.

.
.

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Είναι καλή τύχη για το κορίτσι


Η Ανθούλα σκούπιζε τα μάτια της που έτρεχαν δάκρυα απ' τα πολλά γέλια. Η ανάσα της κοβόταν και πνιγόταν με το νερό. 
- Μπα που άδικη ώρα να μη σ' έρτει! Χα χα χα! 
Η Αγλαΐα κι η Μαρίκα περιέγραφαν το πώς ξεκίνησαν όλα.
- Πού να φανταστώ καλέ θεία ότι θα ξημερωνόμουν κάτω, στην είσοδο; Να ξυπνήσω και να μην είναι ο άντρας μου στο σπίτι; Τρελάθηκα σ' ηλέγω, δεν ήξευρα ποιο δρόμο να πάρω να τόνε ψάξω!
- Τρελή, παλαβή! Ούλο τον κόσμο τα πάνου κάτου έφερες πάλι! Έχεις κάμει ένα σωρό, αμά τέτοιο πράμα μήτε που περίμενα! Χα χα χα!
- Εγώ λόγια πήγα να τον πάρω μπρε σεις, πού να ήξευρα το πώς θα έρτουνε τα πράματα για;
Ώρες χαχάνιζαν και περίμεναν τον Ιάκωβο για να συμπληρωθεί ο... θίασος. Αν η τόσο κωμική ιστορία παιζόταν σε θέατρο, θα έκανε δικαίως τη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία. 
Αφού σηκώθηκε ξανά η γειτονιά από τα τρανταχτά τους γέλια, προσπάθησαν να σοβαρευτούν όσο μπορούσαν και ν' ασχοληθούν με τα παντρολογήματα της Θοδωρούλας. 
Η Σουλτάνα έβαλε το ένα χέρι στη μέση κι έτριψε τα τρία δάχτυλα του άλλου στον αέρα, κίνηση που δήλωνε λεφτά. 
- Απ' ούλες τις μεριές είναι τύχη καλή για το κορίτσι! Και παράδες καλοί θα βγάνει και παιδί μάλαμα είναι και την αγαπάει. Δε θα πάρει κάνα ρεμπεσκέ που μπορεί να τη γυαλίσει και να σκέφτεται πώς να στήσει το τσουκάλι της κάθε μέρα και πώς να κρύψει τη μιζέρια της!
Το βλέμμα της πέρασε φευγαλέα από την Ανθούλα που είχε καταπιεί τη γλώσσα της για πολλοστή φορά.
- Αφού δεν έχει κανένα στο νου τση, μη χάσει την τύχη την καλή, δίκιο έχεις συμπεθέρα μου...
- Να το σπρώξουμε το πράμα κομμάτι, να ησυχάσει κι η μαμά της, να διει κι αυτή μια ωραία ζωή. Ας τον κάμει στην αρχή νάζια, πιο πολύ θα τη θέλει αυτός. Το ζήτημα είναι με τοις γονιοί του τι θα γένει... Γιατί, να πούμε που το πρόβλημα είναι μόνο σ' αυτοί, σιάχνεται κάπως, αμά αφ' τη Μαρουλία που τον είχε βάλει στο μάτι κι ούλες τις άλλες για τις κόρες τους, ίσα με τις γριές και τοις γέροι, λόγο καλό δεν έχουνε για την κοπέλα. Και πες πες, ούλοι οι μαχαλάδες την κουσελεύουνε. Άμα το πεθερικό δε θέλει μια για νύφη, οι γειτόνοι φταίνε πάντα! Άμα λένε του κόσμου τα λόγια, ποια οικογένεια τη μπάζει στο σπίτι της; Σκέβου όμως να την παινεύουνε πώς καμαρώνει η φαμίλια και βγαίνει με το κεφάλι ψηλά, ε; Κι εγώ άμα δεν τις ήξευρα κι εσείς, το ίδιο θα κάναμε, κακά τα ψέματα... 
- Έτσι είναι, απάντησαν όλες ταυτόχρονα.  
- Πρέπει κάτι να γίνει για ν' αλλάξουμε τα μυαλά τους... Πρώτα της γειτονιάς, αυτό μας κόφτει...  
- Και σαν τι λέγεις να γίνει συμπεθέρα μου; Ηξεύρουμε καλά το πώς μας είδανε, σαν ξένο σώμα... Κι εμείς που είχαμε σιάξει τσι φαμίλιες μας καλά ήτονε, αλί απ' τσι λεύτερες... Μπρε καλά λένε παπούτσι αφ' τον τόπο σου...
- Και πού να βρεθεί καλέ μαμά; Είδες πολλούς δικούς μας να παντρεύονται μεταξύ τους τα τελευταία χρόνια; Οι περισσότεροι νέοι τση Σμύρνης είναι έστω και με το λόγο πιασμένοι! Άξιοι και δουλευτάδες δε τσ' αφήνουνε! Κι ο Μίλτος που είναι από δω κι έχει μέλλον, ανάρπαστος γαμπρός είναι κι όλες τον λιμπίζονται... 
- Σωστά τα λέγεις  Αγλαΐτσα μου. Η κάθε μάνα τον καλύτερο θέλει για την κόρη της, καμιά σ' ούλο το ντουνιά δεν υπάρχει που να ζητάει να κακοπέσει το παιδί της... Αμά, κάτι θα σκεφτούμε, δε μπορεί να μείκει έτσι η κατάσταση...

Ποτέ δεν έκανε λάθος η Σουλτάνα στις εκτιμήσεις και τις ιδέες της.
Μια νύχτα δύσκολη πέρασε στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι ώσπου να βολέψει το γόνατό της που την πονούσε και πριν ξημερώσει σηκώθηκε να βάλει ζεστές κομπρέσες για να ανακουφιστεί λιγάκι. Ο ύπνος δεν την έπαιρνε περισσότερο από μισή ώρα κι έτσι έψησε τον πρώτο καφέ της ημέρας. Έβρασε νερό στο κατσαρόλι και βούτηξε το χοντρό πεσκίρι να ζεσταθεί καλά. Με δυο πιρούνια το έπιασε και το ακούμπησε στο τρυπητό να στραγγίσει πριν το βρέξει με οινόπνευμα και το βάλει στο πονεμένο της πόδι.
Μετά από αρκετά <<ωχ ωχ ωχ!>> ήπιε την πρώτη γουλιά απ' το καφεδάκι. Βαρύ γλυκό τον έπιναν οι Σμυρνιές, με λιγότερη ζάχαρη οι Πολίτισσες αλλά σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να τους πικρίζει στο στόμα. Νόμος απαράβατος! 
<<Πώς το καταπίνουνε μερικοί άντρηδοι έτσι δηλητήριο; Πα πα πα!>>
Οι σκέψεις της ήταν στη Θοδωρούλα. Αν λένε για κάποιους ότι έχουν πείσμα και γνώμη δεν αλλάζουν με τίποτα, ο,τι κι αν τους πεις, τότε πώς αλλάζεις τη γνώμη τόσων ανθρώπων; Εκεί έπρεπε να εστιάσουν για να λήξει το θέμα μια και καλή.
<<Άμα δεν ήτονε ο Μίλτος για ο Λάκης που λέει ο λόγος, κάποιος άλλος θα βρισκότανε... Κι από άλλο μέρος ακόμα, μακριά απ' εκεί, πάλι δε θα ρωτάγανε να μάθουνε τι σόι πράμα είναι εκείνη; Αφού έτσι γίνεται πάντα, καφενέ για καφενέ δεν αφήνουνε που να μην αρωτήξουνε για την καθεμιά... Και τους μαχαλάδες ούλους γύρα φέρνουνε και χαρά σ' αυτήνε που έχει καλό όνομα...>>
Άναψε τσιγάρο και βόλεψε καλύτερα το τεντωμένο πόδι της στην καρέκλα. Η εικόνα από τη γειτονιά τους ερχόταν συνέχεια μπροστά της, σκεπτόμενη και την Αστερόπη με το Βλάση και την καλή τους καρδιά. Χρυσοί άνθρωποι. 
<< Τοις αγαπάνε και τοις σέβουνται ούλοι εκεί πέρα κι εκείνη ξεύρει να τοις κλείνει τα στόματα με τον τρόπο της... Μια φαμίλια ανάμεσα σε τόσες όμως... Μπρε πώς κοιτάνε κι εκεινής τις πάστρες! Να τη λέγαμε μπα και μιλήσει τη μαμά του Μίλτου, αμά και πάλι τι θα καταφέρουμε; Μια τρύπα στο νερό, αυτό! Χώρια που θα θεριέψουνε τα στόματα άμα και πει καμιά κουβέντα αυτή... Μπα, δεν είναι σωστό, πιο χειρότερα θα γένουνε και θα πάει τσάμπα τόσος κόπος που έκαμα... >> 
Αφού βεβαιώθηκε πως έσβησε καλά το τσιγάρο της, άλλαξε πάλι την κομπρέσα. Φοβόταν μην αρπάξει φωτιά. 
<< Έρμη Ευρύκλεια τι τράβηξες και τραβάς κι εσύ στη ζωή σου... Πόσο αγώνα και τυράννια... Να σιάξεις την παράγκα για να χώσετε τα κεφάλια σας, να τρέχεις ούλη τη μέρα εδώ κι εκεί για να μαζώξεις δυο παράδες, χώρια τα ξενύχτια με τοις αρρώστοι... Η καλύτερη είσαι κι ας έζησες πτωχικά πάντα... Και τι παραπάνω έχουνε οι άλλες δηλαδή που θα σας πιάσουνε στη γλώσσα τους; Σιγά τις γυναίκες, που οι ρόμπες τους στάζουνε λάδια και σάλτσες! Έτσι αναμαλλιασμένες και βρόμικες απ' το νεροχύτη βγαίνουνε όξω, μη και τις ξεφύγει τίποτα... Τη Μαρίκα κοντέψανε να τη φάνε με τα μάτια τους που μπήκε στο σπιτάκι σας... Αρχόντισσα συμπεθέρα μου, σαν βρεθήκαμε πώς...>>
Τραντάχτηκε σύγκορμη η Σουλτάνα! Ξέχασε και το γόνατο και την αϋπνία και όλα!
<<Κοίτα μπρε που με ήρτε η ιδέα! Άμα δε σας λωλάνω εγώ, τη μύτη να με τρυπήσετε!>> 

Δεν υπήρχε περίπτωση να περάσει απαρατήρητη η Μαρίκα.
Ψηλή, κομψή, ντυμένη πάντα με την τελευταία λέξη της μόδας, ήταν καμάρι όποιου περπατούσε δίπλα της. Είχε έναν αέρα αρχοντιάς και υπόληψης που την έκαναν να ξεχωρίζει. Όλο το σόι τους θεωρούσε τιμή την κάθε της επίσκεψη στα σπίτια τους. Κι η Σουλτάνα ήταν περήφανη για το συμπεθεριό περιωπής επειδή κι ο άντρας της δεν υστερούσε. Μορφωμένος, άρχοντας, με σπουδές πολλές και γλώσσες, δουλειά αξιοπρεπέστατη σε μεγάλη εταιρία και κοσμογυρισμένος. Αλλά τις γυναίκες πάντα παρατηρούσαν και σχολίαζαν πιο πολύ, μ' εκείνες κυκλοφορούσες περισσότερο. Στις αγορές το χάζι, στις μοδίστρες, στα ψώνια, στους καφέδες, στις βίζιτες. 
Αλλά κι ο γιος με τη νύφη της δεν πήγαιναν πίσω! Δακτυλοδεικτούμενος ο Ιάκωβος, καλοαναθρεμμένος και σπουδασμένος με τόσο καλή δουλειά, που είχε επαφές με πολύ καλό και πλούσιο κόσμο. Κι η Αγλαΐα ίδια η μαμά της και στις χάρες και στην εμφάνιση. Αυτούς έπρεπε να μοστράρει στης Ευρύκλειας για ν' αρχίσουν να τους βλέπουν με άλλο μάτι. Κι η Αστερόπη με το Βλάση πριν μπαρκάρει, θα φρόντιζαν να τους ενημερώσουν όλους. Πώς τη ρώτησε η πιο θαρρετή κουτσομπόλα << Ποιες ήταν αυτές που ήρθανε στο σπίτι τους;>> και την ξεζούμισε μέχρι να μάθει τα πάντα για να τα μεταφέρει και στις άλλες, έτσι θα προχωρούσαν. Γιατί μια - δυο επισκέψεις τις ξεχνάς με τον καιρό αφού ικανοποιήσεις την περιέργειά σου, τις απανωτές όμως όχι. Γιατί θα μείνεις ακίνητη να παρατηρείς τα πάντα, κυρίως αν τα πρόσωπα είναι ανώτερα από σένα. Και πάλι εδώ και δες τι φοράνε κι από πού κι ως πού και πάει λέγοντας...
<< Έτσι και μυριστούνε κάνα πολύ καλό προξενιό για τη Θοδωρούλα και κάνα γαμπρό παραλή για τις δικές τους κόρες, έχει να γένει! Καταγής θα πέσουνε να τους φιλούνε τα πόδια! Χα χα χα!>> 


Χαράς ευαγγέλια στο σπίτι της Ευρύκλειας!
Ο γιος της ο Χαρίσης, γύρισε από τα μακρινά ταξίδια, κάνοντάς τους έκπληξη, βρίσκοντας και τις δυο ανασκουμπωμένες στην κουζίνα.
Η μάνα με τα μανίκια σηκωμένα ετοίμαζε σταφιδόψωμα, φέρνοντας γύρα το απαλό ζυμάρι στην πήλινη λεκάνη.
Η Θοδωρούλα έριχνε τις αλευρωμένες σταφίδες, όταν άκουσαν τη φωνή του ταυτόχρονα με τα δυνατά χτυπήματα στην αυλόπορτα. Με τα χέρια να μυρίζουν κανέλα και μοσχοκάρφι έτρεξε η μάνα πίσω απ' την κόρη με την καρδιά να χτυπάει τρελά. 
- Γιε μου, γιαβρί μου! Καλώς ήρτες πασά μου! Πώς κι αυτό το ξαφνικό; Τι χαρά μ΄ήδωκες! 
- Καλώς σας βρήκα μάνα!
 Η Θοδωρούλα έκλαιγε από συγκίνηση κι εκείνη, που είχε να δει τον αδερφό της σχεδόν δυο χρόνια.
- Αδερφούλα μου! 
Οι γειτόνισσες έκαναν χάζι από τα παράθυρα και τις πόρτες. Οι χαρούμενες φωνές και τα γέλια τους συνεχίστηκαν και μέσα στο σπίτι. 
- Λεβέντη μου! Πώς σ΄ηπεριμέναμε να ήξευρες! Κρέας θα ψήσουμε σήμερις, όχι τ' αυγά με τσι πατάτες κόρη μου!
- Ο,τι και να φάω αφ΄τα χεράκια σου μάνα, είναι το πιο νόστιμο του κόσμου ούλου! 
- Αχ! Τι παιδί ήκαμα! Να πλάσει τα ψωμάκια η αδερφή σου και να τα τρέξει στο φούρνο. Θα ψήσω εγώ τα καφεδάκια μας!
Μέχρι να πάει και να γυρίσει η Θοδωρούλα, ρώτησε τη μάνα αν υπάρχει κάτι ευχάριστο. Η Ευρύκλεια αισθάνθηκε άβολα, γιατί δεν ήξερε από πού να ξεκινήσει και πού να καταλήξει. Από τη γειτονιά που την είχε πιάσει στη γλώσσα της ή από τα δυο παλικάρια που μάλωναν για εκείνη... 

- Μάνα δε μ΄έχεις νέα καλά! Πίσω αφ' τσι πλάτες μας τέτοια πράματα και να μη με γράψεις δυο λόγια να ξεύρω τι γίνεται στο σπίτι μου; Και πώς την ήπιασε ο κόσμος στον στόμα του; Το πράμα αυτό είναι ντροπή μεγάλη για ένα κορίτσι τση παντρειάς! Τσι μπουγάδες σας κοιτάζουνε και πόσο νερό ρίχνετε στην αυλή κι ηκατηγοράνε την αδερφή μου λέγεις; Βρόμικες άμα ήσαστε θα τα παγαίνατε μέλι - γάλα; Δε στέκουνε αυτά τα πράματα! Και τι πάει να πει η Σμυρνιά κι η Σμυρνιά κι ηφτύνουνε τον κόρφο τους και κλείνουνε τα παραθύρια; Τι δικαιώματα έδωκε και τα κάμουν αυτά; Οι κόρες τους καλύτερες είναι;
- Αχ! Τι λες παιδάκι μου; Σάματις δεν τα ήξευρα ούλα τους τα καμώματα; Λόγο κακό μπορεί να μην ήκουσες αφ' τον στόμα μου ποτές, μα θαρρείς που δεν είχα μάτια κι αυτιά ούλα μου τα χρόνια; Και τσι γύρες των κοριτσιών τους ήβλεπα και τα κουνήματα κι ούλα... Η Θοδωρούλα ηγυάλισε σ' ούλα τα σερνικά και την ηπαίρνανε το κατόπι, αμά αυτό το καημένο με το κεφάλι κάτω είναι πάντα. Ο,τι πεις εσύ μαμά κι ο,τι θες εσύ μαμά είναι... 
Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα γιατί είχε και την έννοια του φαγητού. Ένα τρυφερό αρνίσιο μπούτι κομμένο είχε τσιγαρίσει με σκόρδο και κρεμμύδι η Θοδωρούλα που πήγε τρέχοντας από το φούρνο στο χασάπη. Όσο ρόδιζε, ετοίμασε τη ντομάτα για να το κάνουν κοκκινιστό με μπόλικη κανέλα, μπαχάρι και μοσχοκάρφια. Θα το συνόδευαν με πατάτες τηγανητές και σαλάτα. Είχαν ακόμα κι απ΄τα φιλέματα της Σουλτάνας και της Μαρίκας, τυρί, σαλάμι και σουτζούκι. 
- Καλά που ψήνουμε το αρνάκι κι ηγίνεται γλήγορα κόρη μου! Θα πάρω τσι πατετούλες να τσ' ηκόβω μέσα όσο τα λέμε με τον αδερφό σου. Ρίξε τη σάρτσα κι όσο να γίνει το φαγάκι έλα κι εσύ να ιδούμε τι ωραία πράματα σ' ήφερε! 
- Ναι μαμά! 
Η μια βαλίτσα του είχε κλείσει με το ζόρι. Σε λίγο με φωνές χαράς γέμισε το δωμάτιο πολύχρωμα υφάσματα, σεντόνια, εσάρπες, ζακέτες, τσαντάκια και φακελάκια με νάιλον κάλτσες. Διάσπαρτα έβρισκες μικρά μπουκαλάκια με φίνο άρωμα.
- Γιατί τόσα πολλά πράματα Χαρίση μου; Ηξόδεψες ούλοι τσι παράδες σου, αμαρτία είναι...
- Τι λες Θοδωρούλα μου; Μια αδερφούλα σ' έχω κι όσα να σου κάμω λίγα είναι. Και για σένα μάνα το ίδιο! Να τα φοράτε και να τα χαιρόσαστε! Κι όσο για τις παράδες μη σας νοιάζει, έχω, παραπάνω τσι δούλευα. Τόσα εδώ, τόσα εκεί, και τα άλλα στη μπάντα.
Αγκαλιάστηκαν κι οι τρεις κι έκλαιγαν με την καλοσύνη του. 
Το τραπέζι στρώθηκε κι απόλαυσαν το νόστιμο φαγητό με τους μεζέδες απ΄τα μέρη τους. Ο Χαρίσης τσούγκρισε το ποτήρι του στην υγειά των γυναικών που τις φίλεψαν με τόσα καλούδια κι όταν σερβιρίστηκε η φρέσκια λεμονάδα για τη χώνεψη, η κουβέντα για τα στόματα της γειτονιάς φούντωσε πάλι.
- Μπρε κάτι πράματα... Να 'ναι καλά κι η Αστερόπη κι ο Βλάσης που τσι έχετε παρηγοριά.
Ευρύκλεια και Θοδωρούλα συμφώνησαν και ξέσπασαν ξαφνικά σε γέλια σκουντώντας η μια την άλλη. 
- Θα σ' ειπούμε και για την άλλη βοήθεια γιόκα μου ν' ανοίξει η ψυχούλα σου που σ' ηστεναχωρέσαμε με το έμπα σου! 
- Να λωλαθείς αδερφέ μου! Γιατί δεν είναι μοναχά τα φιλέματα και τα δώρα τους, ήκαμαν κι άλλα! 
Τα έπιασαν απ΄την αρχή. Και τα τριαντάφυλλα και τα ραβασάκια κι η μάνα με τη σκούπα στην εξώπορτα. Μέχρι εκεί όλα φυσιολογικά. Άντε κι η Αστερόπη που πήγε ως το σχολείο να δει ποιος λεβέντης την περίμενε. Όταν έφτασαν στην αρχική κίνηση της Σουλτάνας να επέμβει για να μάθει τους σκοπούς του Μίλτου τις άκουγε σοβαρός. Σε λίγο η κατάσταση έγινε ανεξέλεγκτη. 
Είδε κι έπαθε να συνέρθει ο Χαρίσης που έπεσε ανάσκελα στο ντιβάνι και κρατούσε το στομάχι του από τα πολλά γέλια. 
- Άλλοι να μου τα ήλεγαν δε θα τσι πίστευα! 
Κι όσο περνούσε η ώρα συμπληρώνοντας  όλο και κάτι από τα γεγονότα, τόσο δυνάμωναν τα γέλια που τράνταζαν τη γειτονιά. Κι οι φαρμακόγλωσσες κάθονταν στα καρφιά από περιέργεια για το τι έλεγε ο ταξιδιάρης.
<<Άκου τι γίνεται! Μα τι λένε πια και σηκώσανε τον κόσμο;>>
<< Τίποτα ιστορίες απ΄τα λιμάνια θα τους λέει ο μικρός...>>
<<Μμμμ... Κι άλλο που δε θέλει η Σμυρνιά, να μαθαίνει σχέδια πρόστυχα να τα κάνει κι αυτή!>>

Έμειναν εκεί, στα παράθυρα και τις εξώπορτες, ως την ώρα που τα αδέρφια βγήκαν για βραδινό περίπατο, παίρνοντας μαζί τους και την Αστερόπη με το γιο της. 


1 σχόλιο:

  1. Καλως ηρθατε η μαλλον καλως γυρισατε.ελπιζω να ειστε καλα και αναμενουμε με χαρα τις αναρτησεις σας.Τους χαιρετισμους μου σας στελνω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή