια με την μούτην ψηλά... 
- Εχόρευκεν τόσον τζαιρόν που ήσουν μιτά του τζι εμάθενεν τα ούλα...
- Τον αγαπούσα θκειά... 
- Ξέρω το... Κελετζού!  Ίντα μπου να σε κάμνω τώρα; 
Δεν έβλεπε να έχει μέλλον με τον Πάντο. 
Από τη μια η μάνα του δεν άκουγε κουβέντα, απ' την άλλη εκείνη δεν τον ήθελε με την καρδιά της. Αν ήταν αλλιώς μπορεί να έλεγε το ναι για να μπει στο μάτι του πρώην αρραβωνιαστικού της. Και τι τύχη θα είχε αυτός ο γάμος; 

- Κρίμας είναι να χαθεί το κορίτσι Σπυριδούλα μου! 
- Ε, ναι, βέβια...
- Τόσο καλή, νοικοκυρά, όμορφη, προικισμένη όσο λίγες...
- Θα την δώκει κι η θεία της έμαθα, ε;
- Ναι, ναι!
- Αφού αυτή διν είνι άκληρη, έχει τις κόρες της κι τις πάντριψι...
- Θα σε τα πω για να ξέρεις! Οι γονιοί τους και τ' αδέρφια τους σιάξανε προίκα για τις δυο κόρες. Ίσα θα τους τα μοιράζανε όπως είναι το σωστό. Και σπίτια και χωράφια και παράδες, ούλα. Η Ευταλού επήρε άντρα που της προξενέψανε, τον άζεζε κι εκείνη βέβαια και τοις τα γράψανε. Η αδερφή της όμως που δεν ήθελε αυτόν που την φέρανε γιατί αγαπούσε άλλον, τον άντρα της που πήρε δηλαδή, τοις τα χάλασε. Ο μπαμπάς τους είχε δώκει το λόγο του τον πατέρα αυτουνού, γιατί τότες έτσι γινούντουσαν τα πράματα και γένηκε άγρια θάλασσα!
- Κι σι μας στο χουριό, οι πατιράδες μας βρίσκανι τοις γαμπροί...
- Έτσι... Άλλα χρόνια... 
- Κι τιλικά τι έγινι;
- Δεν τη δώκανε τίποτις! Την εκλείσανε στο σπίτι και γενούντανε κάθε μέρα μεγάλο πατιρντί... Αφού είδανε πια ότι κι η μεριά του γαμπρού δεν ήθελε, γιατί ητανάνε μεγάλη προσβολή να πει όχι το γιο τους, την είπανε άμα θες να πάρεις αυτόν, από μας δε θα διεις μήτε σεντόνι! Εδώ στην Αθήνα κάμανε τοις γάμοι, μόνο η Ευταλού και του γαμπρού το σόι ητανάνε... Τα σιάξανε κομμάτι άμα έκαμε τη Δοξούλα κι έβγαλε της μαμάς της το όνομα...
- Και τη δώκανε την προίκα της;
- Στης εγγόνας το όνομα τα γράψανε, αμά όχι κι ούλα, θα σε πω...
- Α! Κι η θεία της τι έκανι;
- Προσπαθούσε να τοις τα φτιάξει γιατί ο γαμπρός ητανάνε πολύ καλός. Τη στάθηκε πολύ την αδερφή της κι επειδή οι γονιοί και τ' αδέρφια τους γράψανε την Ευταλού και το μερίδιο της αλληνής, εκείνη που είναι καλής καρδιάς γυναίκα ακόμα τα δίνει κρυφά απ' ούλους! 
- Τι μι λιες; Μωρέ μπράβου της! Άλλη να ήτανι δε θα ίδινι τίποτα!
- Το ξέρω! Βάλε το λοιπόν πόσα έχει η Δοξούλα! Κι απε το μπαμπά της το σπίτι που τον άφηκε ο παππούς του και παίρνουνε το νοίκι, τις λίρες που πήρανε άμα πουληθήκανε τα χωράφια που ητανάνε στης θείας το όνομα και τοις τις έδωκε, το σπίτι που μνήσκουν τώρα που το έχτισε ο μπαμπάς της και πάει στην κόρη του, βάλε κι όσα θα κάμει η θεία για το γάμο που στεναχωριότανε πάντα γιατί τοις είχανε παραπεταμένοι...
- Πω πω! Τυχιρός ου γαμπρός σα να λιέμι...
- Πολύ τυχερός!
-  Γι αυτό κι η Χρόνα έκαμι σαν παλαβή για να την κάμει νύφη!
- Ε, ναι, όχι όμως μόνο γι αυτό! Είναι πάρα πολύ καλή και τίμια κοπέλα, θεωρητικιά, νοικοκυρεμένη σε ούλα της! Καλύτερη θα έβρισκε για το γιο της; Η Δοξούλα όμως δε μπόραγε να τόνε διει με άλλα μάτια γιατί μεγαλώσανε σε μια γειτονιά σαν αδέρφια. Απε μια σταλιά μαζί και τα δυο παίζανε, μήτε που να το σκεφτεί!
- Κι τώρα η μάνα του δεν τη θέλει, ε;
- Άμα τον ήθελε εκείνη, ποιος τη λογάριαζε τη Χρόνα για; 
- Αμ... Σαν θέλουνι η νύφη κι ου γαμπρός...
- Να σε πω και κάτι; Μπορεί να έκατσε με δαύτον τόσα χρόνια, αμά σαν φίλοι που λέει ο λόγος βλεπόντουσαν. Μεγάλο πράμα είναι αυτό για μια κοπέλα με τόσα που γίνουνται! Εδώ ακούμε ένα σωρό που κάμνουνε με τοις άντριδοι και μετά τα σκεπάζουνε...
- Να σ' ειπώ βρι Βινέτω ένα πράμα; Καλύτερη τύχη μπουρεί να έχει η κουπέλα στου τέλους...
- Αυτό λέω κι εγώ κοκόνα μου! Μπρε να μην είχα ένα γιο λεύτερο να την κάμω νύφη μου;
- Λιες, ε;
- Χρυσή κοπέλα είναι σε λέω! 
Η Σπυριδούλα έμεινε για λίγο σκεπτική κι η Βενέτω κατάλαβε ότι πλησίαζε το στόχο της.
<<Μια χαρά την πέφτει ο ανιψιός σου! Και λεβέντης είναι κι απε παράδες στέκεται καλά... Κάμε κάτι εσύ και σίγουρα θα την αρέσει τη Δοξούλα που θα θέλει να μπει στο μάτι αυτουνού!>> 
Έτσι αποφάσισε να ρίξει τα μούτρα της και χτύπησε την πόρτα της Ευταλούς με το σκεπασμένο πιάτο.
- Μια πόρτα είμαστι που λέει ου λόγους κι ίμαθα που σι πονεί η μέση σου κι είπα να έρθου να σι δω! Σ΄ίφιρα κι λίγη πίτα μι την κουλουκύθα που ίψησα, όχι να μι πεις κι άμα θέλεις να σι κάμω κάτι... 
- Ευχαριστώ σε πολλά! 
Έτσι ξεκίνησε η φιλία τους και προχώρησε το προξενιό. 
- Καημό έχουνι ο αδερφός κι η νύφη μου να βριθεί μια καλή κουπέλα για του πιδί τους... Δουλιφτάς είνι, προυκουμένους σι ούλα του, ίδιους ου πατέρας του! Πιρνάνι τα χρόνια Ευταλού μου κι μι τις δλιές του διν του απουφασίζει... 
- Ο Θεός έσιει για ούλους Σπυριδούλα! Τζαι για τον ανιψιό σου τζαι για την ανιψιά μου... 

Η Σουλτάνα δοκίμασε ένα κομμάτι κρέας.
- Να το διω στη βράση του μια! 
Πήρε και δεύτερο και τρίτο.
- Έλιωσε! Με πιλαφάκι να το φάμε ή να τηγανίσω πατατούλες; 
Μοσχοβολούσε το κοκκινιστό και τις ξεσήκωνε. 
- Πάει και με τα δυο...
 Με τα πασπαλισμένα μπόλικη ζάχαρη ψιλοκομμένα κρεμμύδια στο τσιγάρισμα με το βούτυρο και τις πράσινες πιπεριές, ένα μεγάλο ξύλο κανέλα, μπαχάρι και γαρίφαλα, σε προκαλούσε να γευτείς τη μελωμένη σάλτσα.
- Και με τα δυο πάει βέβαια! Αμά με τις πατατούλες τώρα που είναι φρέσκο θα είναι πιο καλά! Πολύ είναι και θα περισσέψει, κάνουμε αύριο το πιλάφι να φάμε, άμα γυρίσουμε απ' την Ευταλού. Ε, Βενέτω μου, τι λες; 
- Αμέ! Τώρα που καμώνεται ακόμα που πονεί, δε θα μας κάμει το τραπέζι θαρρώ!
- Χα χα χα! 
Η Ανθούλα καθάρισε πατάτες κι έπιασε ένα μεγάλο κομμάτι φρέσκο βούτυρο για το τηγάνι. Η Σουλτάνα της είπε να βάλει και λίγο λάδι μέσα για να μην κάψει και μαυρίσει.
- Εμένα δε με παθαίνει τίποτα καλέ που λάδι καθόλου δε βάζω! 
Κρατήθηκε η αδερφή της για να μη ξεστομίσει αυτό που σκέφτηκε.
<<Με κείνο το παλιόπραμα το φτηνό που σε φέρνει ο χαϊρσίζης και τηγανίζεις, πώς να σε καεί... Τούτο είναι πράμα αγνό, της καλύτερης ποιότητας για το φαγάκι...>> 
- Σε μιλάω μπρε Σουλτάνα!
- Ε... Άλλης μάρκας είναι αυτό και θέλει κομμάτι λαδάκι μέσα... 
- Τι να σε πω... Αφού έτσι θέλεις, καλά...
Βενέτω και Μαρίκα κατάλαβαν κι άλλαξαν κουβέντα. 
- Δηλαδή, βγήκανε τση Δοξούλας αυτά που τσ' είπε η χαρτού; 
- Που θα στεφανωθεί;
- Κι αυτό κι ούλα τα άλλα για το γαμπρό και για το γιο τση Χρόνας που την αγαπούσε και αυτή δεν την ήθελε... Πολλά πράματα τσ' είπε κι ηγίνηκαν ούλα!
Η Βενέτω πήρε ύφος κωμικό.
- Τη συμπεθέρα σου να ρωτήσεις που τα κανόνισε! 
Φώναξε τη Σουλτάνα που βγήκε μπουκωμένη απ' την κουζίνα.
- Κατάπιε τη βούκα σου μπρε και πες για τη χαρτού!
- Α! Έκαμε καλή δουλειά, χαλάλι της οι παράδες! 
Διπλά πληρώθηκε η μάντισσα. Όταν έβαλαν στο μάτι τον ανιψιό της Σπυριδούλας για γαμπρό, έπρεπε να βρουν τρόπο να πείσουν τη Δοξούλα. Η Ευταλού που ήξερε τη φίλη της, την καλόπιασε με μια πομάδα από τα χεράκια της Σουλτάνας και την έπιασαν στο λακριντί. 
- Κάμε την ακόμα πιο πολύ παρέα γιαβρί μου... Έτσι που εκλείστηκε στο σπίτι κι ούλη τη μέρα χύνει τα πύρινά της δάκρυα που ποτάμια να γένουν και να τον πνίξουν τον άτιμο, θα πάθει το κορίτσι! 
- Ναι κυρία Σουλτάνα μου, μην ανησυχείτε! 
- Η καρδιά μας εσφίχτηκε που μας τα λέει η θεία της...
Η Ευταλού την αγκάλιασε στοργικά.
- Να καλοτυχηστείς κορούα μου, μη τα πάθεις σαν τη δικιά μας...
- Χρυσό στέφανο να βάλεις κοκόνα μου που είσαι και τόσο όμορφη και καλή κοπέλα!
- Ευχαριστώ! Πάντως η Αιγύπτια που λέει τα γραμμένα, μου βρήκε πως θα παντρευτώ! Και στα χαρτιά και στα κάρβουνα! Και να σας πω, μεταξύ μας και μη βγει παραέξω, είναι κάποιος που με θέλει...
- Αρέσκειν σου;
- Ε... Καλός δείχνει, ξέρουμε και την οικογένεια...
- Σα να λέμε τόνε βρήκε δηλαδή;
- Ναι, είδε ότι είναι και ξανθός, ένας ανοιχτόχρωμος μου είπε!
- Μωρέ μπράβο της!
Η Βενέτω έκανε τάχα πως ενδιαφέρθηκε.
- Μπα! Ποια είναι αυτή να στείλω τη γειτόνισσα απέ δίπλα μου που έχει έγνοια για την κόρη της; Θα με δώκεις τη σύσταση; 

Η Ευταλού έβγαλε από την τσέπη της δυο κατοστάρικα.
- Την έφεξε! Μήτε στον ύπνο της τόσοι παράδες!
- Λαλείς που θα πιάσει Σουλτάνα;
- Ναι μπρε! Άμα η χαρτού δεν την έλεγε για ένα ξανθωπό, μπορεί και να μη τον έβαζε ο νους της με τόσοι που με λες πως την κοιτάνε! Θα πάμε με τη Βενέτω να τήνε βρούμε, θα τη δώκουμε τοις παράδες και θα την πούμε αυτό να τη βάλει στο μυαλό την ανιψιά σου!
Έτσι είναι. Επηρεάζεσαι όταν μια φημισμένη μάντισσα στον βρει και στα χαρτιά και στα κάρβουνα. Δε μπορεί να κάνουν λάθος και τα δύο, άρα αυτό είναι το γραφτό σου. Και τότε σίγουρα βλέπεις τον υποψήφιο με άλλα μάτια! 
Μια και δυο πήγαν και τη βρήκαν οι ξαδέρφες.
- Ψυχικό θα κάμεις τζάνουμ άμα την πεις ο,τι σε λέμε...
- Ο,τι δείξει, αυτό και βγαίνει! Δε λαθεύω ποτέ εγώ!
- Ναι μπρε κοκόνα μου, δε σε λέμε που δεν κάμεις καλά τη δουλειά σου και μπράβο σου, άξια γυναίκα είσαι! Αμά το κορίτσι έχει μπλέξει άσκημα και πάρα πολύ φοβούμαστε μη το καταστρέψει... Γι αυτό σε παρακαλούμε, ο,τι και να δείξει  για κάναν άλλο, μη την πεις τίποτες! Και να διεις πόση πελατεία ακόμα θα σε φέρουμε, μεγάλη διαφήμιση θα σε κάνουμε!
Έχωσε το παραδάκι στο ξύλινο κουτί κι έδωσαν τα χέρια. 

- Αλήθεια ή ψέματα της τα βρήκε, δεν ξεύρω να σας πω... 
- Το ζήτημα είναι που η δουλειά προχωράει! 
- Άρεσε τση Δοξούλας, ε;
- Άμα δεν ήτο έτσι αψηλός και λεβέντης, μήτε που θα το σκεφτότανε συμπεθέρα! Έχει μπράτσα δυνατά, πλάτες, οι δουλειές στο χωριό τόσα χρόνια τον εκάμανε νταβραντισμένο, σωστό ασίκη! Κι έχουνε εδώ τη μαγαζάρα τους με ούλα τα καλά! Και τυριά και γάλατα και βουτύρατα, τίγκα τα ράφια κι οι τενεκέδες!
Οι γονιοί του βέβαια δεν είδανε με καλό μάτι το προξενιό... 
- Ήθελαν να τον δώκουνε άλλη;
- Να σε πω... Κομμάτι μπουνταλάς με φάνηκε όπως είχε το πράμα κι ίσως γι αυτό κοντεύει τα τριάντα κι είναι ακόμα λεύτερος... Όπως καταλαβαίνεις οι δικοί του θέλανε να παντρευτεί και να κάμει οικογένεια με μια καλή κοπέλα που να έχει κι αυτή το τρόπο της βέβαια... Άμα όμως τους είπε που η νύφη είναι απ΄την Κύπρο, μήτε ν' ακούσουνε λέξη δε θέλανε...
Η αλήθεια ήταν ότι η Σπυριδούλα έκανε μεγάλο αγώνα για να τους πείσει. Είχε κρύψει ότι ο αρραβώνας της κράτησε κάμποσα χρόνια κι είπε απλά ότι κάποιος την ήθελε, βγήκε μαζί του λίγες φορές κι αφού είδε ότι δεν της ταιριάζει του έδωσε το πανί του. Αγαπούσε και λυπόταν τον αδερφό της που είχε καημό να τον δει γαμπρό, να πιάσει και κάνα δυο εγγονάκια κι εκ των πραγμάτων πλησίασε τη νύφη της που τσακωνόταν μαζί της τακτικά και δεν είχαν πολλά πολλά.
- Κιλιπούρι είνι σας λέω, τι διν σας αρέσει;
- Μα Κύπρια; Μήτι που να του συζητάς!
- Γιατί καλέ, τι έχουνι οι Κύπριες, αλλόθρησκις είνι;
- Όχι, δε λέμι αυτό! Πώς να κάνουμι κουβέντα που άμα μιλάνε διν καταλαβαίνεις τι λένε; Κι ύστερα είνι κι του άλλο... Ξένη νύφη θα κάνουμι που όλους ου κόσμους λέει να παίρνεις παπούτσι απ' τουν τόπο σου; 
- Καλέ, μια χαρά μιλάει η κουπέλα! Μήτε που το καταλαβαίνεις ότι δεν είνι απου δω! Δε σι λέου για τη θεία της, αυτή μιγάλη γυναίκα είνι κι τα λεει στη γλώσσα τους, η ανιψιά της όμως όχι! Μιταξύ τους θα πούνι κι μερικές δικές τους κουβέντες, αλλά αυτό τι μας νοιάζει; Κι άμα πιριμένεις του παπούτσι απ' τουν τόπου σου, δλειά διν γίνιτι! Όσες κουπέλες βάλατι στου μάτι για νυφάδες, άλλοι βρήκανι κι πήρανι! Αυτή έχει προίκα μιγάλη, έχειτι κι εσείς, πασάς θα είνι ου γιος σας! Γιατί άμα τα χρόνια περνούνι κι για τουν άντρα κι ζουρίζιτι, ποιος ξέρει ποια ξιβράκουτη θα βρει να σας φέρει που να του τα φάει όλα και να μην τον αφήσει δικάρα τσακιστή, ε; Κι άμα διν είνι κι καμιά νοικοκυρά να τουν προυσέχει... Ενώ αυτή η κουπέλα δεν έχει καμιά ανάγκη κι μάτσου οι γαμπροί, πάνι κι έρχουντι τα προυξινιά! Γιατί καλέ να μη δούμι του συμφέρον μας εδώ; 
Επέμενε η Σπυριδούλα γιατί έβλεπε ότι ο ανιψιός της αν και εμφανίσιμος ήταν λίγο μπουνταλάς όπως πολύ σωστά διέγνωσε η Σουλτάνα με το γερακίσιο μάτι της. 
<< Άμα διν τόνε κουκουλώσουμι μι τη Δοξούλα, θα πάει μι τουν καημό του ου αδιρφός μου... Τοις άλλοι γιοι του που είνι πιο μικροί δεν τοις φοβάμι γιατί είνι ξύπνιοι σι όλα τους... Κι στις δλιές πρώτοι αλλά κι στις γυναίκις! Θέλει βιάση του πράμα...>> 
Ντροπή θα ήταν ν' αποκατασταθούν οι μικρότεροι πριν το μεγάλο.
Αυτά σκέφτονταν οι γονείς πίνοντας το ζεστό τους φασκόμηλο με τη Σπυριδούλα. Αν η Κύπρια νύφη δεν είχε περιουσία και λίρες, ούτε που θα το συζητούσαν. Έτυχε ευτυχώς εκείνη την ώρα να φανεί η Δοξούλα με τη μακριά της μαύρη στενή φούστα και την πολύχρωμη ζακέτα που πήγαινε στης θείας της μ' ένα προσεκτικά σκεπασμένο πιάτο κι είχαν την άνεση να τη δουν πίσω απ' τη λεπτή κουρτίνα.
- Καλή δείχνει...
- Μα δι μι πιστεύετι που σας λέου; Κι κουμψή είνι κι ουραία κι θα τουν αρέσει τουν δικό μας!
Με σβέλτη κίνηση βγήκε στην πόρτα και τη φώναξε, τάχα να ρωτήσει πώς πάει η Ευταλού. 
- Ήθιλα να πιταχτώ να τη δω, αλλά ήρθανι σπίτι ου αδιρφός μου μι τη γυναίκα του... Μι φέρανι φρέσκου φασκόμηλου κι ήθιλα να τη φιλέψου για να πιει τώρα που είνι στου κριβάτι... Έλα μέσα μια στιγμή να σι το δώκου κουρίτσι μου!
Χαμογελαστή κι ευγενική όταν έγιναν οι συστάσεις, πήρε το μυρωδάτο βοτάνι και την ευχαρίστησε. Ξεσκέπασε το πιάτο και τους πρόσφερε από μια ζεστή κρεατόπιτα που είχε φτιάξει πριν λίγο. Έφυγε με στητή περπατησιά αφήνοντάς τους τις καλύτερες εντυπώσεις. 

Τη συνέχεια ανέλαβαν η Σουλτάνα με τη Βενέτω.
- Με την τύχη σου μίλησες γιαβρί μου! 
- Βασίλισσα θα σ' έχει, στα όπα όπα!
- Κι όμορφος είναι που δε φτουράει άλλος μπροστά του!
Η Ευταλού σα ν' άρχισε "να συνέρχεται".
- Στα γρουσά θα σε ντύσουνε κι ούλοι θα ζουλεύκουνε! Ο,τι θες στα πόθκια σου να σάζεσαι τζαι να στολίζεσαι! Εγιώ έταξά σου πολλά που εσσού να θκιαλέγεις όπως αρέσκουν σου! 
Η Δοξούλα μελέτησε το θέμα κυρίως με τη φίλη της.
- Χαζή είσαι; Ας μου τύχαινε εμένα και σιγά μη το σκεφτόμουν! 
Πάνω που πίστεψαν ότι τέλειωσαν τα προβλήματα, ήρθαν άλλα. Ο Πάντος, ο γιος της Χρόνας, δε μπορούσε να χωνέψει ότι έχανε την αγαπημένη του για δεύτερη φορά κι απειλούσε να τα χαλάσει  όλα.
- Εσύ φταις μάνα! Αν δεν κρέμαγες τα μούτρα σου και σε κείνη και στη θεία της και δε φώναζες ότι δεν τη θέλεις για νύφη, η Δοξούλα θα ήταν δικιά μου τώρα! 
- Εγιώ φταίω που δεν..
- Βρίξε! Δεν αφήνω άλλον να μου την πάρει μέσα απ' τα χέρια μου κι εσύ λέγε ο,τι θέλεις! Μωρέ θα τον πιάσω και να δεις τι έχει να γίνει!
Η Χρόνα ήταν σε απελπιστική κατάσταση.
<<Ζάβαλί μου! Ίντα μπου να κάμνω;>> 
Έριξε τα μούτρα της και πήγε στην Ευταλού. Όταν άκουσε τις άσχημες προθέσεις του γιου της, μόνο με τις κλωτσιές που δεν την πέταξε έξω! Ούτε τα παρακάλια, ούτε τα δάκρυά της τη συγκίνησαν. Αυτή τη φορά είχε εκείνη το πάνω χέρι!
Η Μαρίκα σταύρωσε τα χέρια αγανακτισμένη.
- Βάι βάι! Και τι κάμει τώρα η Χρόνα;
- Κλαίει τη μοίρα της... Φοβήθηκε η αλήθεια μη γένει πατιρντί με το γιο της και το γαμπρό και δε μπορούσε να μη τα πει την Ευταλού... Την έσουρε ένα σωρό λόγια και την είπε που η Δοξούλα δε θα έλεγε ποτές το ναι για τον Πάντο και με το ζόρι δε θα της τόνε δίνανε. Τη λέει, άμα εσύ δεν έκαμνες τόσο κακό με το να κατηγοράς την ανιψιά μου και να φωνάζεις που όχι μόνο εσύ αλλά καμιά δε θα τη θέλει πια για νύφη, το παιδί σου θα το έπαιρνε απόφαση ότι δικιά του δε θα την έκαμε ποτές! 
- Καλά τσ' είπε συμπεθέρα! Ήπρεπε να σκεφτεί πιο καλά το πράμα, αυτή τόνε πείσμωσε! Ησκέφτηκε, τώρα που τόνε χώρισε κι είναι στη σκάση τση, θα την καλοπιάσω και θα την κερδίσω. Ήβλεπε τη μάνα του άγρια θάλασσα και σε λέει με φέρνει εμπόδια...
- Όπως τα λέγεις είναι, αυτά την είπε κι Ευταλού! 
Η Βενέτω που φυσούσε ρυθμικά το ασημί βερνίκι στα νύχια της για να στεγνώσει, έκανε μικρές διακοπές για να συμπληρώνει.
- Και την είπε που θα διει μεγάλο κακό στο τέλος, γιατί τις κατηγόριες που έλεγε για τη Δοξούλα θα τις βρει μπροστά της! Την έδωκε και μεγάλη κατάρα, να την πάει την πιο χειρότερη νύφη ο γιος της! 
- Α πα πα... Κι εκείνος τι απόκαμε; 
- Θερίο ανήμερο! Γυρίζει απέ δω κι απέ κει...

Καλά τα πήγε η Δοξούλα με το γαμπρό.
- Το καλό σου το φουστάνι να βάλεις απόψε!
- Πού θα πάμε;
- Για διασκέδαση!
Ντυνόταν, στολιζόταν και τη γύριζε σ' όλα τα καλά κέντρα της Αθήνας. Μια φορά το μήνα πήγαιναν με τα ξαδέρφια ή κάποιους φίλους του στο Ζαμπέτα που χαλούσε κόσμο και της άρεσε πολύ το κέφι και τα τραγούδια του. Τις Κυριακές το μεσημέρι έτρωγαν οικογενειακά, πότε στους γονείς, πότε στους στενούς συγγενείς, κυρίως όμως στης θείας Ευταλούς που σκιζόταν για να τον ευχαριστήσει. 
- Την κάνω γούστο!
Παρούσα εκεί κι η Σπυριδούλα που έκανε το προξενιό. 
- Τιριαστοί πουλύ διν είνι κι οι δυο;
- Ναι, πολλά ταιριάζουσι! Να 'σαι καλά! 
Η Ευταλού αναγκαστικά έκανε τα στραβά μάτια όταν έβλεπε το γάτο της Σπυριδούλας να κόβει βόλτες στην αυλή της και του έριχνε καμιά μπουκίτσα να φάει για να τη βλέπει εκείνη κι οι γειτόνισσες. Όταν όμως ξεθάρρευε κι έμπαινε σαν κύριος στην κουζίνα, έτρωγε κλωτσιά ξεγυρισμένη! 
Η Χρόνα προσπαθούσε μάταια να μαζέψει το γιο της.
- Επερίμενά σε ούλην την νύχτα... Πού εγύριζες πάλι γιε μου;
- Να μη σε κόφτει μάνα!
- Πάντο μου εγιώ...
- Ούσου μάνα!
Όταν έφτασε στ' αυτιά της ότι ο μοναχογιός της τραβιόταν με μια αρκετά μεγαλύτερή του διπλοχωρισμένη που είχε και τρία παιδιά από τους γάμους της, έφτασε στο θάνατο. 
- Παιδάκι μου, έλα στα συγκαλά σου! Ίντα πράματα εν τούτα; Αξίζει σου μια κόρη καλή, να...
- Να μου κάμει κοπελούθκια τζαι σπιτούι νοικοτζυρεμένο! Τα ξέρω καλά και στα λέω στη γλώσσα σου μάνα, είδες; Ένα χρόνο τα ίδια ακούω! Ο,τι έκανες, έκανες, ως εδώ ήταν! Και μη μου ξαναπείς κουβέντα γιατί θα φύγω από το σπίτι! 
<< Εκαταράστη με η Ευταλού! Σίλιες φορές η Δοξούλα! Μονασά μου έφκαλα τα μάθκια μου τζαι ε τα τώρα! >>
Όταν ο γιος της σε δυο μήνες την εγκατέλειψε για να μείνει μαζί της, η απελπισία την έπνιξε. Κλείστηκε στο σπίτι κι έκλαιγε μερόνυχτα, ανοίγοντας την πόρτα της αναγκαστικά στις γειτόνισσες που χτυπούσαν ανήσυχες. 
- Η φιλενάδα σου φταίει! Ξέρεις τι είναι να σε καταραστεί μάνα; Ο,τι σου πει γίνεται! Άμα η γυναίκα δεν έχει παιδιά, οι κατάρες της δεν πιάνουν και να μη φοβάσαι!
- Και να μην είναι αγαναχτισμένη! Η Ευταλού όμως... 
- Θύμωσε πολύ...
- Αγαπάει πολύ την ανιψιά της!
- Και τη λυπόταν που είδανε και πάθανε να γλυτώσει απ' τον άλλο... 
- Αμαρτία ήταν για την κοπέλα... 
- Έτσι έριξε την κατάρα και πιο χειρότερα έπιασε... 
Κι έφτυναν τον κόρφο τους όλες μαζί. 
- Μακριά από μας τέτοια πράματα!
- Άμα της ζητήσει συχώρεση και πάρει την κατάρα πίσω;
- Γίνεται;
- Καλέ πως δε γίνεται! 
- Και λες να την αφήσει ο Πάντος τη σουρλουλού;
- Αμ τι θα κάνει! Εδώ την παράτησαν δυο άντρες που έκαναν και παιδιά μαζί της!
- Κι αυτή έψαξε αμέσως να τους βρει καινούργιο μπαμπά...
-Ε... Όπως και να το πεις, ξένος είναι...
- Σαν τον πραγματικό πατέρα τίποτα!
- Ναι, μόνο που αυτά τα κακόμοιρα είναι αδερφάκια από άλλους πατεράδες... Τώρα θα μου πεις, έχουνε τη μάνα τους, αλλά και πάλι το ένα μόνο ζούσε με τον αληθινό μπαμπά του...
- Μμμμ... Η μάνα της βρε τα κρατούσε, μη νομίζετε...
- Καλό κουμάσι κι αυτή! Αντί να βάλει κάτω την κόρη της να τη στρώσει, της κάνει και πλάτες! Και δε μας λες, εσύ πώς το ξέρεις αφού ούτε αυτή δε γνωρίζουμε;
- Μου τα είπε η ξαδέρφη μου, που ο γιος της είναι φίλος με τον Πάντο και τα κουβεντιάζουνε! 
- Α! Για πες, έμαθες κι άλλα; 
- Τι άλλα, τίποτα... Κι εκείνη λόγια πήρε του γιου της γιατί στεναχωρέθηκε, μάνα είναι και καταλαβαίνει!
Η Χρόνα τις κοιτούσε αμίλητη κι οι σκέψεις ήταν μπερδεμένες στο μυαλό της... 

- Και τι απόκαμε η Χρόνα, επήγε τελικά στση Ευταλούς; 
- Όχι συμπεθέρα μου, πού να πάει και τι να την πει; Μούτρα δεν είχε για! Τη μηνύσανε όμως που η φιληνάδα της έπεσε στο κρεβάτι απέ τη στεναχώρια κι αφού την έσουρε πρώτα ένα σωρό, επήε στο τέλος να τη διει αμά με μισή καρδιά... 
- Α! Και τι τσ' είπε; 
- Ε, που όποιος έχει παιδιά έχει βάσανα και να μη κάμει έτσι και τέτοια... Κι άμα την αρώτηξε η Χρόνα για την ανιψιά της, εγίνηκε θερίο! Τη λέει που εβρήκε μεγάλη και καλή τύχη, είπε για το γαμπρό και τοις γονιοί του πόσο την αγαπούνε και την ψουνίζουνε και την έχουνε στα όπα όπα, την έβαλε και στη θέση της όμως! 
- Ναι, ε;
- Βέβαια! Τη λέει, όσα λόγια είπες για τη Δοξούλα διες, απάνω σου γυρίσανε! Την έβγαζες κακό όνομα με ούλα αυτά τα κουσέλια, ότι δεν τη θέλεις κι ότι κανένας δε θα γυρίσει να την κοιτάξει κι αυτή έπεσε στον καλύτερο κι ο γιος σου στη χειρότερη!
- Πολύ καλά τση τα είπε! Εκείνη μπορεί να μη την ήθελε για νύφη τση κι είχενε ούλο το δικαίωμα σα μάνα, όμως να την κουσελεύει στα σοκάκια την κοπέλα δεν ήπρεπε! Την τύχη τση να κόβει;
- Αυτό είπαμε ούλοι μπρε συμπεθέρα μου... Αμαρτία μεγάλη ητανάνε... Στο τέλος, επειδής είχε φοβηθεί πάρα πολύ με όσα άκουσε απέ τις γειτόνισσες για τις κατάρες που πιάσανε, την είπε να κάμει καμιά προσευχή για το γιο της να ξεμπλέξει, αλλιώς θα πέθαινε απέ τον καημό της και θα έμνησκε μονάχος του...
Κανείς δεν έμαθε αν η Ευταλού τη συχώρεσε.
Η Χρόνα σε λίγες μέρες είδε το γιο της να γυρίζει στο σπίτι με τα μπογαλάκια του κι καρδιά της φτερούγισε από χαρά. Το κουτσομπολιό έδωσε και πήρε πάλι.
- Του έδωσε τα παπούτσια στο χέρι αυτή;
- Εμ... Τον ξεζούμισε πρώτα και τον πέταξε σαν τη λεμονόκουπα!
- Φράγκο δεν του άφησε καλέ! Μου τα είπε η ξαδέρφη μου που της τα είπε ο γιος της!
- Α! Για λέγε!
- Αυτή, το μέσα δεν το ξέρει! Και οι δυο άντρες τη χωρίσανε γιατί δε μαζευόταν στο σπίτι, όλο έξω ήταν! Πού μυαλό για τα παιδιά και το νοικοκυριό; Βρήκε λοιπόν τον Πάντο που ήταν απογοητευμένος κι έπεσε με τα μούτρα σ΄αυτή και τον σπίτωσε για να περνάει ακόμα πιο καλά. Να τα λούσα, να όλη την ώρα έξω για διασκεδάσεις, να για τις ανάγκες των παιδιών, να για τα έξοδα του σπιτιού... 
- Διατροφή δεν έπαιρνε από τους πατεράδες;
- Βέβαια! Από δυο μεριές τα οικονομούσε και θα έχει κάνει γερό κομπόδεμα! Του έφαγε και την τελευταία δεκάρα που είχε στην άκρη κι αφού έμεινε πανί με πανί τον ξαπόστειλε! 

Η Δοξούλα παντρεύτηκε με όλα της τα καλά.
- Την προικίσανε με το γόνατο! Οι γονιοί του κι η Σπυριδούλα δεν προλάβαιναν να μετράνε τόσα πράματα! Η Ευταλού ο,τι την έταξε της τα έδωκε και με το παραπάνω! Σε στέλνει και τα κουφέτα της! 
Η μπομπονιέρα ήταν ένα κομψό λευκό βελούδινο κουτάκι με ροζ και γαλάζιες κορδέλες που στηριζόταν σε ασημί ποδαράκια. 
Η Μαρίκα την περιεργάστηκε ευχαριστημένη.
- Έκτακτη είναι, την ευχαριστώ πολύ! Να ζήσουνε και να έχουνε καλοί απογόνοι! Δε με είπες συμπεθέρα, ηκάλεσε τη Χρόνα;
- Όχι. Μήτε εκείνη ήθελε, μήτε η ανιψιά της που ωστόσο έμαθε ούλα τα λόγια που είχε πει τότες. Το κουσέλι κρυφό δε μένει κι όσο κι αν η Ευταλού την έκρυβε πράματα για να μη τη στεναχωράει πιο πολύ κι αντί να κοιτάξει να βρει κάνα γαμπρό ασχολιέται με δαύτη, ήρτε η ώρα που τα έμαθε. Θα με πεις, λίγοι μήνες πριν το γάμο, αμά καλά έκαμε να σε πω! Σκέβου πόσα τραβήξανε ούλοι για να τον πει το ναι... 
- Δίκιο είχε... Θα την ήπνιγε το δίκιο τση κι αντί να έχει το νου τση στο παλικάρι θα ήψαχνε τρόποι να την εκδικηθεί... Με το γιο τση τι ηγίνηκε τελικά, πώς πάνε τα πράματα;
- Ακόμα έτσι είναι...
- Σώπα!
- Ναι, φοβάται κι η μαμά του μη μείκει γεροντοπαλίκαρο...
- Α, τώρα που το είπες, ηξεύρεις ποια παντρεύεται; 
- Ποια;
- Η Λιωλιώ!
- Η χήρα;
- Ναι, αυτή! Και ποιόνε παίρνει λες; 
- Ποιόνε για;
- Το γιο του Νότη!
Η Σουλτάνα γούρλωσε τα μάτια. 
- Του Νότη; Αυτουνού που έχει το μαλεμπιτζίδικο;
- Ναίσκε!
- Τι με λέγεις συμπεθέρα; Αυτός με το που άκουε γάμο έφευγε τρεχάλα κι έλεγε που στη ζωή του στεφάνι δε θα βάλει! Και τώρα με λέγεις που θα πάρει τη Λιωλώ που έχει και παιδί, απέ τόσες λεύτερες κοπέλες που τόνε θέλανε; Κι ο μπαμπάς του δεν τον έχει αποκληρώσει ακόμα;
- Τι να σ΄ειπώ, δεν ηξεύρω... 
- Άλλο και τούτο πάλι... Δεν το χωρεί ο νους μου!
- Εμ...
- Και να σε πω, σκεφτόμουν να παγαίναμε την Κυριακή, να φάμε κάνα γλυκάκι απ' αυτά που με αρέσουνε με τη σοκολάτα, να πίναμε και κάνα δροσιστικό όσο ακόμα δεν έχουνε σφίξει τα κρύα... Μπρε διες κάτι πράματα που γίνουνται...
- Άσε να περάσει η μεγάλη φούρια αυτή τη βδομάδα... Άμα μας ιδεί ο Νότης, λόγια θα κάμει και θα ειπούνε κι εκείνες ότι το εκάμαμε κι εμείς επίτηδες... 
- Έτσι είναι! Αμά εγώ τα λογάριαζα και πού να πάει ο νους μου σε τέτοια πράματα; Είδες όμως που ούλες οι κοπέλες τοις ξινίζανε μπαμπά και γιο; Δε θα κοντεύει κι αυτός τα πενήντα;
- Παραπάνω είναι... Η Λιωλώ είναι αρκετά πιο μικρή του... 
- Και το παιδί;
- Καμιά δεκαριά χρονώνε...
- Τόσο το λογάριαζα... Δε με λες, εσένα ποιος σε τα είπε;
- Η θεία τση. Την είδα στο σπετσέρη που είχα πάει για τσι βιταμίνες τση κόρης μου. Κάτι γιατρικά ήπαιρνε κι εκείνη και τα ήμαθα ούλα!
- Κάτσε να ψήσω τσαγάκι να πιούμε και να με τα πεις!
Βολεύτηκε καλύτερα η Μαρίκα στην πολυθρόνα κι η σκέψη της ταξίδεψε στο ζαχαροπλαστείο του Νότη και τα διάσημα γλυκά του.
Η Σουλτάνα την είχε ξεσηκώσει κι ένιωσε τη λαχτάρα της παχιάς σοκολατένιας κρέμας με το αρωματισμένο σαν αφρό παντεσπάνι να τη βασανίζει αλύπητα.
<<Αχ μπρε συμπεθέρα τι μ' έκαμες... Αχ και το ζουλεύω πιο πολύ κι αφ΄την κόρη μου που είναι σ΄ενδιαφέρουσα... Ο κόσμος ούλος να χαλάσει, πρέπει να φάω γλυκό τέτοιο κι ας μην είναι σαν του Νότη...>>